Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Those summer nights


Ταξίδι. Αυτό είναι αυτό το τραγούδι. Ταξίδι στην Κούβα, ταξίδι στο καλοκαίρι, ταξίδι στις ήρεμες διαδρομές της τρομπέτας, τους πλακόστρωτους δρόμους της κιθάρας. Ταξίδι στις αναμνήσεις. Ταξίδι σε άλλες εποχές, σε ζεστά βράδια, ταξίδι σε ένα κλαμπ κάπου στην Κούβα, και αν είσαι τυχερός στην είσοδο μιας πολυκατοικίας στην Ελλάδα, Ιούλιο μήνα. Δεν ευθύνομαι εγώ για τα όσα έρχονται στο μυαλό μου- αυτοί οι νοσταλγικοί ρυθμοί το κάνουν επίτηδες και το ξέρεις. Δεν φταίω εγώ που τα πάντα μου θυμίζουν εσένα- εσύ φταις που είσαι όπως είσαι, και το ξέρεις.

Ιούλιος μήνας λοιπόν. Ώρα... τι ώρα άραγε; Δεν έχω ιδέα, να σου πω την αλήθεια. Ποιός δίνει σημασία στην ώρα όταν περνάει ωραία; Ποιός δεν προσποιείται ότι ο χρόνος μένει στάσιμος, ότι οι δείκτες του ρολογιού δεν κινούνται, ότι το όμορφο παρόν θα επιμείνει μέχρι οι ίδιοι να το διώξουμε; Πάντως, η μέρα έχει αλλάξει. Εδώ και τρεις - τέσσερις ώρες. Η γειτονιά κοιμάται, με τα παράθυρά της ανοιχτά, αφήνοντας τη ζέστη να βγει και τα όνειρα να μπουν. Ο αέρας δεν φυσάει, πεισματάρικα αρνούμενος να ανακουφίσει όσους η ζέστη δεν αφήνει να κοιμηθούν. Από την άλλη υπάρχουν εκείνοι που δεν κοιμούνται, εκείνοι που απολαμβάνουν τις μαγικές καλοκαιρινές νύχτες της Θεσσαλονίκης περισσότερο από τα ξερά, καυτά πρωινά της. Αυτοί που γυρίζουν από ένα μαγαζί δίπλα στη θάλασσα, από ένα καράβι που παίζει ρέγκε, από μια μπυραρία που σου φέρνει λουκανικάκια να φας, από ποιός ξέρει που. Αυτοί που ζούνε τις νύχτες που είναι μαζί στο έπακρο και χρησιμοποιούν τον ύπνο τα πρωινά που δεν είναι μαζί ως την καλύτερη τεχνική για να περάσουν τη μέρα. Αυτοί οι δύο που απόψε συνέχεια γελάνε, που εδώ που τα λέμε συνέχεια γελάνε. Αυτοί που όλο το καλοκαίρι καίγονται και λιώνουν, όχι λόγω της υψηλής θερμοκρασίας, αλλά λόγω της τρέλας που τους δέρνει όταν είναι μαζί.

Υπάρχει καλύτερο soundtrack από το Chan Chan για τις πρώτες πρωινές ώρες μιας τόσο ζεστής μέρας του Ιουλίου; Υπάρχουν καλύτεροι άνθρωποι για να το χορέψουν από αυτούς τους δύο, που δεν τους νοιάζει αν τους κοιτάνε οι άλλοι, που ζούνε τις στιγμές τους στο έπακρο ακόμα κι όταν κάθονται, σκασμένοι από το φαγητό, σε έναν καναπέ;

Όχι, δεν υπάρχουν. Αυτό το ζευγαράκι βλέπεις έχει τον αυθορμητισμό στο αίμα του. Αυτό το ζευγαράκι ούτε σύνορα δεν γνωρίζει, ούτε προγράμματα, ούτε περιορισμούς. Η τύχη τους έχει κλείσει το μάτι από την πρώτη στιγμή, τους έχει ειρωνευτεί και τους έχει μεθύσει με απρόσμενα αποτελέσματα. Αυτοί οι δύο γνωρίστηκαν επειδή έκαναν αυτό που τους βγήκε, επειδή δεν κάθισαν να σκεφτούν, επειδή έζησαν τη στιγμή όπως ήθελαν.

Γελάνε και οι δύο. Η κουρτίνα των απέναντι συνεχίζει να μην κουνιέται με τον αέρα. Το τσιμέντο αντανακλά τη ζέστη της μέρας. Τα όνειρα, ελαφρά κι αέρινα περιφέρονται στον καλοκαιρινό αέρα, που μυρίζει νυχτολούλουδο και δροσιά από ποτισμένες γλάστρες (τα φυτά πρέπει να ποτίζονται μετά τη δύση του ηλίου). Κάποια προσγειώνονται στα κλειστά βλέφαρα των απέναντι, ενώ κάποια τρυπώνουν στο νούμερο 15 και τυλίγουν αυτούς τους δύο ξύπνιους.Το κινητό αναπαύεται με την οθόνη του προς τα κάτω, έτσι ώστε η ώρα να παραμένει ένα αδιευκρίνιστο μυστικό, έτσι ώστε να μην χρειαστεί να χωρίσουν για απόψε. Και οι σαράντα εκκλησιές κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου.

Το τραγούδι παίζει στο κινητό σου. Ακουμπισμένος στο πεζουλάκι μπροστά από το παράθυρο με τα κάγκελα γελάς, με κοιτάς, και αρχίζεις να χορεύεις. Αναπόφευκτα, σκάω κι εγώ ένα τεράστιο χαμόγελο. Το χέρι σου πάει γύρω από τη μέση μου, το δικό μου στον ώμο σου. Δεν μας νοιάζει τίποτα παρά μόνο η στιγμή. Chan chan. Έτσι απλά και όμορφα χορεύουμε εμείς.

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2009

Salad Bar


Super market= Σούπερ αγορά. Επειδή περιέχει τα πάντα, από άποψη όχι μόνο προϊόντων αλλά και πελατών.
Εξεταστική, και μάλιστα το χειρότερο είδος εξεταστικής: midterms. Εξετάσεις που δεν ξέρουν ούτε οι ίδιες τι είναι: πρόχειρα επαναληπτικά διαγωνίσματα με σκοπό την ανακεφαλαίωση ή επίσημη γεύση τελικών εξετάσεων με σημαντική επιρροή στο βαθμό μας; Και φυσικά, το αιώνιο άγχος της φοιτήτριας που το έχει στο αίμα της να είναι σπασικλάκι. Που η τελειομανία της ώρες- ώρες καταντά σπαστική, που τα παίρνει στο κρανίο άν δεν ξέρει κάτι, που δεν αποδέχεται την ήττα. Το αιώνιό μου άγχος.
Βιβλία ανοιχτά γύρω μου, Τα μεγαλύτερα προβλήματα στην ιστορία της Αυτοκρατορικής Ρωσίας, Ιστορία της Ρωσίας (παραδέχομαι πραγματικά τον κύριο που αποτόλμησε να την χωρέσει όλη σε 665 σελίδες -ναι το έψαξα), Βιολογική ψυχολογία, Τα άπαντα του Heiner Muller, Μήδεια, Λυσιστράτη. Θα νικήσω. Θα καταφέρω να μην πνιγώ στην απειλητική θάλασσα των σελίδων τους, θα καταφέρω να κολυμπήσω μέχρι τις 5 Νοεμβρίου στις 5:25. Δηλαδή μέχρι αύριο.
Κύριος αντίπαλός μου την παρούσα στιγμή η ιστορία της Αυτοκρατορικής Ρωσίας. Χαμένη ολημερίς στο πιο βαρετό άρθρο του αιώνα (κοιμήθηκα 3 φορές ενώ έσερνα τα μάτια μου κατά μήκος των 80 σελίδων του), απελπιστικά αγχωμένη και έχοντας πλήρη συνείδηση πλέον της απειροελάχιστης γνώσης μου προσπαθώ να καταλάβω πώς λειτουργεί επιτέλους αυτό το Αμερικάνικο σύστημα, τι πρέπει να ξέρω για τις εξετάσεις, πόσο απέξω τέλος πάντων είναι αρκετό. Λέξεις, λέξεις, λέξεις. Γράμματα κολυμπάνε μπροστά στα μάτια, διαγράμματα και προτάσεις στολισμένες με το πορτοκαλί υπογραμμιστικό μου επισημαίνουν τον εαυτό τους. Το κεφάλι καζάνι, το άγχος στο φουλ, και το στομάχι άδειο.
Αυθεντική μου κοκκινομάλλα, ας μην μπορέσεις ποτέ να διαβάσεις αυτές τις γραμμές, σε παραδέχομαι, είσαι ιδιοφυία. Ρίχνεις την ιδέα για την βολτίτσα μέχρι το supermarket με τις τέλειες σαλάτες ακριβώς τη στιγμή που νιώθω το στομάχι μου να γουργουρίζει. Παράλληλα, ο πονοκέφαλος γίνεται τόσο έντονος που η ανάγκη για διάλειμμα γίνεται επιτακτική. Μονάχα το μυρωδάτο καυσαέριο της Broadway μπορεί πλέον να μου καλμάρει τα νεύρα. Χασκογελώντας, γιατί έχουμε την ίδια ανάγκη να ξεσκάσουμε, και γιατί η συγκατοίκηση μας πάει, χοροπηδάμε κατεβαίνοντας τους 8 ορόφους μας, κι ας μας βαραίνουν τα κεφάλια μας, τα γεμάτα με τις καινούργιες γνώσεις που προσπαθούμε εδώ και τόση ώρα να χωρέσουμε εκεί μέσα.
Το Αμερικάνικο supermarket. Εμπειρία που πρέπει να τη ζήσεις για να την καταλάβεις, το όνειρο του καταναλωτή, του καλοφαγά, ο εφιάλτης του ανθρώπου του οποίου η προσοχή αποσπάται εύκολα. Αλλά τώρα θα μου πεις, η Νέα Υόρκη η ίδια είναι όλα αυτά. Μικρόκοσμος αυτής της απίστευτης πόλης λοιπόν το supermarket. Και εξηγώ: "χίλια χρώματα, φώτα και αρώματα", που τραγούδησαν και τα Ξύλινα Σπαθιά.
Τα φρούτα. Κόκκινο του αίματος, κίτρινο του φθινοπώρου, πράσινο του γρασιδιού, ηλιόλουστο πορτοκαλί, το φουξ του Πάτρικ του αστερία από τον Μπομπ Σφουγγαράκη (δεν κρατήθηκα). Καρπούζι, φράουλες, πεπόνι, μάνγκο, ανανάς, παπάγια, κι ας είναι Νοέμβριος. Μια τέτοια πόλη μπορεί να έχει ό,τι θέλει, γι'αυτήν τα σύνορα των εποχών και των ηπείρων είναι αμελητέα. Τα τυριά. Γαλλικό καμαμπέρ και μπρι (το αγαπημένο μου, δηλώνω ένοχη), ιταλική παρμεζάνα, μοτσαρέλα και ιταλικό ρικότα, χιλιάδες άλλες ποικιλίες τα ονόματα των οποίων δεν γνωρίζω καν, και φυσικά η αιώνια, η λευκή, η ακαταμάχητη ΦΕΤΑ! Αραδιασμένα όλα στα ράφια του ψυγείου, ακαταμάχητα μέσα στο πλαστικό τους περιτύλιγμα, μια ακόμη απόδειξη του πόσο μοναδική στο είδος της είναι η πόλη αυτή, πόσο γεμάτη, πόσο χρωματιστή, πόσο ιντερνάσιοναλ, πόσο γευστική. Τα γλυκά, ξινά, ξερά, φρουτώδη κρασιά με το ζαλιστικό άρωμα και το διάφανο και πλούσιο βυσσινί τους χρώμα, τα γλυκά, σοκολατένιες τούρτες, τάρτες φρούτων, σοκολάτες σε χρυσό περιτύλιγμα, ακόμα και οι κλασσικές σοκολάτες Κίντερ με το χαμογελαστό παιδάκι. Η μυρωδιά του φρέσκου αφράτου και μαλακού ψωμιού, το ψωμί σε φέτες, το ψωμάκι, το πολύσπορο, το ολικής αλέσεως.
Η αυθεντική μου κοκκινομάλλα κι εγώ έχουμε να φάμε αληθινό φαΐ εδώ και αρκετές μέρες. Οι πεινασμένες, πλάγιες ματιές που ρίχνουμε στα προϊόντα που μας περιτριγυρίζουν είναι απόλυτα δικαιολογημένες. Φουριόζες, τρέχουμε και οι δύο στο salad bar, γιατί όσο κι αν δεν το περίμενα όταν με έπρηζε η μαμάκα μου, τα φρέσκα λαχανικά μου έχουν λείψει.
Food for thought (τόσο εύστοχη αυτή η φράση) το salad bar. Περιμένοντας μου είναι αδύνατο να μην κρυφακούω τις παραγγελίες των άλλων. Το τι βάζουν οι άνθρωποι στις σαλάτες τους είναι απίστευτο. "Συχνά φοβάμαι μήπως οι άλλοι με σχολιάσουν βασισμένοι στα συστατικά της σαλάτας μου" λέει ο κ.Νότος. Και έχει τόσο δίκιο: από ανανά μέχρι φέτα με αβοκάντο, από ασιατική σάλτσα και παντζάρια μέχρι πικάντικο κοτόπουλο, καλαμπόκι, ντομάτα και κρουτόν (εγώ). Περιμένοντας στην ουρά, μου έρχεται μια σκέψη: τόσοι διαφορετικοί συνδυασμοί, τόσα συστατικά, τόσες γεύσεις, τόσοι άνθρωποι.
Ένα salad bar είναι η πόλη. Τόσες διαφορετικές σαλάτες, τόσοι διαφορετικά άτομα. Λίγο καλαμπόκι στη μία, πολύ στην άλλη, ξινή η μία, αλμυρή η άλλη. Τρελοί συνδυασμοί, τρελοί άνθρωποι. Εξωτικές, πικάντικες, πικρές γεύσεις, που ταιριάζουν σε κάποιον αλλά αηδιάζουν τον άλλο. Και τόσες, μα τόσες πιθανότητες.
Λατρεύω τους δρόμους αυτής της πόλης, τους γεμάτους ζωή κι ενέργεια, τους γεμάτους φρικιά, κουστουμάτους, μαμάδες, παιδάκια, ηλικιωμένους, ζητιάνους, γιατρούς με την γαλάζια μπλούζα ακόμη, τρελούς καθηγητές, ασιάτες, λευκούς, μαύρους, λατίνους, φοιτητές. Τόσο χρώμα, τόσες γεύσεις, τόση ζωή.
Κάτι τέτοιες ώρες μου έρχονται άνθρωποι σαν εσάς στο μυαλό. Άνθρωποι που είναι γεμάτοι τρέλα και κορδέλα για τη ζωή, που αγαπούν να βλέπουν διαφορετικούς ανθρώπους, που δίνουν χρώμα στη ζωή μου. Σας σκέφτομαι και τις δύο και το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό είναι χρώματα, άπειρα, παντού. Τόσα χρώματα στο salad bar, τόσα χρώματα στην πόλη αυτή, τόσα χρώματα οι κάτοικοί της. Όσοι άνθρωποι και σαλάτες, καθώς ο καθένας φτιάχνει τη δική του, που στους άλλους φαίνεται περίεργη, αηδιαστική, ή νόστιμη, ανάλογα.

"χίλια χρώματα, φώτα και αρώματα"