Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

New York/Haven

Αναρωτιέμαι γιατί τα τραίνα ήταν πάντα το αγαπημένο μου μεταφορικό μέσο. Έχω τάσεις φυγής, θα μου πεις. Και θα έχεις δίκιο εν μέρει. Αλλά όμως σε αυτή την περίπτωση γιατί δεν μου αρέσουν τα πλοία, γιατί δεν μου αρέσουν τα αεροπλάνα; Σίγουρα, τα γεμάτα κόσμο, κίνηση, ενέργεια και πολιτισμό αεροδρόμια είναι από τις εμπειρίες που πρέπει να ζήσεις για να καταλάβεις, αλλά το ντούκου- ντούκου της ρόδας πάνω στις ράγες του τραίνου, το ελαφρύ ταλάντεμα απ' άκρη σ'άκρη έχει μια μουσική, μια ποίηση που δεν έχω καταφέρει να βρω σε κανένα άλλο μεταφορικό μέσο.Επιπλέον, οι σταθμοί τραίνων είναι από τους πιο ενδιαφέροντες ενδιάμεσους σταθμούς για έναν ταξιδιώτη, και αυτό διότι περιέχουν κάθε λογής κόσμο, από τους τουρίστες με την ψηφιακή που κατακλύζουν τα φέρρυ μποτ μέχρι τους γκλαμουράτους μπίζνεσμεν με τα λάπτοπ και τις γραβάτες που συνήθως συναντάς σε αεροδρόμια και τις εκνευρισμένες προλετάριες μαμάδες με τα μωρά που ουρλιάζουν. Και φυσικά, την κουρασμένη αλλά ανυπόμονη Ελληνίδα φοιτήτρια με το macbook στον μωβ σάκο, το γαλάζιο φούτερ και τη διάθεση για Σαββόπουλο, γέλιο και κουτσομπολιό με έναν από τους αγαπημένους της ανθρώπους.
Έχοντας εκφράσει τη λατρεία μου για τα τραίνα θα πρέπει να πω ότι οι σταθμοί οι ίδιοι σπάνια είναι αξιόλογοι εάν αφαιρέσεις από μέσα τους τα μιλιούνια ανθρώπων, η παρατήρηση των οποίων είναι το χόμπι μου. Ο Νέος Σιδηροδρομικός Σταθμός της αγαπημένης Θεσσαλονίκης δεν αποτελεί εξαίρεση ούτε φυσικά και ο κατώτερός του, μικρότερος και ασχημότερος Σταθμός Λαρίσης. Τίποτα το αξιόλογο, μονάχα ένας σταθμός, που βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με το Αμερικανικό ιδεώδες της χρηστικότητας, που μας διδάσκει ότι κάτι πρέπει πρώτα να είναι χρήσιμο και μετά όμορφο. Γι' αυτό και το Grand Central Station αποτελεί τόσο μεγάλη έκπληξη. Επιβλητικό και όμορφο, αρχιτεκτονικά ενδιαφέρον και εξαίρετο δείγμα της art nouveau που όλοι λατρεύουμε, το μέρος δεν είναι ένας απλός σταθμός. Είναι μουσείο, είναι έργο τέχνης, είναι σταθμός όχι μονάχα τραίνων αλλά και ιστορίας. Και να σκεφτείς ότι ήθελαν να το κατεδαφίσουν κιόλας.
Στην αποβάθρα δεκαοχτώ αυτού του αριστουργηματικού σταθμού λοιπόν, η φοιτητριούλα της προηγούμενης παραγράφου διασχίζει την σταθμευμένη αμαξοστοιχία. Το βήμα της δισταχτικό και ταυτόχρονα γρήγορο, η ματιά της πετάγεται από θέση σε θέση, μήπως και καμιά από αυτές είναι ελεύθερη. Οι ώμοι της γέρνουν κάτω από το βάρος των δύο τσαντών που κουβαλά, οι οποίες είναι παραφορτωμένες με πράγματα που μάλλον δεν θα χρειαστεί. Αλλά δεν βαριέσαι. Αυτή υποσχέθηκε ότι θα φορέσει το γαλάζιο φούτερ στο αντίπαλο πανεπιστήμιο, και να μην τη λένε ..... αν δεν το κάνει. Η θέση βρίσκεται, και είναι ανησυχητικά στενή, στριμωγμένη ανάμεσα σε δύο αγνώστους. Η φοιτητριούλα όμως παίρνει χαρούμενη τη θέση της. Ταξιδεύει εντελώς μόνη, και ο προορισμός υπόσχεται πολλά.


Το τζάμι είναι γεμάτο με τα δάκρυα της βροχής της "Νέας Αγγλίας". Το σκηνικό που ξετυλίγεται γύρω της καθώς το τραίνο πλησιάζει τον προορισμό του είναι ολοένα και περισσότερο σαν και αυτό που της είχε περιγράψει πριν τέσσερα χρόνια ένα άλλο κορίτσι. Πριν τέσσερα χρόνια, όταν οι δύο φίλες μόλις είχαν ξαναβρεί η μία την άλλη έπειτα από ένα διάστημα τριών χρόνων, και είχαν περάσει ένα ολόκληρο βράδι συζητώντας για τα κοινά τους όνειρα.
Ποιός να το φανταζόταν! Τα τέσσερα χρόνια πέρασαν, τα όνειρα πραγματοποιήθηκαν. Εκείνη η συνάντηση ήταν καθοριστική, οι φίλες δεν ξαναχάθηκαν. Το σημαντικότερο: ούτε θα ξαναχαθούν, ακόμα και όταν πρόκειται για αυτήν την απρόσωπη και κλειστή χώρα. Γιατί;
Γιατί κάποιοι άνθρωποι απλά δεν χάνονται, τι να κάνουμε. Γιατί οι δύο φίλες μοιάζουν υπερβολικά η μία στην άλλη. Μοιάζουν τόσο υπερβολικά, που κατάφεραν να παίξουν στο θέατρο δύο διαφορετικές εκδοχές του ίδιου ανθρώπου. Και να βγουν δεύτερες σε έναν Πανελλήνιο διαγωνισμό. Γιατί υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που αξίζουν και που θα είναι για πάντα ο ένας στη ζωή του άλλου, άσχετα αν το φανερώνουν σπάνια. Γιατί το συναίσθημα που η γνωστή φοιτητριούλα νιώθει όταν βγαίνει από το τραίνο και βλέπει την φίλη της να την περιμένει, το συναίσθημα καθώς αγκαλιάζονται και αρχίζουν να γελάνε, είναι σαν να γύρισε σπίτι της, κι ας βρίσκονται και οι δύο χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τα σπίτια τους. Γιατί όταν το βράδι βγαίνουν έξω και ουρλιάζουν "Η Αμερική είναι άθλια" στα Ελληνικά μπροστά σε τουλάχιστον 300 Αμερικάνους το υστερικό γέλιο τους ακούγεται μέχρι το Stamford, Connecticut. Γιατί αργότερα μπορούν να δημιουργήσουν το δικό τους πάρτυ με Minute Maid Lemonade, Αγγελάκα και Σαββόπουλο. Γιατί όσο καιρό κι αν κάνω να σε δω δεν θα σταματήσω ποτέ να έχω άπειρα να σου πω. Και εσύ δεν θα σταματήσεις ποτέ να είσαι φίλη μου.
Γιατί... we always find something, eh Didi, to give us the impression we exist?

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Επισήμανση.

Είμαι κρυμμένη κάπου στην Butler, στο αγαπημένο μου πλέον μέρος για ατελείωτο λιώσιμο πάνω από σελίδες βιβλίων και τετραδίων. Το καινούργιο μου καταφύγιο, του οποίου την ακριβή τοποθεσία δεν θα αποκαλύψω, είναι ένα μπαλκονάκι στον ημιόροφο μιάς αίθουσας όπου όλα είναι φτιαγμένα από ξύλο, ξέρεις, εκείνο το σοβαρό, το παλιό, που μόνο σε πανεπιστήμια σαν και αυτό υπάρχει. Οι τόμοι γύρω μου, επίσης μόνο σε πανεπιστήμια σαν και αυτό υπάρχουν (Book Review Digest, 1905-1974). Οι άνθρωποι γύρω μου, επίσης.

Περιτριγυρίζομαι από βιβλία. Ατελείωτα, παλιά, όμορφα. Κάτω βιβλία, πάνω βιβλία, δίπλα βιβλία. Μόνο στις σκάλες λείπουν τα βιβλία. Εκείνες τις σκάλες, όπου μπορείς να δεις τον Dwight Eisenhower να σου κλείνει το μάτι (ήταν πρύτανής μας πριν γίνει πρόεδρος, βλέπεις. Και μέχρι να αποκτήσουμε και απόφοιτο πρόεδρο αυτό ήταν πολύ σημαντικό).

Εδώ επικρατεί πάντα ησυχία, ευλαβική σχεδόν, τέτοια που σε κάνει να σκέφτεσαι γιόγκι των οποίων η ατσάλινη συγκέντρωση δεν σπάει ποτέ. Που αν σπάσει βρίσκουν το θάνατο πάνω στο κρεββάτι τους από καρφιά. Το κλικ κλικ των πλήκτρων του λαπτοπ, το χριτς-χρατς των σελίδων που γυρίζουν. Η μυρωδιά του καφέ μου. Το περιστασιακό κλιπ κλοπ των τακουνιών κάποιας κοπέλας, αν και αυτό το τελευταίο είναι είδος προς εξαφάνιση, διότι τα τακούνια δεν περιλαμβάνονται στην ενδυμασία βιβλιοθήκης (φούτερ, φόρμα/τζιν, γυαλιά, παπούτσια που βγαίνουν εύκολα ή μπότες μέχρι το γόνατο). Λατρεύω αυτή την ατμόσφαιρα, μέσα στην οποία η γνώση γίνεται κάτι το ιερό, κάτι που όλοι προσκυνάμε και προσπαθούμε να ακουμπήσουμε στο ελάχιστο (κανείς ποτέ δεν έχει πλησιάσει περισσότερο).

Ναι, είμαι φυτό. Και μου αρέσει που είμαι εδώ. Και ξέρετε τι μου αρέσει περισσότερο; Μου αρέσει που είμαι εδώ από μόνη μου, που μπορώ να μείνω όσο θέλω, δουλεύοντας την εργασία που κατάφερα να κάνω ενδιαφέρουσα, που μέσα σε 25 στίχους Ιλιάδας βρήκα τόσα πολλά, που αυτό το λαπτοπ είναι δικό μου, που το κλικ κλικ των πλήκτρων μου δείχνει ότι είμαι παραγωγική, που η βιβλιοθήκη δεν κλείνει ποτέ, που δεν θα είμαι ποτέ μόνη εδώ μέσα γιατί ποτέ δεν αδειάζει, που ώρες- ώρες νοιώθω το μυαλό να επεκτείνεται. Γιατί ώρες- ώρες είσαι αντιμέτωπος μονάχα με τον εαυτό σου. One on one. Και το στοίχημα πρέπει να το κερδίσεις τελείως μόνος σου.

Όσο πιο πολύ προχωράω νιώθω τη λογοτεχνία να με τραβάει σαν μαγνήτης μακριά από την ιστορία. One on one η λογοτεχνία, εσύ και το κείμενο. Εσύ και οι λέξεις. Το βασίλειο των λέξεων, που η μουσική τους αντηχεί παντού μέσα στην Butler, όπως τα βήματα στο μαρμάρινο πάτωμα.

Είμαι εδώ γιατί το ήθελα. Είναι μία παρα είκοσι, αλλά θέλω και μένω εδώ, γιατί αυτή η εργασία ΘΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ΑΠΟΨΕ (δεν έχω και πολλά περιθώρια). Πριν δύο εβδομάδες, έκατσα εδώ 4,5 ώρες. Και χάθηκα στις σελίδες ενός βιβλίου ψυχολογίας, και ούτε κατάλαβα ότι πέρασαν. Γιατί εδώ ο χρόνος σταματά, και μπορείς ή να τον κάνεις fast forward είτε rewind. Γιατί το αντικείμενο είναι η γνώση, και η γνώση έρχεται από τα βιβλία, και τα βιβλία μπορούν να κάνουν τα πάντα.



Και η βιβλιοθήκη δεν κλείνει ποτέ.