Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009

Τιμής Ένεκεν

Ξεκινάω με όμορφη διάθεση, εκείνη την ονειροπόλα, την ήρεμη, τη σκεφτική, την μελωδική και ταξιδιάρα (me gusta marijuana/me gustas tu/ me gusta la guitarra me gustas tu). Ξεκινάω θέλοντας να γράψω. Διάβασα τις προάλλες ότι ο ήχος των πλήκτρων του υπολογιστή σε ένα ήσυχο δωμάτιο είναι από τους πιο όμορφους ήχους. Πριν μισή μόλις ώρα τον άκουγα αυτόν τον ήχο, τον άκουγα να στροβιλίζεται στο δωμάτιο με τις ξύλινες καρέκλες όπου ο ασπρομάλλης καθηγητής μου διηγείται αστείρευτες ιστορίες για Τσάρους, πολέμους, και όσο προχωρά το εξάμηνο, Σοσιαλιστές και εργατική τάξη. Το απαλό αλλά ασταμάτητο κλικ-κλικ μπερδεύεται με το χρατς-χρατς του -πάντα με υγρή μελάνη- στυλό μου που τρέχει πάνω στο χαρτί. Εγώ είμαι από τους παλιομοδίτες, βλέπεις. Δεν συμβιβάζομαι, όσα πλεονεκτήματα κι αν μου προσφέρει η τεχνολογία, αλλά επιμένω- λογοτεχνία και γενικά οτιδήποτε δημιουργικό ξεκινούν από το χαρτί και όχι από τον υπολογιστή.

Ξέρω ότι συμφωνείς μαζί μου, Αγελαδίτσα. Τι ομορφότερο από τα άτακτα, ασύμμετρα γράμματα πάνω σε μια σελίδα, τις μουντζούρες που είναι τόσο δικές σου, τα ελαττώματα που είναι όμορφα γιατί είναι δικά σου, μόνο δικά σου. Έχεις γραφικό χαρακτήρα μαθηματικού, είχε πει εκείνος ο καθηγητής, και είχαμε γελάσει, γιατί όλοι νομίζαμε ότι ήσουν της θεωρητικής. Μας ξεγέλασες, φυσικά. Γελάει καλύτερα όποιος (όποια) γελάει τελευταίος, και εσύ το κάνεις συχνά αυτό. Σου αρέσει να μας αιφνιδιάζεις, και πήγες και μου έγινες μηχανολογάκι.

Ξεκινάω να γράψω λοιπόν. Αλλά η σελίδα μου είναι τρομαχτικά άσπρη, είναι ένα κενό, ένα λευκό τίποτα. Θέλω να διηγηθώ τη μέρα μου, θέλω να πω κάτι που έχει σημασία, και δεν βρίσκω όχι τις λέξεις με τις οποίες φτιάχνεται η ποίηση σύμφωνα με τον Μαλλαρμέ, αλλά ούτε καν τις σκέψεις, σύμφωνα με τον Ντεγκά. Η μέρα μου δεν ήταν τίποτα το αξιόλογο. Αλλά παρόλα αυτά δεν παύει να είναι αξιόλογη. Και να λοιπόν η πρώτη σκέψη.

Αφορμή φυσικά η ημερομηνία. Αφορμή που άκουσα τη φωνή σου και σε σκέφτηκα να γελάς κάπου στο Βόλο, σε ένα καφέ με ζεστή ατμόσφαιρα, περιτρυγιρισμένη από τουλούπες καπνού, με τα ριγέ σου μαλλιά και τα δαχτυλίδια σε όλα τα δάχτυλα. Αφορμή ο λόγος που ξεκίνησα να γράφω εδώ. Και τέλος αφορμή το τραγούδι αυτό που μου θυμίζει απίστευτα εσένα, που θέλω να σου βάλω να ακούσεις από τότε που το πρωτοκατέβασα.

Γιατί μου θυμίζει εσένα η SoKo? Πρώτον διότι έχετε το ίδιο μικρό όνομα. Δεύτερον διότι τα τραγούδια της είναι λίγα και καλά, αισιόδοξα, αστεία, μελωδικά, νεανικά, τσαμπουκαλίδικα. Τρίτον διότι η γαλλική της προφορά είναι η πιο υπέροχη προφορά που έχω ακούσει ποτέ. Έχει τόσο τύπο, τόσο χαρακτήρα, τόσο μπρίο. Είναι ιδιαίτερη με τον δικό της τρόπο. Τέλος, διότι δεν φοβάται να πει αυτά που νιώθει. Αυθορμητισμός; Οπωσδήποτε. Σου θυμίζει κάποια;

Όπως και να έχει σήμερα είναι η μέρα σου. Ζήσε την όπως ζεις όλες σου τις μέρες- στο έπακρο, ακόμη κι αν περιλαμβάνει κλάματα.
*

Είναι μιάμιση στην Ελλάδα. Σε εκείνο το ταξιδιάρικο καφέ-μπαρ σε εκείνη την ταξιδιάρικη μικρή πόλη στην Ελλάδα κάποια το ξενυχτάει και το ρίχνει έξω με το νόμο (κυριολεκτικά). Ζεστή ατμόσφαιρα, κόκκινο κραγιόν, η σωστή δόση αλκοόλ, η σωστή μουσική,έρωτας, χαμηλός φωτισμός, φίλοι και χαμόγελα. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι καλύτερο. Εκτός φυσικά από τις Χριστουγεννιάτικες εξόδους μας.


Χρόνια πολλά μικρή!

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Those summer nights


Ταξίδι. Αυτό είναι αυτό το τραγούδι. Ταξίδι στην Κούβα, ταξίδι στο καλοκαίρι, ταξίδι στις ήρεμες διαδρομές της τρομπέτας, τους πλακόστρωτους δρόμους της κιθάρας. Ταξίδι στις αναμνήσεις. Ταξίδι σε άλλες εποχές, σε ζεστά βράδια, ταξίδι σε ένα κλαμπ κάπου στην Κούβα, και αν είσαι τυχερός στην είσοδο μιας πολυκατοικίας στην Ελλάδα, Ιούλιο μήνα. Δεν ευθύνομαι εγώ για τα όσα έρχονται στο μυαλό μου- αυτοί οι νοσταλγικοί ρυθμοί το κάνουν επίτηδες και το ξέρεις. Δεν φταίω εγώ που τα πάντα μου θυμίζουν εσένα- εσύ φταις που είσαι όπως είσαι, και το ξέρεις.

Ιούλιος μήνας λοιπόν. Ώρα... τι ώρα άραγε; Δεν έχω ιδέα, να σου πω την αλήθεια. Ποιός δίνει σημασία στην ώρα όταν περνάει ωραία; Ποιός δεν προσποιείται ότι ο χρόνος μένει στάσιμος, ότι οι δείκτες του ρολογιού δεν κινούνται, ότι το όμορφο παρόν θα επιμείνει μέχρι οι ίδιοι να το διώξουμε; Πάντως, η μέρα έχει αλλάξει. Εδώ και τρεις - τέσσερις ώρες. Η γειτονιά κοιμάται, με τα παράθυρά της ανοιχτά, αφήνοντας τη ζέστη να βγει και τα όνειρα να μπουν. Ο αέρας δεν φυσάει, πεισματάρικα αρνούμενος να ανακουφίσει όσους η ζέστη δεν αφήνει να κοιμηθούν. Από την άλλη υπάρχουν εκείνοι που δεν κοιμούνται, εκείνοι που απολαμβάνουν τις μαγικές καλοκαιρινές νύχτες της Θεσσαλονίκης περισσότερο από τα ξερά, καυτά πρωινά της. Αυτοί που γυρίζουν από ένα μαγαζί δίπλα στη θάλασσα, από ένα καράβι που παίζει ρέγκε, από μια μπυραρία που σου φέρνει λουκανικάκια να φας, από ποιός ξέρει που. Αυτοί που ζούνε τις νύχτες που είναι μαζί στο έπακρο και χρησιμοποιούν τον ύπνο τα πρωινά που δεν είναι μαζί ως την καλύτερη τεχνική για να περάσουν τη μέρα. Αυτοί οι δύο που απόψε συνέχεια γελάνε, που εδώ που τα λέμε συνέχεια γελάνε. Αυτοί που όλο το καλοκαίρι καίγονται και λιώνουν, όχι λόγω της υψηλής θερμοκρασίας, αλλά λόγω της τρέλας που τους δέρνει όταν είναι μαζί.

Υπάρχει καλύτερο soundtrack από το Chan Chan για τις πρώτες πρωινές ώρες μιας τόσο ζεστής μέρας του Ιουλίου; Υπάρχουν καλύτεροι άνθρωποι για να το χορέψουν από αυτούς τους δύο, που δεν τους νοιάζει αν τους κοιτάνε οι άλλοι, που ζούνε τις στιγμές τους στο έπακρο ακόμα κι όταν κάθονται, σκασμένοι από το φαγητό, σε έναν καναπέ;

Όχι, δεν υπάρχουν. Αυτό το ζευγαράκι βλέπεις έχει τον αυθορμητισμό στο αίμα του. Αυτό το ζευγαράκι ούτε σύνορα δεν γνωρίζει, ούτε προγράμματα, ούτε περιορισμούς. Η τύχη τους έχει κλείσει το μάτι από την πρώτη στιγμή, τους έχει ειρωνευτεί και τους έχει μεθύσει με απρόσμενα αποτελέσματα. Αυτοί οι δύο γνωρίστηκαν επειδή έκαναν αυτό που τους βγήκε, επειδή δεν κάθισαν να σκεφτούν, επειδή έζησαν τη στιγμή όπως ήθελαν.

Γελάνε και οι δύο. Η κουρτίνα των απέναντι συνεχίζει να μην κουνιέται με τον αέρα. Το τσιμέντο αντανακλά τη ζέστη της μέρας. Τα όνειρα, ελαφρά κι αέρινα περιφέρονται στον καλοκαιρινό αέρα, που μυρίζει νυχτολούλουδο και δροσιά από ποτισμένες γλάστρες (τα φυτά πρέπει να ποτίζονται μετά τη δύση του ηλίου). Κάποια προσγειώνονται στα κλειστά βλέφαρα των απέναντι, ενώ κάποια τρυπώνουν στο νούμερο 15 και τυλίγουν αυτούς τους δύο ξύπνιους.Το κινητό αναπαύεται με την οθόνη του προς τα κάτω, έτσι ώστε η ώρα να παραμένει ένα αδιευκρίνιστο μυστικό, έτσι ώστε να μην χρειαστεί να χωρίσουν για απόψε. Και οι σαράντα εκκλησιές κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου.

Το τραγούδι παίζει στο κινητό σου. Ακουμπισμένος στο πεζουλάκι μπροστά από το παράθυρο με τα κάγκελα γελάς, με κοιτάς, και αρχίζεις να χορεύεις. Αναπόφευκτα, σκάω κι εγώ ένα τεράστιο χαμόγελο. Το χέρι σου πάει γύρω από τη μέση μου, το δικό μου στον ώμο σου. Δεν μας νοιάζει τίποτα παρά μόνο η στιγμή. Chan chan. Έτσι απλά και όμορφα χορεύουμε εμείς.

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2009

Salad Bar


Super market= Σούπερ αγορά. Επειδή περιέχει τα πάντα, από άποψη όχι μόνο προϊόντων αλλά και πελατών.
Εξεταστική, και μάλιστα το χειρότερο είδος εξεταστικής: midterms. Εξετάσεις που δεν ξέρουν ούτε οι ίδιες τι είναι: πρόχειρα επαναληπτικά διαγωνίσματα με σκοπό την ανακεφαλαίωση ή επίσημη γεύση τελικών εξετάσεων με σημαντική επιρροή στο βαθμό μας; Και φυσικά, το αιώνιο άγχος της φοιτήτριας που το έχει στο αίμα της να είναι σπασικλάκι. Που η τελειομανία της ώρες- ώρες καταντά σπαστική, που τα παίρνει στο κρανίο άν δεν ξέρει κάτι, που δεν αποδέχεται την ήττα. Το αιώνιό μου άγχος.
Βιβλία ανοιχτά γύρω μου, Τα μεγαλύτερα προβλήματα στην ιστορία της Αυτοκρατορικής Ρωσίας, Ιστορία της Ρωσίας (παραδέχομαι πραγματικά τον κύριο που αποτόλμησε να την χωρέσει όλη σε 665 σελίδες -ναι το έψαξα), Βιολογική ψυχολογία, Τα άπαντα του Heiner Muller, Μήδεια, Λυσιστράτη. Θα νικήσω. Θα καταφέρω να μην πνιγώ στην απειλητική θάλασσα των σελίδων τους, θα καταφέρω να κολυμπήσω μέχρι τις 5 Νοεμβρίου στις 5:25. Δηλαδή μέχρι αύριο.
Κύριος αντίπαλός μου την παρούσα στιγμή η ιστορία της Αυτοκρατορικής Ρωσίας. Χαμένη ολημερίς στο πιο βαρετό άρθρο του αιώνα (κοιμήθηκα 3 φορές ενώ έσερνα τα μάτια μου κατά μήκος των 80 σελίδων του), απελπιστικά αγχωμένη και έχοντας πλήρη συνείδηση πλέον της απειροελάχιστης γνώσης μου προσπαθώ να καταλάβω πώς λειτουργεί επιτέλους αυτό το Αμερικάνικο σύστημα, τι πρέπει να ξέρω για τις εξετάσεις, πόσο απέξω τέλος πάντων είναι αρκετό. Λέξεις, λέξεις, λέξεις. Γράμματα κολυμπάνε μπροστά στα μάτια, διαγράμματα και προτάσεις στολισμένες με το πορτοκαλί υπογραμμιστικό μου επισημαίνουν τον εαυτό τους. Το κεφάλι καζάνι, το άγχος στο φουλ, και το στομάχι άδειο.
Αυθεντική μου κοκκινομάλλα, ας μην μπορέσεις ποτέ να διαβάσεις αυτές τις γραμμές, σε παραδέχομαι, είσαι ιδιοφυία. Ρίχνεις την ιδέα για την βολτίτσα μέχρι το supermarket με τις τέλειες σαλάτες ακριβώς τη στιγμή που νιώθω το στομάχι μου να γουργουρίζει. Παράλληλα, ο πονοκέφαλος γίνεται τόσο έντονος που η ανάγκη για διάλειμμα γίνεται επιτακτική. Μονάχα το μυρωδάτο καυσαέριο της Broadway μπορεί πλέον να μου καλμάρει τα νεύρα. Χασκογελώντας, γιατί έχουμε την ίδια ανάγκη να ξεσκάσουμε, και γιατί η συγκατοίκηση μας πάει, χοροπηδάμε κατεβαίνοντας τους 8 ορόφους μας, κι ας μας βαραίνουν τα κεφάλια μας, τα γεμάτα με τις καινούργιες γνώσεις που προσπαθούμε εδώ και τόση ώρα να χωρέσουμε εκεί μέσα.
Το Αμερικάνικο supermarket. Εμπειρία που πρέπει να τη ζήσεις για να την καταλάβεις, το όνειρο του καταναλωτή, του καλοφαγά, ο εφιάλτης του ανθρώπου του οποίου η προσοχή αποσπάται εύκολα. Αλλά τώρα θα μου πεις, η Νέα Υόρκη η ίδια είναι όλα αυτά. Μικρόκοσμος αυτής της απίστευτης πόλης λοιπόν το supermarket. Και εξηγώ: "χίλια χρώματα, φώτα και αρώματα", που τραγούδησαν και τα Ξύλινα Σπαθιά.
Τα φρούτα. Κόκκινο του αίματος, κίτρινο του φθινοπώρου, πράσινο του γρασιδιού, ηλιόλουστο πορτοκαλί, το φουξ του Πάτρικ του αστερία από τον Μπομπ Σφουγγαράκη (δεν κρατήθηκα). Καρπούζι, φράουλες, πεπόνι, μάνγκο, ανανάς, παπάγια, κι ας είναι Νοέμβριος. Μια τέτοια πόλη μπορεί να έχει ό,τι θέλει, γι'αυτήν τα σύνορα των εποχών και των ηπείρων είναι αμελητέα. Τα τυριά. Γαλλικό καμαμπέρ και μπρι (το αγαπημένο μου, δηλώνω ένοχη), ιταλική παρμεζάνα, μοτσαρέλα και ιταλικό ρικότα, χιλιάδες άλλες ποικιλίες τα ονόματα των οποίων δεν γνωρίζω καν, και φυσικά η αιώνια, η λευκή, η ακαταμάχητη ΦΕΤΑ! Αραδιασμένα όλα στα ράφια του ψυγείου, ακαταμάχητα μέσα στο πλαστικό τους περιτύλιγμα, μια ακόμη απόδειξη του πόσο μοναδική στο είδος της είναι η πόλη αυτή, πόσο γεμάτη, πόσο χρωματιστή, πόσο ιντερνάσιοναλ, πόσο γευστική. Τα γλυκά, ξινά, ξερά, φρουτώδη κρασιά με το ζαλιστικό άρωμα και το διάφανο και πλούσιο βυσσινί τους χρώμα, τα γλυκά, σοκολατένιες τούρτες, τάρτες φρούτων, σοκολάτες σε χρυσό περιτύλιγμα, ακόμα και οι κλασσικές σοκολάτες Κίντερ με το χαμογελαστό παιδάκι. Η μυρωδιά του φρέσκου αφράτου και μαλακού ψωμιού, το ψωμί σε φέτες, το ψωμάκι, το πολύσπορο, το ολικής αλέσεως.
Η αυθεντική μου κοκκινομάλλα κι εγώ έχουμε να φάμε αληθινό φαΐ εδώ και αρκετές μέρες. Οι πεινασμένες, πλάγιες ματιές που ρίχνουμε στα προϊόντα που μας περιτριγυρίζουν είναι απόλυτα δικαιολογημένες. Φουριόζες, τρέχουμε και οι δύο στο salad bar, γιατί όσο κι αν δεν το περίμενα όταν με έπρηζε η μαμάκα μου, τα φρέσκα λαχανικά μου έχουν λείψει.
Food for thought (τόσο εύστοχη αυτή η φράση) το salad bar. Περιμένοντας μου είναι αδύνατο να μην κρυφακούω τις παραγγελίες των άλλων. Το τι βάζουν οι άνθρωποι στις σαλάτες τους είναι απίστευτο. "Συχνά φοβάμαι μήπως οι άλλοι με σχολιάσουν βασισμένοι στα συστατικά της σαλάτας μου" λέει ο κ.Νότος. Και έχει τόσο δίκιο: από ανανά μέχρι φέτα με αβοκάντο, από ασιατική σάλτσα και παντζάρια μέχρι πικάντικο κοτόπουλο, καλαμπόκι, ντομάτα και κρουτόν (εγώ). Περιμένοντας στην ουρά, μου έρχεται μια σκέψη: τόσοι διαφορετικοί συνδυασμοί, τόσα συστατικά, τόσες γεύσεις, τόσοι άνθρωποι.
Ένα salad bar είναι η πόλη. Τόσες διαφορετικές σαλάτες, τόσοι διαφορετικά άτομα. Λίγο καλαμπόκι στη μία, πολύ στην άλλη, ξινή η μία, αλμυρή η άλλη. Τρελοί συνδυασμοί, τρελοί άνθρωποι. Εξωτικές, πικάντικες, πικρές γεύσεις, που ταιριάζουν σε κάποιον αλλά αηδιάζουν τον άλλο. Και τόσες, μα τόσες πιθανότητες.
Λατρεύω τους δρόμους αυτής της πόλης, τους γεμάτους ζωή κι ενέργεια, τους γεμάτους φρικιά, κουστουμάτους, μαμάδες, παιδάκια, ηλικιωμένους, ζητιάνους, γιατρούς με την γαλάζια μπλούζα ακόμη, τρελούς καθηγητές, ασιάτες, λευκούς, μαύρους, λατίνους, φοιτητές. Τόσο χρώμα, τόσες γεύσεις, τόση ζωή.
Κάτι τέτοιες ώρες μου έρχονται άνθρωποι σαν εσάς στο μυαλό. Άνθρωποι που είναι γεμάτοι τρέλα και κορδέλα για τη ζωή, που αγαπούν να βλέπουν διαφορετικούς ανθρώπους, που δίνουν χρώμα στη ζωή μου. Σας σκέφτομαι και τις δύο και το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό είναι χρώματα, άπειρα, παντού. Τόσα χρώματα στο salad bar, τόσα χρώματα στην πόλη αυτή, τόσα χρώματα οι κάτοικοί της. Όσοι άνθρωποι και σαλάτες, καθώς ο καθένας φτιάχνει τη δική του, που στους άλλους φαίνεται περίεργη, αηδιαστική, ή νόστιμη, ανάλογα.

"χίλια χρώματα, φώτα και αρώματα"




Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

New York/Haven

Αναρωτιέμαι γιατί τα τραίνα ήταν πάντα το αγαπημένο μου μεταφορικό μέσο. Έχω τάσεις φυγής, θα μου πεις. Και θα έχεις δίκιο εν μέρει. Αλλά όμως σε αυτή την περίπτωση γιατί δεν μου αρέσουν τα πλοία, γιατί δεν μου αρέσουν τα αεροπλάνα; Σίγουρα, τα γεμάτα κόσμο, κίνηση, ενέργεια και πολιτισμό αεροδρόμια είναι από τις εμπειρίες που πρέπει να ζήσεις για να καταλάβεις, αλλά το ντούκου- ντούκου της ρόδας πάνω στις ράγες του τραίνου, το ελαφρύ ταλάντεμα απ' άκρη σ'άκρη έχει μια μουσική, μια ποίηση που δεν έχω καταφέρει να βρω σε κανένα άλλο μεταφορικό μέσο.Επιπλέον, οι σταθμοί τραίνων είναι από τους πιο ενδιαφέροντες ενδιάμεσους σταθμούς για έναν ταξιδιώτη, και αυτό διότι περιέχουν κάθε λογής κόσμο, από τους τουρίστες με την ψηφιακή που κατακλύζουν τα φέρρυ μποτ μέχρι τους γκλαμουράτους μπίζνεσμεν με τα λάπτοπ και τις γραβάτες που συνήθως συναντάς σε αεροδρόμια και τις εκνευρισμένες προλετάριες μαμάδες με τα μωρά που ουρλιάζουν. Και φυσικά, την κουρασμένη αλλά ανυπόμονη Ελληνίδα φοιτήτρια με το macbook στον μωβ σάκο, το γαλάζιο φούτερ και τη διάθεση για Σαββόπουλο, γέλιο και κουτσομπολιό με έναν από τους αγαπημένους της ανθρώπους.
Έχοντας εκφράσει τη λατρεία μου για τα τραίνα θα πρέπει να πω ότι οι σταθμοί οι ίδιοι σπάνια είναι αξιόλογοι εάν αφαιρέσεις από μέσα τους τα μιλιούνια ανθρώπων, η παρατήρηση των οποίων είναι το χόμπι μου. Ο Νέος Σιδηροδρομικός Σταθμός της αγαπημένης Θεσσαλονίκης δεν αποτελεί εξαίρεση ούτε φυσικά και ο κατώτερός του, μικρότερος και ασχημότερος Σταθμός Λαρίσης. Τίποτα το αξιόλογο, μονάχα ένας σταθμός, που βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με το Αμερικανικό ιδεώδες της χρηστικότητας, που μας διδάσκει ότι κάτι πρέπει πρώτα να είναι χρήσιμο και μετά όμορφο. Γι' αυτό και το Grand Central Station αποτελεί τόσο μεγάλη έκπληξη. Επιβλητικό και όμορφο, αρχιτεκτονικά ενδιαφέρον και εξαίρετο δείγμα της art nouveau που όλοι λατρεύουμε, το μέρος δεν είναι ένας απλός σταθμός. Είναι μουσείο, είναι έργο τέχνης, είναι σταθμός όχι μονάχα τραίνων αλλά και ιστορίας. Και να σκεφτείς ότι ήθελαν να το κατεδαφίσουν κιόλας.
Στην αποβάθρα δεκαοχτώ αυτού του αριστουργηματικού σταθμού λοιπόν, η φοιτητριούλα της προηγούμενης παραγράφου διασχίζει την σταθμευμένη αμαξοστοιχία. Το βήμα της δισταχτικό και ταυτόχρονα γρήγορο, η ματιά της πετάγεται από θέση σε θέση, μήπως και καμιά από αυτές είναι ελεύθερη. Οι ώμοι της γέρνουν κάτω από το βάρος των δύο τσαντών που κουβαλά, οι οποίες είναι παραφορτωμένες με πράγματα που μάλλον δεν θα χρειαστεί. Αλλά δεν βαριέσαι. Αυτή υποσχέθηκε ότι θα φορέσει το γαλάζιο φούτερ στο αντίπαλο πανεπιστήμιο, και να μην τη λένε ..... αν δεν το κάνει. Η θέση βρίσκεται, και είναι ανησυχητικά στενή, στριμωγμένη ανάμεσα σε δύο αγνώστους. Η φοιτητριούλα όμως παίρνει χαρούμενη τη θέση της. Ταξιδεύει εντελώς μόνη, και ο προορισμός υπόσχεται πολλά.


Το τζάμι είναι γεμάτο με τα δάκρυα της βροχής της "Νέας Αγγλίας". Το σκηνικό που ξετυλίγεται γύρω της καθώς το τραίνο πλησιάζει τον προορισμό του είναι ολοένα και περισσότερο σαν και αυτό που της είχε περιγράψει πριν τέσσερα χρόνια ένα άλλο κορίτσι. Πριν τέσσερα χρόνια, όταν οι δύο φίλες μόλις είχαν ξαναβρεί η μία την άλλη έπειτα από ένα διάστημα τριών χρόνων, και είχαν περάσει ένα ολόκληρο βράδι συζητώντας για τα κοινά τους όνειρα.
Ποιός να το φανταζόταν! Τα τέσσερα χρόνια πέρασαν, τα όνειρα πραγματοποιήθηκαν. Εκείνη η συνάντηση ήταν καθοριστική, οι φίλες δεν ξαναχάθηκαν. Το σημαντικότερο: ούτε θα ξαναχαθούν, ακόμα και όταν πρόκειται για αυτήν την απρόσωπη και κλειστή χώρα. Γιατί;
Γιατί κάποιοι άνθρωποι απλά δεν χάνονται, τι να κάνουμε. Γιατί οι δύο φίλες μοιάζουν υπερβολικά η μία στην άλλη. Μοιάζουν τόσο υπερβολικά, που κατάφεραν να παίξουν στο θέατρο δύο διαφορετικές εκδοχές του ίδιου ανθρώπου. Και να βγουν δεύτερες σε έναν Πανελλήνιο διαγωνισμό. Γιατί υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που αξίζουν και που θα είναι για πάντα ο ένας στη ζωή του άλλου, άσχετα αν το φανερώνουν σπάνια. Γιατί το συναίσθημα που η γνωστή φοιτητριούλα νιώθει όταν βγαίνει από το τραίνο και βλέπει την φίλη της να την περιμένει, το συναίσθημα καθώς αγκαλιάζονται και αρχίζουν να γελάνε, είναι σαν να γύρισε σπίτι της, κι ας βρίσκονται και οι δύο χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τα σπίτια τους. Γιατί όταν το βράδι βγαίνουν έξω και ουρλιάζουν "Η Αμερική είναι άθλια" στα Ελληνικά μπροστά σε τουλάχιστον 300 Αμερικάνους το υστερικό γέλιο τους ακούγεται μέχρι το Stamford, Connecticut. Γιατί αργότερα μπορούν να δημιουργήσουν το δικό τους πάρτυ με Minute Maid Lemonade, Αγγελάκα και Σαββόπουλο. Γιατί όσο καιρό κι αν κάνω να σε δω δεν θα σταματήσω ποτέ να έχω άπειρα να σου πω. Και εσύ δεν θα σταματήσεις ποτέ να είσαι φίλη μου.
Γιατί... we always find something, eh Didi, to give us the impression we exist?

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Επισήμανση.

Είμαι κρυμμένη κάπου στην Butler, στο αγαπημένο μου πλέον μέρος για ατελείωτο λιώσιμο πάνω από σελίδες βιβλίων και τετραδίων. Το καινούργιο μου καταφύγιο, του οποίου την ακριβή τοποθεσία δεν θα αποκαλύψω, είναι ένα μπαλκονάκι στον ημιόροφο μιάς αίθουσας όπου όλα είναι φτιαγμένα από ξύλο, ξέρεις, εκείνο το σοβαρό, το παλιό, που μόνο σε πανεπιστήμια σαν και αυτό υπάρχει. Οι τόμοι γύρω μου, επίσης μόνο σε πανεπιστήμια σαν και αυτό υπάρχουν (Book Review Digest, 1905-1974). Οι άνθρωποι γύρω μου, επίσης.

Περιτριγυρίζομαι από βιβλία. Ατελείωτα, παλιά, όμορφα. Κάτω βιβλία, πάνω βιβλία, δίπλα βιβλία. Μόνο στις σκάλες λείπουν τα βιβλία. Εκείνες τις σκάλες, όπου μπορείς να δεις τον Dwight Eisenhower να σου κλείνει το μάτι (ήταν πρύτανής μας πριν γίνει πρόεδρος, βλέπεις. Και μέχρι να αποκτήσουμε και απόφοιτο πρόεδρο αυτό ήταν πολύ σημαντικό).

Εδώ επικρατεί πάντα ησυχία, ευλαβική σχεδόν, τέτοια που σε κάνει να σκέφτεσαι γιόγκι των οποίων η ατσάλινη συγκέντρωση δεν σπάει ποτέ. Που αν σπάσει βρίσκουν το θάνατο πάνω στο κρεββάτι τους από καρφιά. Το κλικ κλικ των πλήκτρων του λαπτοπ, το χριτς-χρατς των σελίδων που γυρίζουν. Η μυρωδιά του καφέ μου. Το περιστασιακό κλιπ κλοπ των τακουνιών κάποιας κοπέλας, αν και αυτό το τελευταίο είναι είδος προς εξαφάνιση, διότι τα τακούνια δεν περιλαμβάνονται στην ενδυμασία βιβλιοθήκης (φούτερ, φόρμα/τζιν, γυαλιά, παπούτσια που βγαίνουν εύκολα ή μπότες μέχρι το γόνατο). Λατρεύω αυτή την ατμόσφαιρα, μέσα στην οποία η γνώση γίνεται κάτι το ιερό, κάτι που όλοι προσκυνάμε και προσπαθούμε να ακουμπήσουμε στο ελάχιστο (κανείς ποτέ δεν έχει πλησιάσει περισσότερο).

Ναι, είμαι φυτό. Και μου αρέσει που είμαι εδώ. Και ξέρετε τι μου αρέσει περισσότερο; Μου αρέσει που είμαι εδώ από μόνη μου, που μπορώ να μείνω όσο θέλω, δουλεύοντας την εργασία που κατάφερα να κάνω ενδιαφέρουσα, που μέσα σε 25 στίχους Ιλιάδας βρήκα τόσα πολλά, που αυτό το λαπτοπ είναι δικό μου, που το κλικ κλικ των πλήκτρων μου δείχνει ότι είμαι παραγωγική, που η βιβλιοθήκη δεν κλείνει ποτέ, που δεν θα είμαι ποτέ μόνη εδώ μέσα γιατί ποτέ δεν αδειάζει, που ώρες- ώρες νοιώθω το μυαλό να επεκτείνεται. Γιατί ώρες- ώρες είσαι αντιμέτωπος μονάχα με τον εαυτό σου. One on one. Και το στοίχημα πρέπει να το κερδίσεις τελείως μόνος σου.

Όσο πιο πολύ προχωράω νιώθω τη λογοτεχνία να με τραβάει σαν μαγνήτης μακριά από την ιστορία. One on one η λογοτεχνία, εσύ και το κείμενο. Εσύ και οι λέξεις. Το βασίλειο των λέξεων, που η μουσική τους αντηχεί παντού μέσα στην Butler, όπως τα βήματα στο μαρμάρινο πάτωμα.

Είμαι εδώ γιατί το ήθελα. Είναι μία παρα είκοσι, αλλά θέλω και μένω εδώ, γιατί αυτή η εργασία ΘΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ΑΠΟΨΕ (δεν έχω και πολλά περιθώρια). Πριν δύο εβδομάδες, έκατσα εδώ 4,5 ώρες. Και χάθηκα στις σελίδες ενός βιβλίου ψυχολογίας, και ούτε κατάλαβα ότι πέρασαν. Γιατί εδώ ο χρόνος σταματά, και μπορείς ή να τον κάνεις fast forward είτε rewind. Γιατί το αντικείμενο είναι η γνώση, και η γνώση έρχεται από τα βιβλία, και τα βιβλία μπορούν να κάνουν τα πάντα.



Και η βιβλιοθήκη δεν κλείνει ποτέ.






Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2009

Σπάρτη/ Αθήνα, 500 π.χ.


Τον 5ο αιώνα π.χ. όπως ίσως/μάλλον ξέρετε, οι δύο μεγάλες δυνάμεις στον Ελληνικό χώρο ήταν η
Σπάρτη και η Αθήνα. Η Αθήνα εκείνη την περίοδο βρισκόταν σε πολιτιστική άνθηση, με τέχνες, αρχιτεκτονική, φιλοσοφία σε πρώτο πλάνο. Αντίθετα, οι Σπαρτιάτες ζούσαν με ατσάλινη πειθαρχία, μια ζωή
απλή, σκληρή και στρατιωτική, σε αντιδιαστολή με την πολύχρωμη, συχνά ¨ανήθικη" για τα δικά τους δεδομένα Αθηναϊκή. Η Σπαρτιατική κοινωνία ήταν ιδιαίτερα κλειστή. Για
τους κατοίκους αυτής της πόλης- κράτους ήταν αυστηρά απαγορευμένο να ταξιδεύουν, όπως επίσης απαγορευμένο ήταν στους "ξένους" να επισκέπτονται τη Σπάρτη. Έτσι λοιπόν ζούσαν οι κάτοικοι της παράξενης αυτής πόλης, τελείως αποκομμένοι από τον άλλο, τον πολύχρωμο τρόπο ζωής, θεωρώντας αυτονόητο ότι ο δικός τους τρόπος ήταν καλύτερος αποκλειστικά και μόνο γιατί δεν είχαν ιδέα περί του τι έχαναν. Έζησαν χωρίς να ξέρουν, υποτιμώντας τους Αθηναίους μέσα στην άγνοιά τους, και δεν μπόρεσαν έτσι να αφήσουν πίσω τους τίποτα όμορφο όσο ο Παρθενώνας, τίποτα αριστοτεχνικά δουλεμένο όσο οι τραγωδίες του Αισχύλου, του Σοφοκλή ή του Ευριππίδη.

Το λέει και ο Περικλής στον "Επιτάφιο" του Θουκυδίδη:

'Διαφέρομεν δὲ καὶ ταῖς τῶν πολεμικῶν μελέταις τῶν ἐναντίων τοῖσδε. τήν τε γὰρ πόλιν κοινὴν παρέχομεν, καὶ οὐκ ἔστιν ὅτε ξενηλασίαις ἀπείργομέν τινα ἢ μαθήματος ἢ θεάματος, ὃ μὴ κρυφθὲν ἄν τις τῶν πολεμίων ἰδὼν ὠφεληθείη, πιστεύοντες οὐ ταῖς παρασκευαῖς τὸ πλέον καὶ ἀπάταις ἢ τῷ ἀφ' ἡμῶν αὐτῶν ἐς τὰ ἔργα εὐψύχῳ· καὶ ἐν ταῖς παιδείαις οἱ μὲν ἐπιπόνῳ ἀσκήσει εὐθὺς νέοι ὄντες τὸ ἀνδρεῖον μετέρχονται, ἡμεῖς δὲ ἀνειμένως διαιτώμενοι οὐδὲν ἧσσον ἐπὶ τοὺς ἰσοπαλεῖς κινδύνους χωροῦμεν. τεκμήριον δέ· οὔτε γὰρ Λακεδαιμόνιοι καθ' ἑαυτούς, μεθ' ἁπάντων δὲ ἐς τὴν γῆν ἡμῶν στρατεύουσι, τήν τε τῶν πέλας αὐτοὶ ἐπελθόντες οὐ χαλεπῶς ἐν τῇ ἀλλοτρίᾳ τοὺς περὶ τῶν οἰκείων ἀμυνομένους μαχόμενοι τὰ πλείω κρατοῦμεν. '


'Είμαστε διαφορετικοί από τους αντιπάλους μας και στην πολεμική εκπαίδευση στα εξής: Και την πόλη μας την έχουμε ανοιχτή σε όλους και σε καμιά περίπτωση κανένα δεν εμποδίζουμε, με απελάσεις ξένων, από του να δει ή να μάθει κάτι που, αν δεν το κρύβαμε και το έβλεπε κάποιος απ' τους εχθρούς, θα μπορούσε να ωφεληθεί, επειδή έχουμε πεποίθηση όχι περισσότερο στις προετοιμασίες και στα τεχνάσματα, όσο στην ευψυχία μας την ώρα της μάχης. και στο εκπαιδευτικό τους σύστημα, εκείνοι με εξαντλητική άσκηση από την παιδική τους ηλικία επιδιώκουν να γίνουν ανδρείοι. Αντίθετα εμείς, αν και ζούμε άνετα, προχωρούμε με όχι κατώτερο φρόνημα σε κινδύνους το ίδιο μεγάλους. Και να η απόδειξη : Ό ι Λακεδαιμόνιοι δεν εκστρατεύουν στη χώρα μας μόνο με τη δική τους δύναμη, αλλά με όλους τους συμμάχους τους, ενώ εμείς κάθε φορά που εισβάλλουμε στη χώρα των άλλων μόνοι μας, νικούμε χωρίς δυσκολία στη μάχη τις πιο πολλές φορές, στην ξένη χώρα, εκείνους που αμύνονται για τη σωτηρία της χώρας τους.'


Εδώ τελειώνουν τα όσα έχω να πω. Τα υπόλοιπα τα λέει ο Σπάιρους, σε αυτό το σχόλιο που μου άρεσε τόσο που θεώρησα ότι του αξίζει ένα δικό του post, και όχι να χάνεται κάτω από ένα ίσως κατώτερό του. Σπάιρους, τα είπες πολύ καλύτερα από ότι θα μπορούσα να έχω κάνει εγώ.

Τι σχέση έχουν οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες; Ο έχων νουν νοείτο!



Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που σε έχω πραγματικά ανάγκη... Που μου λείπεις τόσο που κολλάει το μυαλό, χάνεται η διάθεση και το μόνο που ψάχνω είναι ένας τρόπος να σε νιώσω. Να σε νιώσω ξανά κοντά μου...Ότι σε κοιτάω και σου μιλάω...ακόμα ψάχνω να βρω κάτι για υποκατάστατο...για να καταπολεμήσω τον εθισμό μου, που ποτέ δεν ήθελα και δεν θέλω να ξεπεράσω! Σοφοί James...Αλλά δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο...Μόνο εσύ είσαι εσύ! Τίποτα δεν έχει έστω και λίγο από σένα. 2 εδώ, 7 εκεί...αλλά πού όρεξη για ύπνος...? Η ίδια υπνηλία με αυτήν που έχω όταν ξαπλώνω πλάι σου. Το μόνο που με τραβάει στο κρεβάτι τώρα είναι το όνειρο που με περιμένει, που και εκεί είσαι πρωταγωνίστρια...
"Τι νόημα έχει όλο αυτό...?" Με ρώτησαν σήμερα...Τι να απαντήσω? Τι να πρωτοπώ? Αν δεν έχει νόημα να κυνηγάς την ευτυχία σου τι έχει νόημα? Αν δεν έχει νόημα να κάνεις αυτό που αισθάνεσαι ή να προσπαθείς γι'αυτό, τι έχει? Δεν απάντησα. Απλά χαμογέλασα... Δεν θα με καταλάβαινε... Δικαιολογημένο όμως το παίδι. Ούτε σε έχει δει ούτε με ξέρει και καλά...Με έκανε να νιώσω όμως το γνωστό συναίσθημα και να ξαναπώ από μέσα μου..."Τι κρίμα που δεν μπορείς να καταλάβεις...αλλά δεν πειράζει, θα βρεις και εσύ την Μυρσίνη σου!!" Είναι ο Σπαρτίατης και είμαι ο Αθηναίος...Με καταλαβαίνεις...
Αλλά νομίζω είπα αρκετά...Δεν είναι και δικό μου το blog... "Και για πες", "τραγικά", "έλεος".... Μου λείπεις. Σ'αγαπώ... πολύ... πιο πολύ...


Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Βίοι Παράλληλοι

Οι καινούργιες μας ζωές Αγελάδα μου, έχουν την ίδια εφαπτομένη: αλλαγή. Σε όλους τους τομείς. Αλλαγή ψυχική και πνευματική, αλλαγή συναισθηματική, αλλαγή περιβάλλοντος, καταστάσεων, ασχολίας. Δεν πάει να βρισκόμαστε σε διαφορετικές πλευρές του Ατλαντικού, kατά βάθος ζούμε βίους παράλληλους.

Θυμάμαι τις τελευταίες μέρες στη γνώριμη, την αγαπημένη "μούσα του Βορρά". Την αδυναμία να πιστέψω ότι έφευγα. Την αίσθηση ότι αυτή η πόλη είχε ακόμη να μου δώσει πράγματα. Παράλληλα την αδυμονία για την άλλη που δεν μου είχε δώσει ακόμα τίποτα, που δεν ήξερα τους δρόμους της σαν την παλάμη του χεριού μου, που το γεωγραφικό κέντρο της -Midtown- μπορεί να είναι κάπου κοντά στους 40 δρόμους με 50 κάτι, αλλά που το να πεις ότι το κέντρο περιορίζεται εκεί είναι σχεδόν εγκληματικό.

Πριν μια-δυο βδομάδες έτυχε να περπατήσω για πρώτη φορά την Times Square σε μεταμεσονύκτια ώρα. Πώς να σε κάνω να την δεις... Εξωπραγματικό μέρος, σκηνικό από ταινία. Δεν είμαι σίγουρη αν στην τελική μου άρεσε, αλλά σίγουρα με σόκαρε και με άφησε άφωνη, εντυπωσιασμένη. Φως. Κίτρινο, λευκό, κόκκινο, μπλε, πράσινο, ροζ. Φως παντού. Τόσο πολύ που ο ουρανός από πάνω του είναι μονίμως πορτοκαλί, ο ουρανός του λυκόφωτος. Εκεί, είναι πάντα μέρα. Να γιατί η πόλη αυτή δεν κοιμάται ποτέ: γιατί εδώ δεν νυχτώνει ποτέ.

Πώς να μην την ερωτευτείς αυτή την πόλη; Η Νεοϋορκέζικη εξίσωση: κάθε βήμα= δέκα εσπρέσσο= δύο βιβλία. Κάθε μέρα μαθαίνεις απ'αυτήν, και κάθε μέρα σε γεμίζει ενέργεια και σου δίχνει κάτι που δεν έχεις ξαναδεί ποτέ. Όσα χρόνια κι αν περάσεις εδώ, δεν θα την δεις ποτέ όλη.

Θα σου έλεγα να περπατήσεις την πόλη σου, μα ξέρω ότι δεν χρειάζεται να σου το πω εγώ. Η δικιά μου είναι μεγαθήριο, η δικιά σου όμως είναι φιλική, έχω πάει. Και σου ταιριάζει γάντι. Λάθος, τα πάντα σου ταιριάζουν εσένα, όπου κι αν σε βάλουν θα μπορέσεις να κάνεις το άσπρο και το γκρι στο χρώμα που εσύ θέλεις, σε πορτοκαλί, ή μώβ, ή λαχανί. Θα μπορέσεις να κάνεις φίλους, να είσαι χαρούμενη.

Νομίζω ότι προσπαθώ να σου πω να μην φοβηθείς την αλλαγή. Καθόλου, ούτε για μια στιγμή να μην τη φοβηθείς. Ξέρω ότι τώρα ίσως να μην σε απασχολεί αλλά φρόντισε να μην σε απασχολήσει ούτε για ένα λεπτό. Το πριν βρίσκεται κάποια (ή και πολλά) χιλιόμετρα μακριά, και μας περιμένει, έτοιμο να επανενταχθεί στο καινούργιο μας τώρα. Αλλά το παρόν μας και το μέλλον μας πρέπει να το δημιουργήσουμε μόνες μας, χωρίς την βοήθεια του παρελθόντος μας. Και εμείς θα τα καταφέρουμε, γιατί έτσι είμαστε: δημιουργοί. Βίοι παράλληλοι κούκλα μου, και οι δύο μας το ίδιο κάνουμε: παίρνουμε ότι μας δίνεται και το αξιοποιούμε στο μέγιστο.

Για να αγαπήσεις μια πόλη, πρέπει να ταυτιστείς μαζί της, να δεις κάτι από τον εαυτό σου στους δρόμους της. Είναι 2:57 το πρωί, και ξενυχτάω. Στα παράθυρα που βλέπω από εδώ, ξεχωρίζω τουλάχιστον 30 αναμμένα. Η Νέα Υόρκη ξαγρυπνάει μαζί μου.

First we take Manhattan, then we take Volos

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2009

All there's to love/Only love



Black Milk- Massive Attack

You're, Lord, my heater
I'm, Lord, your food
Love you for Good
Love you for the Mother

Eat me
In the space

With it, my heart

Love you for Good

Love you for the Mother


My odd floating

Early or not at all


It, most level
Star-kissed chapel
Love you for Good

Oh I love you for the Mother


All's there to love

Only love


*****************

Black Milk- Massive Attack


You're not my eater
I'm not your food
Love you for God
Love you for the Mother

Eat me
In the space
Within my heart
Love you for God
Love you for the Mother

Mother fountain
Or live or not at all

The most level
Sunken chapel
Love you for God
Love you for the Mother

All's there to love
Only love

Τα λόγια της Liz Fraser πάντα με μπέρδευαν και με τρέλαιναν, λόγω της αδυναμίας μου να εντοπίσω το μυστικό τους. Δεν της φτάνει απλά να γράφει παράξενους, περίπλοκους στίχους, αλλά τους τραγουδάει αέρινα, fluidly που λένε εδώ, αρνούμενη να αρθρώσει καθαρά τις λέξεις της. Το αποτέλεσμα φαίνεται παραπάνω: όχι μόνο πολλαπλές ερμηνείες των τραγουδιών, αλλά και πολλές διαφορετικές εκδοχές των στίχων, τόσο διαφορετικές η μία από την άλλη ώστε να αλλάζει τελείως το νόημα του τραγουδιού. Τώρα πρόσφατα το πήρα χαμπάρι: η κοπέλα είναι πανέξυπνη. Σε αναγκάζει να δώσεις την ερμηνεία μόνος/η σου. Η Liz γράφει, εσύ ακούς τα όσα σου λέει και καταλαβαίνεις το ειδικά προσαρμοσμένο σε σένα μήνυμα. Και τι με νοιάζει εμένα που οι Massive Attack σχετίζονται συχνά με ναρκωτικά; Εγώ ακούω το Black Milk, που από την πρώτη στιγμή λάτρεψα, και σκέφτομαι το δικό μου ναρκωτικό. Εσένα.

Από τις δύο εκδοχές που βρήκα στο internet, και σίγουρα υπάρχουν κι άλλες, προτιμώ την πρώτη. Κι αυτό γιατί η αγάπη που περιγράφεται εκεί είναι πιο ολοκληρωτική. Σου παραδίδομαι τόσο ολοκληρωτικά που γίνομαι η τροφή σου. Κι εσύ μου ζεσταίνεις ψυχή και σώμα.

Ότι κι αν σου πω, δεν είναι ποτέ αρκετό. Ότι κι αν κάνω, είναι λίγο. Γι' αυτό και τώρα, δεν θα πω τίποτα. Θα ακούσω μόνο τα όσα έχει να μου πει η Liz.

ΥΓ: Η μόνη στροφή που παραμένει ολόιδια;
"All there's to love
Only love"

τυχαίο;


Η μπαλαρίνα



...Degas...

Ξέρω μόνο δύο άτομα για τα οποία η λέξη αυτή σημαίνει τόσα πράγματα. Χρειάζεται να πώ ποιά είναι; Πιστεύω όχι. Έτσι και με τις σκέψεις μου καθώς την κοιτάζω. Δεν χρειάζεται να τις αναλύσω γιατί τις ξέρεις ήδη. Γιατί με ξέρεις ήδη. Καλύτερα απ'όλους.




Το μουσείο. ΤΟ μουσείο. Επιβλητικό εντυπωσιακό, μοναδικό. Δημιουργημένο με πρότυπο μια κουλτούρα που δεν υπάρχει πια, μια αρχιτεκτονική που μου είναι υπέροχα οικεία, που με γεμίζει ζεστασιά και με γυρίζει σπίτι. Ανεβαίνω τα σκαλιά γεμάτη ανυπομονησία, ξέροντας (;) τι με περιμένει. Το δωμάτιο στο οποίο πηγαίνω βρίσκεται στον πρώτο όροφο, κάπου στα αριστερά. Ο δρόμος είναι δύσκολος, είναι γεμάτος παγίδες για τα μάτια και την προσοχή μου. Matisse, Monet, Manet, Chagal. Van Gogh. Αυτός ο τελευταίος κύριος, όντας η αδυναμία μου, καταφέρνει να με πιάσει στο πολύχρωμο ιμπρεσσιονιστικό δίχτυ του για πολύ ώρα, ακινητοποιώντας με, κάνοντάς με να χάσω κάθε επιθυμία να ξεφύγω. Μέχρι που η ματιά μου ξεστρατίζει προς το απέναντι δωμάτιο.

Εκείνη στέκεται στο κέντρο. Ασκήσεις στο κέντρο. Το πόδι μπροστά, σε πεισματάρικη τέταρτη ποσισιόν. Τα χέρια της είναι αποφασιστικά πιασμένα πίσω από την πλάτη, σε μια αυταρχική άρνηση να τα βάλει στην prepartoire, στην πρώτη, τη δεύτερη, την τρίτη, ή οποιαδήποτε άλλη. Μια αληθινή σατέν πολύτιμη κορδέλα είναι δεμένη στην μπρούτζινη κοτσίδα της, το μόνο κομμάτι της που δεν είναι νευρικά τεντωμένο. Το τούλινο φορεμά της σε φθαρμένο ροζ είναι το κοστούμι που και οι δύο μας ονειρευόμασταν κάποτε, που αντικαταστάθηκε στις μέρες μας από το βαρετό μαύρο κορμάκι. Το κεφάλι είναι υψωμένο περήφανα, με μια σιγουριά, και αυτοπεποίθηση που μόνο οι μπαλαρίνες έχουν. Με μια χάρη που είναι για λίγες, τις λίγες που μικρές- μικρές ρίχνουν τον εαυτό τους στα βάσανα. Εσένα κι εμένα.

Την κοιτάζω πάνω από 15'. Ο ένας λόγος είναι ότι μου φαίνεται απίστευτο ότι επιτέλους την βλέπω, την αληθινή, την πρωτότυπη, αυτή που τα ίδια του τα χέρια σμίλεψαν. Ο άλλος λόγος είναι ότι μου θυμίζει εσένα, φυσικά, σε απίστευτο βαθμό. Η περηφάνια, το πείσμα της μπαλαρίνας. Τα έχεις αυτά, κι ας νομίζεις το αντίθετο. Η τσαχπινιά της μπαλαρίνας, που την έχεις κι αυτήν.

Ατελείωτες ώρες αφιερωμένες στο κέντρο, στις ασκήσεις, στα battements tendus και στις port-de-bras. Στο να θαυμάζουμε τον Degas. Στο να κουτσομπολεύουμε, να γελάμε, να πηγαίνουμε για παγωτό στον Μάκη, στο να είμαστε μαζί. Το πείσμα του τεντωμένου ποδιού, το πείσμα με το οποίο δεν χανόμαστε, όσο μακριά κι αν είμαστε, όσο μακριά κι αν πάω. Γιατί έχουμε υπερβολικά πολλά που δημιουργούν μαγνητικό πεδίο μεταξύ μας, που μας τραβάνε όλο και πιο κοντά. Γιατί δεν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που να με ξέρουν τόσο ολοκληρωτικά ώστε να συμπυκνώνουμε σε ένα βλέμμα μια ολόκληρη συζήτηση.

Μην αλλάξεις ποτέ. Έχεις το κοριτσίστικο πείσμα της, την τσαχπινιά της, την χάρη της, αλλά δεν είσαι μπρούτζινη, είσαι αληθινή, γεμάτη τρέλα, κορδέλα και αγάπη. Και είσαι και το boo μου, αν και φυσικά δεν χρειαζόταν να το πω, γιατί είχες καταλάβει ότι τόση ώρα μιλάω για σένα.





Στον τοίχο πίσω της κρέμεται ο πίνακας που είναι τυπωμένος πάνω στην τσάντα που σου είχα πάρει πριν δύο χρόνια.

'Ολα αυτά τα γράφω στο αγαπημένο σου τετράδιο, που οι δύο πρώτες του σελίδες είναι γεμάτες με τα γράμματά σου.

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

Περί αγάπης


Πέμπτη βράδι, ώρα 1:30 (;). 'Ωρα πρωινή. Ώρα αμελητέα. Τουλάχιστον για τα 5 παιδιά που κάθονται στα σκαλιά της Low. Γι' αυτούς, η ώρα είναι κάτι το ασήμαντο, κάτι το αμελητέο, που υποτάσσεται στην ανθρώπινη ανάγκη για συζήτηση, για αναζήτηση, για γνωριμία, για ειλικρινή περιέργεια. Και αυτά τα σκαλιά της Low είναι το τέλειο μέρος. Γιατί... όταν βλέπεις αυτό, πώς να μην πάει κατευθείαν ο νους σου στις μεγάλες ιδέες;

Το πιο όμορφο πράγμα που λέει κάποιος εκείνη τη βραδιά δεν το λέω εγώ. Έτσι όπως πρέπει. Και σκέφτομαι ότι γι'αυτό είμαι εδώ, για να θαυμάζω τα προϊόντα της σκέψης των άλλων και όχι της δικής μου.

"You don't only use the word 'love' to refer to a person. You love your family, your friends, but you also love New York city, you love reading, dancing, writing, you love science, you love this campus. You love your life. You love all the things that make you who you are. And so, when you tell someone that you love them, when you say 'I love you', you are giving them all that. You are sharing your whole being with them."

Τι υπέροχη σκέψη, κύριε Χ μου (σε ονομάζω κύριο Χ γιατί μου αρέσουν τα μυστήρια και γιατί δεν είσαι ο τύπος που τον νοιάζει να αναδείξει το όνομά του). Τι όμορφο. Ναι, σκέφτομαι, είναι αλήθεια. Όταν αγαπάς, μοιράζεσαι τα πάντα με τον άλλο. Μοιράζεσαι όλα όσα είναι δικά σου, όλα όσα σε κάνουν αυτό που είσαι. Κι εγώ έτσι. Όλα θέλω να τα μοιραστώ μαζί σου, όλα. Όλα όσα με προσδιορίζουν, με κάνουν Μυρσίνη και όχι Μαρία ή Άννα ή Αθηνά. Γιατί όσο αναπόσπαστο κομμάτι μου είναι τα βιβλία, τόσο είσαι κι εσύ, Σπάιρους μου: δεν θα ήμουν ο ίδιος άνθρωπος χωρίς αυτά. Με κάνεις να είμαι ο εαυτός μου. Και σε ευχαριστώ γι αυτό.

Κι όμως. Όσο όμορφο κι αν ήταν αυτό που είπε ο κύριος Χ, κάτι δεν μου κολλάει με αυτό το ρημάδι το "I love you". Όταν σε βλέπω, όταν σε έχω μπροστά μου, δεν πιάνει μία μπροστά στο "Σ'αγαπώ". Και ξαφνικά, εκείνη τη στιγμή, έχοντας μετακινηθεί από τα σκαλιά της Low στα δροσερά γρασίδια της, νιώθω την ανάγκη να εξηγηθώ στους άλλους. Είναι ακριβώς αυτή η περιεκτικότητα του "I love you" που το κάνει να υστερεί μπροστά στο δικό μας "Σ'αγαπώ". Παραείναι πλατύ μωρό μου: καλύπτει υπερβολικά πολλά ενώ θα έπρεπε να περιορίζεται σε λίγα κι εκλεκτά. Έτσι λοιπόν καταφέρνει και ξεπουλιέται κατά μια έννοια. Πώς να νιώσω την πραγματική έννοια αυτού που σου λέω, όταν χρησιμοποιώ την ίδια λέξη για να αναφερθώ σε μια ταινία που είδα; Το "σ'αγαπώ" είναι σπάνιο, είναι μυστικιστικό, είναι περιζήτητο, είναι ιερό. Είναι για λίγους. Και σημαίνει τόσα πολλά.






Σ'αγαπώ


Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009

917

Ο χρόνος... ένα χρυσό ποτάμι είναι κούκλα μου. Ένα χρυσό ποτάμι. Κάθε του κυβικό χιλιοστό πολύτιμο, ποθητό, ζηλευτό. Αδύνατον να το πιάσεις, αδύνατον να σταματήσεις τη ροή του. Αν είσαι τυχερός, ίσως μπορέσεις κάποτε να κολυμπήσεις μέσα του, εκτιμώντας τη ροή του, εκτιμώντας την κάθε του γωνιά, καταλαβαίνοντάς το. Προσωπικά, έχω σταθεί πολύ τυχερή. Νιώθω ότι το έχω κολυμπήσει με επιτυχία το ποτάμι μου. Χωρίς να πνιγώ. Χωρίς να βουλιάξω ιδιαίτερα. Τα έχω πάει καλά- όπως θα τα πάω καλά και στο υποχρεωτικό τεστ κολύμβησης του αγαπητού Columbia (ναι, είναι υποχρεωτικό για να αποφοιτήσεις). Έχω ζήσει τη ζωή μου ως τώρα χωρίς να βουλιάξω πέραν του φυσιολογικού. Και έχω την εξής εξαιρετική τύχη: να έχω κολυμπήσει σε μέρη όπου το νερό ήταν λίγο πιο καθαρό, λίγο πιο χρυσαφί από συνήθως. Να έχω ζήσει στιγμές που ξεχωρίζουν για το πόσο πολύτιμες είναι.
Έτσι κι εκείνη η τρελή στιγμή της Α' γυμνασίου:
-Χωριστείτε με αλφαβητική σειρά. Θα πάτε να πάρετε τα βιβλία σας. Ζ..Ι...Καζ...Καλ, Καλ, Κατ..
-Πώς σε λένε;
-...


Που να ήξερα η καημένη...Που να ήξερα η τρελή...

(917) λοιπόν το μπλογκ. Ο κωδικός της Νέας Υόρκης, της καινούργιας μου ζωής. Αγγλιστή, a reference to you. Επειδή εσύ το ήθελες πάντα να κάνω μπλογκ, επειδή για σένα το ξεκίνησα. Επειδή σ'αγαπάω τρελά. Επειδή μου λέιπεις. Επειδή το γράψιμο είναι ήταν και θα είναι η ωραιότερη, η πιο φίνα, δουλεμένη, ευγενική και όμορφη μορφή επικοινωνίας. Επειδή, επειδή, επειδή...
Η Charlotte πήγε σπίτι της λοιπόν. Ναι, υπό μία έννοια πήγε. Από την άλλη... σπίτι της είναι εκεί που είστε εσείς οι 5, που είστε οι πιο σημαντικοί άνθρωποι στη ζωή της και που είστε γι αυτό το λόγο αυτοί στους οποίους τα γράφει όλα αυτά, οι 5 ετικέτες του μπλογκ της. Το σπίτι της είστε εσείς οι 5.


Επιπλέω προς το παρόν αγελαδίτσα μου. Και νομίζω πως δεν θα πνιγώ, δεν είναι εξάλλου του στιλ μου. Αλλά και όταν πάω να βουλιάξω, είσαι από τους ανθρώπους που πάντα με κάνουν να συνειδητοποιήσω την πραγματική έννοια του χρυσαφιού που με περιβάλλει: είναι πολύτιμο και αγαπητό. Όχι εχθρός, αλλά πραγματικός φίλος, σαν και σένα.

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

Ακούω την Αγάπη. Εσείς;


Αποφάσισα ότι δεν έχει σημασία αν τα διαβάζετε, εγώ θα τα ανεβάζω για σας. Είστε η οικογενειά μου, ο λόγος που τόσο δεν ήθελα να αφήσω την Ελλάδα. Ο μόνος λόγος.

Ξέρετε ποιοί είστε: Μπου, Ιτσόνι, Ιφιδάκια, Αγελάδα μου. Σπάιρους μου.
Ακούω την αγάπη σας λοιπόν. Ακόμη κι απο απόσταση. Εσείς ακούτε τη δική μου;