Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2013

L'enfer, c'est les autres

Η δικιά μου προσωπική κόλαση είναι μια παραλλαγή του μύθου του Σισύφου, αλλά αντί για κοτρώνι έχεις ένα έγγραφο, κι αντί για λόφο μια ελληνική δημόσια υπηρεσία όπου πρέπει να σου το επικυρώσουν.

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Μιλώ για σένα

Πήρα τον παράδρομο― δεν ξέρω γιατί. Ήθελα να μείνω έξω.

Το κρύο μαστίγωνε, μα οι σκέψεις χόρευαν τον αέναο χορό τους. Μπλέχτηκες με τους καπνέμπορες στη Θράκη του προηγούμενου αιώνα, με τους Βούλγαρους κομιτατζήδες, τους Αμερικάνους πρέσβεις κι ύστερα τους Άγγλους λόρδους, τους ακτιβιστές του AIDS και τις Ελληνίδες φιλοσόφους. Τους ζύγισες· συνομίλησες μαζί τους, τους βαρέθηκες και προχώρησες παραπέρα. Ταξίδεψες για την Κωνσταντινούπολη μέσα στο αποπνικτικό λεωφορείο, κι ύστερα πήρες το τρένο για το Λονδίνο κι έσυρες το βαλιτσάκι σου μέχρι την πόρτα μου. Με έψαχνες. Ήθελες, λέει, να ακούσουμε μαζί Billie. Billie και Μελίνα.

Το μυαλό μου ήταν θολό— κάτι οι ρετσίνες, κάτι τα ρεμπέτικα, το κρύο, η αϋπνία. Μπέρδεψα τα νήματα. Ξαφνικά, ήσουν εκεί κι εδώ, στο μυαλό μου και μπροστά μου, μέρος της επιθυμίας μου και της πραγματικότητάς μου. Ένα κομμάτι του παραλογισμού μου. Ένιωσα το χέρι σου γύρω από τη μέση μου, ξύπνησα κι ήσουν εκεί. Κι ένιωσα τον πανικό εκείνης που ξέρει ότι θα ξανακοιμηθεί και, αναπόφευκτα, θα χαθεί στο όνειρο— το όμορφο μα ασήμαντο όνειρο των εργασιών, της έρευσης εργασίας και των Θρακών καπνεμπόρων.

Ένιωσα το σώμα να στρίβει μακριά από την πύλη, προς το σοκάκι. Θέλω να μιλήσω για σένα· να μιλήσω με τον εαυτό μου. Μη φύγεις.

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Αργά

Αυτές οι ώρες, οι περίεργες ώρες, οι μικρές ώρες, οι όμορφες, ατέλειωτες, αχανείς ώρες, με βρίσκουν πάντα μόνη. Πάντα διστακτική.
Οι μουσικές ξεδιπλώνονται αργά, μαθηματικά, με μια αβάσταχτη σταθερότητα που επιβάλλει την τάξη στο μυαλό και κολλάει το βαρύ κρανίο στην πλάτη της πολυθρόνας ενώ το κόκκινο δέρμα τρίβεται στο σβέρκο.
Οι μουσικές με σκεπάζουν, με πνίγουν. Με συρρικνώνουν επικίνδυνα· με σπρώχνουν προς τα μέσα. Αύριο, σε έξι μήνες, του χρόνου... Ζαλίζομαι. Κλείνω τα μάτια.
Η πόλη αυτή σε πνίγει, λένε. Σε αρπάζει, σου δένει τα μάτια, σε στριφογυρίζει. Κι ύστερα―

είσαι μόνη. Με την φτέρνα του ενός ποδιού κολλημένη στα ακροδάχτυλα του άλλου. Βήματα. Η σιωπή των δύο συχνοτήτων.

Οι μουσικές με καταπλακώνουν· παλεύω για να ξεκολλήσω το κεφάλι από το κόκκινο δέρμα. Ανάσα. Οι δύο συχνότητες. 

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

Μέρες Ιούνη

-Αννούλα! Αννούουουουλαααα!
Δίπλα μου μένουν δυό γιαγιάδες. Τα σπίτια τους είναι ξεχωριστά, η τεράστια πίσω αυλή τους όμως είναι κοινή και γεμάτη παρτέρια, γλάστρες, λαχανικά και καρέκλες ξεφτισμένες απ'τον ήλιο. Πριν μερικά χρόνια, τα καλοκαιρινά απογεύματα τις έβλεπες σε ένα τραπέζι ακριβώς στο κέντρο της αυλής, μαζί με τους άντρες τους. Κάποιες φορές τους τριγύριζαν τα εγγόνια τους, που μένουν θαρρώ σε κάποια άλλη πόλη· άλλοτε ήταν οι τέσσερις τους, μια τρελοπαρέα περασμένης ηλικίας που απολάμβανε την απογευματινή δροσιά με μια ευχαρίστηση εφάμιλλη, ίσως και μεγαλύτερη, της δικής μας όταν μαζευόμαστε τις  μεταμεσονύκτιες ώρες γύρω από ένα καραφάκι κρασί. Μου άρεσε η μικρή αυτή συμμορία, μου άρεσε το εγκάρδιο υποκοριστικό "Αννούλα" αντί για το δικό μου "κυρία Άννα",  βαρύ από τυπικότητες και ασήμαντες ευγένειες.

Ξαφνικά, ένα καλοκαίρι, η συμμορία τους έχασε ένα μέλος, ύστερα άλλο ένα. Η γωνιά του δρόμου γέμισε στεφάνια, στολισμένα εκείνες τις απρόσωπες τυπικότητες που οι δυό φίλες παρακάμπτουν εδώ και χρόνια με ένα απλό "Αννούλα". Οι στήλοι της ΔΕΗ επικαλύφθηκαν με πολλαπλά αγγελτήρια κηδειών και μνημοσύνων, τα εγγόνια προσήλθαν ντυμένα στα μαύρα και οι γονείς έβαλαν τα δυνατά τους προσπαθώντας να τους εξηγήσουν γιατί εκείνη τη μέρα απαγορευόταν να τρέχουν στον κήπο. Οι δύο φιλενάδες έμειναν μόνες· τα λουλούδια διατηρήθηκαν παρόλο που τα απογεύματα στον τεράστιο κήπο μειώθηκαν.

Ενίοτε, όταν κάθομαι στο μπροστινό μου μπαλκόνι , η Αννούλα βγαίνει στη βεράντα της για να γνέψει στην μια εκ των τριών αδελφών που ζουν  απέναντι. "Μαιρούλαααα! Μαιρούλαααα!" Η Μαιρούλα είναι η μεσαία αδελφή· ζει στον δεύτερο με την Αθηνούλα, την μεγαλύτερη. "Καλησπέρα Αννούλα! Τι κάνεις; Πότε θα έρθουν τα παιδιά;"

Δεν τις έχω ακούσει ποτέ να συζητούν κάτι εκτός των παιδιών τους ή της καθημερινότητάς τους. Τις έχω ακούσει να γελάνε, να κουτσομπολεύουν, να μιλούν για την υγεία τους, να τινάζουν χαλιά, να ποτίζουν γλάστρες και να βλέπουν Τούρκικες σαπουνόπερες. Ταΐζουν γάτες, απλώνουν ρούχα και πασπατεύουν μωρά. Όσο περνούν τα χρόνια βαδίζουν όλο και πιο σκυφτά, μα συνεχίζουν την δια-μπαλκονική συζήτηση, για θέματα μικρά, προσωπικά, σημαντικά. Ακούγοντάς τες νιώθω μια παράξενη, ευαίσθητη γαλήνη που δεν γνωρίζει εποχή. Οι συζητήσεις τους επαναλαμβάνονται γλυκά εδώ και μια δεκαετία, αγνοώντας κοινωνιοπολιτικά ζητήματα, την οικονομία, όλα εκείνα τα σημαντικά που θα μπορούσαν να διαρρηγνύουν την γαλήνη της γειτονιάς. Η γειτονιά είναι ο συλλογικός μας κόσμος: αρχίζει στην τετραόροφη πολυκατοικία της κυρίας Ελευθερίας και τελειώνει στο τέλος του δρόμου, λίγο μετά το Ουζερί που το βράδι συνοδεύει την τηλεόραση της Μαιρούλας με το μπουζούκι και το ντέφι του. Τουτέστιν, είναι ασφαλισμένη ενάντια σε μνημόνια και αλλαγές κυβερνήσεων· γνωρίζει μόνο καύσωνες, οικογενειακά προβλήματα, τηλεοπτικά προγράμματα. Η Θεσσαλονίκη αυτή μοιάζει σχεδόν αιώνια, στάσιμη: βουβαίνεται μετά το μεσημεριανό γεύμα και ξυπνά το απόγευμα για να νιώσει το δροσερό αεράκι και να διώξει ενοχλημένη τα κουνούπια από πάνω της. Καθισμένη στο μπαλκόνι, όπως και τώρα, ακούγοντας τα παιδιά που παίζουν κρυφτό στο δρόμο, νιώθω έτοιμη να συνδιαλεχτώ με τις γειτόνισσές μου. Η τηλεόραση είναι κλειστή και η εφημερίδα απλωμένη κάτω από το τραπεζάκι του σαλονιού· ο δρόμος μου είναι γεμάτος αυτόνομη ζωντάνια, μια συλλογική δραστηριότητα που μου φαίνεται αέναη, ανίκητη.
                                                                                *
Ύστερα, έρχεται το πρωί. Σηκώνομαι, κατευθύνομαι προς το δημοτικό σχολείο της γειτονιάς με την ταυτότητα ανα χείρας. Στρίβοντας τη γωνία, λίγο μετά το ουζερί, τα γκραφίτι δεσπόζουν στους τοίχους: "Έξω η τρόικα". Η μέρα είναι ζεστή και αποπνικτική· ελληνικό καλοκαίρι. Στο δημοτικό βλέπω ουρές έξω από τις αίθουσες, αστυνομικούς στις πόρτες: 120ό εκλογικό τμήμα. Η εκπρόσωπος των Ανεξάρτητων Ελλήνων με ψηλά τακούνια, έντονο μακιγιάζ και κόμμωση προσεκτικά επιμελημένη με λακ· ο εκπρόσωπος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α με αθλητικά παπούτσια και τζιν. Στο σχολείο αυτό ψηφίζουν η Αννούλα και η Μαιρούλα. Δεν τις έχω δει ποτέ μακριά από τα μπαλκόνια τους, και κάθε προσπάθεια να τις φανταστώ εδώ ναυαγεί: για μένα, είναι εκπρόσωποι μιας άλλης πραγματικότητας, μιας γειτονιάς που δεν γνωρίζει κυβερνήσεις και νομίσματα. Σύγχυση. Η γειτονιά ψηφίζει. Μπαίνω πίσω από την κουρτίνα, αγνοώντας τον παππού που μοιάζει τόσο με τον μακαρίτη άντρα της Αννούλας.

Επιστρέφοντας, βλέπω την κυρία Μαίρη στο μπαλκόνι της. Ποιά είναι η σύνταξή της, άραγε; Το σίγουρο είναι πώς δεν θα την συζητήσει με τους γείτονές της. Τα δυσάρεστα είναι ιδιωτικά, διαδραματίζονται πίσω από διπλά τζάμια και μισόκλειστα παραθυρόφυλλα. Η ζέστη όμως του απογεύματος, η βαριά, υγρή ατμόσφαιρα με σπρώχνουν στο μπαλκόνι, την ώρα που το ρολόι μου δείχνει 7μμ.

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Πριν 3μισι χρόνια...

We live in the flicker—may it last as long as the old earth keeps rolling!

-Joseph Conrad

Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Το βλέμμα του Οδυσσέα

Εδώ στα ξένα που κάθομαι, οικονομικά ανήμπορη να ταξιδέψω στην Ελλάδα για να εξασκήσω τα εκλογικά μου δικαιώματα, πλήρως τρομοκρατημένη για όσα έρχονται και ταυτόχρονα οργισμένη για όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή, θυμήθηκα αυτό:

<<Ξέρεις κάτι; Η Ελλάδα πεθαίνει. Πεθαίνουμε σαν λαός. Κάναμε τον κύκλο μας... δεν ξέρω πόσες χιλιάδες χρόνια, ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες κι αγάλματα... και πεθαίνουμε.


Προφητικέ Αγγελόπουλε...

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Για το αγόρι με το φλάουτο

Νόμος των πιθανοτήτων: δεν θα σε ξαναδώ ποτέ. Δεν είσαι ο τύπος που μένει σε ένα μέρος, ή τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται. Θα βρεθείς όπου έχει δουλειά― στη Φλωρεντία, ίσως, ή στα έγκατα του Μπρούκλιν: σε κάποια πόλη με όμορφο παρελθόν, με δρόμους πολυπερπατημένους, βρώμικους κι ιστορικούς, κάποια πόλη παρηκμασμένη και χρωματιστή, γεμάτη ξαφνικές εμπνεύσεις. Όχι στην πατρίδα σου― σάμπως έχεις, άλλωστε; Γεννήθηκες μέσα στο κουφάρι κάποιου Αμερικάνικου Όνειρου και μεγάλωσες ανάμεσα σ'αυτούς που μάτωσαν για να το αναστήσουν. Πήγες, ήρθες, ξαναέφυγες, χωρίς ποτέ να καταφέρεις να δημιουργήσεις ένα σπίτι. Ίσως το σπίτι σου να είναι η μουσική σου, με την ειλικρίνεια, τη νοημοσύνη και την ομορφιά της, μια μουσική που δεν γνωρίζω καλά μα δεν μπορώ να φανταστώ διαφορετική από σένα. Ναι, η πατρίδα σου είναι η τέχνη σου, και γι'αυτό θα συνεχίσεις να ζεις σε αυτήν την αόριστη, γερασμένη πόλη, να ξυπνάς το πρωί για να διατελέσεις καθήκοντα που σε υποτιμούν, να ακουμπάς το κεφάλι σου σε ξένους καναπέδες μετά από μεταμεσονύκτιες συνθέσεις.

Μακάρι να σε είχε δημιουργήσει η φαντασία μου― ίσως τότε να σε καταλάβαινα, να προλάβαινα να σε γνωρίσω. Στην πραγματικότητα, είσαι πολύ πιο χρωματιστός από οτιδήποτε θα μπορούσα να οραματιστώ, ένας από εκείνους τους ανθρώπους που σπάνια γνωρίζει κανείς, που υπάρχουν ανάμεσα στην καθημερινότητα και το όνειρο, που είναι πιο αληθινοί από ποτέ όταν εμφανίζονται από το πουθενά τις πρώτες ώρες τις ημέρας για να μου διαβάσουν κάποιο ποιήμα και να με ρωτήσουν γιατί γράφω. Την ευκαρία την έχασα― δεν θα σε μάθω. Ύστερα σκέφτομαι, βέβαια, πώς δεν είσαι κάποια μισοτελειωμένη καρικατούρα που αποθηκεύω στα αρχεία του υπολογιστή μου. Είσαι πέρα ως πέρα αληθινός, πιό αληθινός από την πλειοψηφία των ανθρώπων που συνθέτουν τις μέρες μου. Ίσως η ευκαιρία να ήταν εξαρχής χαμένη· ίσως να μην σε γνώριζα ποτέ, όσο χρόνο κι αν είχα μαζί σου.

Αναρωτιέμαι που θα βρεθείς τα επόμενα χρόνια, αναρωτιέμαι ποιές είναι οι απόψεις σου πάνω σε χίλια δυό θέματα για τα οποία δεν πρόλαβα να σε ρωτήσω. Ίσως σε πετύχω, με κοντά πλέον μαλλιά, όταν θα μιλάω καλά Ρώσικα, όταν θα παλεύω για μια δημοσίευση και θα έχω βαρεθεί να διδάσκω τον past perfect σε παιδάκια. Όχι στη Νέα Υόρκη― ίσως στο Παρίσι ή την Κωνσταντινούπολη, γιατί μου αρέσει τα ρομαντικά σενάρια που ονειρεύομαι για σένα να περιέχουν κάποιο καλό σημάδι και για το δικό μου μέλλον. Θα παίζεις σε κάποιο μπαράκι τόσο μικρό που θα μπορούσες να το προσπεράσεις χωρίς να το δεις, με πρόσοψη καλυμμένη με χρωματιστά γκραφίτι και το πεζοδρόμιο απ'έξω λερωμένο απ' τους λεκέδες γενεών ολόκληρων. Χώρος υπάρχει ίσα-ίσα για δυό τσίγκινα τραπέζια και πέντε σειρές καρέκλες· το υπόλοιπο είναι σκηνή, όπου θα μας εξαπλώσεις την τέχνη σου, το αποτέλεσμα χρόνων ανίας σε κείνο το γραφείο και μεταμεσονύκτιας μοναχικής ανησυχίας. Δεν θα δίνεις μια για τον θαυμασμό μας, και καθισμένος αντίκρυ μας, σαν αντιμέτωπος με δικαστήριο, θα σκύψεις το κεφάλι και θα ξετυλίξεις τις αλήθειες σου.  Οι νότες σου θα μπερδευτούν με τις κόρνες παρερχόμενων αυτοκινήτων και τις χυδαιότητες κάποιας γυναίκας που καπνίζει ανενόχλητη, ακουμπισμένη στο γκραφίτι της πρόσοψης. Κι όμως, εσύ θα τους μείνεις πειστός, επιμένοντας σ'αυτά για τα οποία κόπιασες.

Αργότερα, θα συζητήσουμε για εκείνο τον καφέ που ήπιαμε τον Δεκέμβριο που πέρασε, πιστεύοντας πώς ήταν η τελευταία φορά που συναντιόμαστε, την εκπομπή που δεν προλάβαμε να κάνουμε, και εκείνο το ποιήμα του Μπόρχες. Αλλά ποιός ξέρει; Ίσως μιλήσουμε για βαρετές δουλειές γραφείου σε κάποιο δρόμο παράλληλο στο Prospect Park· ίσως δεν μιλήσουμε καθόλου. Ίσως πιώ μόνη μου ένα καφέ, αναπολώντας τον φιλοσοφημένα αόριστο χαρακτήρα που σου επέβαλλα χωρίς να προσπαθήσω να καταλάβω τις ιδιορρυθμίες σου, τις παραξενιές χωρίς βαθύτερο νόημα, που ήταν απλά αυτές με τις οποίες γεννήθηκες. Ίσως ξαναδιαβάσω μόνη μου εκείνο το ποιήμα, βλέποντάς το με τα μάτια που το είδες κι εσύ τότε, και σταματήσω επιτέλους να σε θεωρώ ένα μυστήριο που διασταυρώθηκε κάποτε μαζί μου, του οποίου η ομορφιά έγκειται στην αδυναμία μου να το λύσω.  Ίσως, επιτέλους, καταλάβω γιατί γράφω για σένα σε μια γλώσσα που δεν γνωρίζεις, που δεν θα μπορέσεις ποτέ να διαβάσεις, γιατί αναφέρομαι σε σένα χρησιμοποιώντας τις μουσικές σου ικανότητες αντί του ονόματός σου. Και ίσως συμφιλιωθώ με το γεγονός ότι δεν είσαι μοναδικός: το πραγματικό αγόρι με το φλάουτο συνυπάρχει αρμονικά με την ημι-φανταστική προβολή που δημιούργησα και που, εντέλει, μαρτυρά περισσότερα για μένα παρότι γι'αυτόν.