Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009

Τιμής Ένεκεν

Ξεκινάω με όμορφη διάθεση, εκείνη την ονειροπόλα, την ήρεμη, τη σκεφτική, την μελωδική και ταξιδιάρα (me gusta marijuana/me gustas tu/ me gusta la guitarra me gustas tu). Ξεκινάω θέλοντας να γράψω. Διάβασα τις προάλλες ότι ο ήχος των πλήκτρων του υπολογιστή σε ένα ήσυχο δωμάτιο είναι από τους πιο όμορφους ήχους. Πριν μισή μόλις ώρα τον άκουγα αυτόν τον ήχο, τον άκουγα να στροβιλίζεται στο δωμάτιο με τις ξύλινες καρέκλες όπου ο ασπρομάλλης καθηγητής μου διηγείται αστείρευτες ιστορίες για Τσάρους, πολέμους, και όσο προχωρά το εξάμηνο, Σοσιαλιστές και εργατική τάξη. Το απαλό αλλά ασταμάτητο κλικ-κλικ μπερδεύεται με το χρατς-χρατς του -πάντα με υγρή μελάνη- στυλό μου που τρέχει πάνω στο χαρτί. Εγώ είμαι από τους παλιομοδίτες, βλέπεις. Δεν συμβιβάζομαι, όσα πλεονεκτήματα κι αν μου προσφέρει η τεχνολογία, αλλά επιμένω- λογοτεχνία και γενικά οτιδήποτε δημιουργικό ξεκινούν από το χαρτί και όχι από τον υπολογιστή.

Ξέρω ότι συμφωνείς μαζί μου, Αγελαδίτσα. Τι ομορφότερο από τα άτακτα, ασύμμετρα γράμματα πάνω σε μια σελίδα, τις μουντζούρες που είναι τόσο δικές σου, τα ελαττώματα που είναι όμορφα γιατί είναι δικά σου, μόνο δικά σου. Έχεις γραφικό χαρακτήρα μαθηματικού, είχε πει εκείνος ο καθηγητής, και είχαμε γελάσει, γιατί όλοι νομίζαμε ότι ήσουν της θεωρητικής. Μας ξεγέλασες, φυσικά. Γελάει καλύτερα όποιος (όποια) γελάει τελευταίος, και εσύ το κάνεις συχνά αυτό. Σου αρέσει να μας αιφνιδιάζεις, και πήγες και μου έγινες μηχανολογάκι.

Ξεκινάω να γράψω λοιπόν. Αλλά η σελίδα μου είναι τρομαχτικά άσπρη, είναι ένα κενό, ένα λευκό τίποτα. Θέλω να διηγηθώ τη μέρα μου, θέλω να πω κάτι που έχει σημασία, και δεν βρίσκω όχι τις λέξεις με τις οποίες φτιάχνεται η ποίηση σύμφωνα με τον Μαλλαρμέ, αλλά ούτε καν τις σκέψεις, σύμφωνα με τον Ντεγκά. Η μέρα μου δεν ήταν τίποτα το αξιόλογο. Αλλά παρόλα αυτά δεν παύει να είναι αξιόλογη. Και να λοιπόν η πρώτη σκέψη.

Αφορμή φυσικά η ημερομηνία. Αφορμή που άκουσα τη φωνή σου και σε σκέφτηκα να γελάς κάπου στο Βόλο, σε ένα καφέ με ζεστή ατμόσφαιρα, περιτρυγιρισμένη από τουλούπες καπνού, με τα ριγέ σου μαλλιά και τα δαχτυλίδια σε όλα τα δάχτυλα. Αφορμή ο λόγος που ξεκίνησα να γράφω εδώ. Και τέλος αφορμή το τραγούδι αυτό που μου θυμίζει απίστευτα εσένα, που θέλω να σου βάλω να ακούσεις από τότε που το πρωτοκατέβασα.

Γιατί μου θυμίζει εσένα η SoKo? Πρώτον διότι έχετε το ίδιο μικρό όνομα. Δεύτερον διότι τα τραγούδια της είναι λίγα και καλά, αισιόδοξα, αστεία, μελωδικά, νεανικά, τσαμπουκαλίδικα. Τρίτον διότι η γαλλική της προφορά είναι η πιο υπέροχη προφορά που έχω ακούσει ποτέ. Έχει τόσο τύπο, τόσο χαρακτήρα, τόσο μπρίο. Είναι ιδιαίτερη με τον δικό της τρόπο. Τέλος, διότι δεν φοβάται να πει αυτά που νιώθει. Αυθορμητισμός; Οπωσδήποτε. Σου θυμίζει κάποια;

Όπως και να έχει σήμερα είναι η μέρα σου. Ζήσε την όπως ζεις όλες σου τις μέρες- στο έπακρο, ακόμη κι αν περιλαμβάνει κλάματα.
*

Είναι μιάμιση στην Ελλάδα. Σε εκείνο το ταξιδιάρικο καφέ-μπαρ σε εκείνη την ταξιδιάρικη μικρή πόλη στην Ελλάδα κάποια το ξενυχτάει και το ρίχνει έξω με το νόμο (κυριολεκτικά). Ζεστή ατμόσφαιρα, κόκκινο κραγιόν, η σωστή δόση αλκοόλ, η σωστή μουσική,έρωτας, χαμηλός φωτισμός, φίλοι και χαμόγελα. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι καλύτερο. Εκτός φυσικά από τις Χριστουγεννιάτικες εξόδους μας.


Χρόνια πολλά μικρή!