Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

Why should I know better by now if I'm old enough not to?

Σχόλιο youtube που αγάπησα: "this song is odd that's why I can't stop listening to it".
Όντως. Από τη φωνή της μέχρι τα λόγια, είναι πολύ odd η κοπέλα. Αλλά μάλλον εκεί είναι η γοητεία της και το ενδιαφέρον της...
Αγελαδίτσα, μου θύμισε εσένα... ίσως γιατί ήσουν εδώ χτες/σήμερα και μου είχες λείψει τόσο πολύ και είχα ξεχάσει τι υπέροχα odd που είσαι κι εσύ και ότι είμαι κι εγώ άλλο τόσο odd (το υπέροχα εδώ είναι αμφιλεγόμενο) και αυτός είναι ένας από τους λόγους που σε αγαπάω τόσο. Επίσης μου φάνηκε πάρα πολύ πιθανό να σου αρέσει το τραγούδι, σου πάει. Ειδικά αυτός ο στίχος που έβαλα για τίτλο. Τα λάθη για μας τους μικρούς είναι, και σκεφτόμουν διάφορα που συζητούσαμε χτες και έκανε μπαμ το πράγμα. Τουλάχιστον μπορούμε τώρα να τα βλέπουμε και να γελάμε!


Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010

Brecht, The Burning of the Books

When the Regime commanded that books with harmful knowledge
Should be publicly burned and on all sides
Oxen were forced to drag cartloads of books
To the bonfires, a banished
Writer, one of the best, scanning the list of the Burned, was shocked to find that his
Books had been passed over. He rushed to his desk
On wings of wrath, and wrote a letter to those in power,
Burn me! he wrote with flying pen, burn me! Haven’t my books
Always reported the truth? And here you are
Treating me like a liar! I command you!
Burn me!


Η πιο καλή πατρίδα είναι η καρδιά

...έτσι απλά είμαι σπίτι. Απλά τρόπος του λέγειν δηλαδή― χρειάστηκε να χάσω σχεδόν μια πτήση, να πετάξω το διαβατήριό μου σε έναν Ιταλό, να κοντέψω να χαστουκίσω έναν συνταξιδιώτη, να χάσω τις βαλίτσες μου και να περιμένω μισή ώρα για να μου την πούνε στα απολεσθέντα του αεροδρομίου Μακεδονίας. Αλλά τι με νοιάζει, είμαι σπίτι. Σπίτι και το δέντρο λαμποκοπάει, και ο γάτος έχει γίνει πιο χνουδωτός και αφράτος γιατί μου τον τάιζαν καλά, και η μαμά είναι όμορφη με τις καινούργιες της ανταύγειες, κι ο μπαμπάς είναι καλά επιτέλους, και το σπίτι μυρίζει γαλοπούλα. Σπίτι όπου το κρύο σημαίνει 5 βαθμοί κελσίου και όχι μείον 15, όπου πήγα στο "έτση" επιτέλους, όπου το έντεχνο είναι ακόμα μέσα στην καπνίλα, όπου κάποιοι μου μεγάλωσαν και παίζουν μπεγλέρι, ενώ ψάχνονται σχετικά με την ποιότητα του ναργιλέ και είναι και επιλεκτικοί, ενώ μου παραπονιούνται για τα φανάρια που αργούν να ανάψουν. Σπίτι όπου μπορώ επιτέλους να χαλλλλλλλλλλλλαρώσω με την ησυχία μου, σε λέω. Είδα τον Θερμαϊκό και άνοιξε το μάτι μου. Η Ναυαρίνου είναι χρωματιστή, φασαριόζα, μια πλατεία όχι γυαλισμένη όπως η Τσιμισκή, αλλά ελαφρώς χρησιμοποιημένη, gently worn που λένε και οι Αμερικάνοι, γεμάτη αναμνήσεις από διάφορες γενιές. Το έντεχνο στόλισε για Χριστούγεννα. Στόλισα κι εγώ γιατί είδα εσένα. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο οι δρόμοι είναι γεμάτοι σκουπίδια, αλλά εγώ δεν τα κοιτάω γεμάτη παράπονα όπως έκανε ο μπαμπάς μου αλλά σκέφτομαι "δεν βαριέσαι", γιατί κοιτάω τους δρόμους που τόσο μου έλειψαν και ξεχνάω να δω τα σκουπίδια. Κασσάνδρου πίσω από την "Αίγλη", Λεωφόρος Νίκης το ηλιοβασίλεμα, Εγνατία κατά Κρυστάλλη μεριά, Άνω Πόλη και κάστρα. Και κάτι συνθήματα που δεν θα έβλεπες με τίποτα στην Αμερική, γραμμένα με μαύρο μαρκαδόρο στους τοίχους: "Πόλη που καίγεται λουλούδι που ανθίζει". Μπορεί αυτός ο τόπος να είναι λίγο χάος μερικές φορές, αλλά είναι το σπίτι μου, τι να κάνουμε. Και τον αγαπώ. Η χειμερινή στολή του είναι ωραία, συνεπάγεται αυτήν την χαρακτηριστική ομίχλη και πολλά πεσμένα κίτρινα φύλλα σε εκείνο τον ανηφορικό δρόμο που βγάζει στην εκκλησία. Μάθε μου να παίζω κι εγώ μπεγλέρι να νιώσω ότι δεν είμαι πια παιδάκι. Κι ας είμαι. Γι αυτό χαίρομαι τόσο.

Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

Loneliness

Τα ξαναθυμήθηκα και τα παραθέτω. Όλα γράφτηκαν για την Ν.Κ. και την έκθεση της. Τότε, πριν 2 χρόνια σχεδόν (πότε πέρασαν κιόλας;).

We all live glass lives. Diaphanous, isolated. Glass are our windows, our walls, our floors. Glass are our houses and glass are our clothes. Cold, unforgiving, hard glass, making it impossible to hide, yet impossible to connect at the same time. I have tried to move beyond the glass, have tried and broken my nose on its deceptive transparency. You must accept that you will be seen. You must accept in and decide to look right back at the world- back at those who have mocked you, scorned you, ignored you. Look back at them, rejoice at not being part of them. Still, there might come a cold winter day when the glass seems unbearable, when your desire to break past its iciness, to feel the warmth of another body close to yours is greater than ever. And so you break the obvious glass, crash it and move in closer to the warmth of the other person. You do this only to find that the warmth is never complete, for the glass never goes. Be it 10 centimeters or a thin film, it never goes; never, never, never. Broken, like the glass you thought you had escaped, you move back to your diaphanous cell, never to come out again; for you seem to have the extraordinary ability of melting sand into glass, of creating that most loathsome of substances out of thin air. No, I am not part of them; and I never will be.

Final, continued

My gentle reader, I perceive
How patiently you've waited,
And I'm afraid that you expect
Some tale will be related.

Oh reader, had you in your mind
Such stories as silent thought can bring—
Oh gentle reader, you would find
A tale in every thing.
--William Wordsworth

104 γραμμές περιγράφοντας τον ετοιμοθάνατο Simon Lee, τους πρησμένους αστραγάλους του, τα δάκρυα στα βλέφαρά του όταν το ποιητικό υποκείμενο κόβει με την πρώτη προσπάθεια την ρίζα που ο καημένος γέρος παλεύει να διαλύσει για ώρες, η απελπιστική φτώχεια του πρωταγωνιστή και της γυναίκας του. Παρατραβηγμένο; Μελό; Για κάποιους κριτικούς της εποχής, ναι. Αλλά η ποίηση υπάρχει παντού, ακόμα και στα πιο καθημερινά, φαινομενικά μπανάλ πράγματα. Αυτό που έχει σημασία είναι να την βρεις, είναι το πόσο προσεκτικά κοιτάζεις και το πόσο θέλεις να ψάξεις. Τα πάντα κρύβουν πίσω τους μια ιστορία, όλος ο κόσμος έχει κάτι το ενδιαφέρον να σου πει. Απλά πρέπει να ακούσεις. Ποιός είπε ότι ποίηση είναι μόνο όμορφοι νέοι που ναυαγούν σε κάποιο ελληνικό νησί; Ή μαγεμένοι πρίγκηπες που κρύβονται στην ντουλάπα μιας πανέμορφης πριγκίπισσας, ρισκάροντας τη ζωή τους; Ποίηση είναι οι πρησμένοι αστράγαλοι ενός άρρωστου γέρου, τα σκασμένα χείλια των ναυτικών που πεθαίνουν από τη δίψα, η επιμονή του μικρού κοριτσιού ότι τα αδέρφια της δεν έχουν πεθάνει, ότι "We are seven".
Άλλωστε, "one thought fills immensity".

Final

"If the fool persisted in his folly, he would become wise"
--William Blake

Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Αχ ζωή μάγισσα, να σε μάθω άργησα

Τα τραγούδια παίρνουν κάτι απ' την ψυχή μας
και το μεταφέρουν στο στερέωμα
όπου αναβοσβήνει σαν θλιμμένο πάλσαρ
και το δρόμο δείχνει, για τους ναυαγούς.


Θέλω να φυσάει ζέφυρος και να μην έχω καμιά έγνοια και κανένα άγχος. Να κάθομαι σε μια παραλία, να έχω τις χούφτες γεμάτες άμμο, και να την αφήνω να κυλάει ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Να ξαπλώνω κάτω από μια ομπρέλα σε μια παραλία τόσο όμορφη και αμόλυντη που ο δρόμος σταματά πριν φτάσεις, που για να κάνει στροφή το Ματίζ να φύγει πρέπει να μπεις στην αυλή κάποιου. Να περιπλανιέμαι σε στενά νησιώτικα σοκάκια ένα καλοκαιρινό απόγευμα, να βλέπω θάλασσα ή μπουκαμβίλιες όπου γυρίζω το κεφάλι, να κλέβουμε τριαντάφυλλα από τις γλάστρες-δοχεία φέτας κάποιας νησιώτισσας γιαγιάς με μαύρο μαντήλι. Και ξαφνικά να είναι νύχτα και να ξαπλώνω σε μια άλλη παραλία, γεμάτη πέτρες, στο μικρό λιμανάκι. Να έχω το κεφάλι μου στον ώμο σου και να κοιτάω τα φώτα. Να υπάρχω χωρίς άγχος και τρέξιμο. Απλά.

Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

Passion

Rosa.
Οι στιγμές που νιώθω την ιστορία να ζωντανεύει.

To clear my head

Ξέρεις τι αγαπώ πάνω απ'όλα;
Αγαπώ τον τρόπο που ο παγωμένος αναζωογονητικός αέρας μου δαγκώνει τα πνευμόνια, αφηνοντάς ένα αίσθημα καθαριότητας και έναν ελαφρό πόνο. Αγαπώ το έδαφος όταν είναι τόσο παγωμένο που η πέτρα σκληραίνει και τον ρυθμό που σφυροκοπά πάνω της το τακούνι μου. Αγαπώ τα ζεστά γάντια μου, το ασορτί μάλλινο κασκόλ μου και τα γούνινα αυτάκια που κρατάνε τα αυτιά μου ευτυχισμένα. Αγαπώ τα ακουστικά κάτω από τα αυτάκια αυτά, τις μελωδίες που μου κρατάνε συντροφιά όταν αυτό που πραγματικά χρειάζομαι είναι να περπατήσω χωρίς να ξέρω που πηγαίνω, χωρίς τους περιορισμούς που περιλαμβάνει ο όρος "τέλος". Αγαπώ την αίσθηση ελευθερίας που νιώθω όταν μπορώ απλώς να περπατήσω, να πάω όπου θέλω σε μια πόλη που κυριολεκτικά έχει τα πάντα, σε μια πόλη όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν σε μια δεδομένη στιγμή σε οποιοδήποτε μέρος. Αγαπώ το σκοτάδι που έρχεται γρήγορα για να ξεσκεπάσει τα φώτα, αγαπώ τον πάγο που διακρίνω στις λακούβες με τα λασπόνερα της χθεσινής βροχής. Τα αγαπώ όλα αυτά γιατί με απελευθερώνουν, γιατί ανήκουν σε στιγμές που μοιράζομαι αποκλειστικά με τον εαυτό μου, γιατί ταρακουνούν τις σκέψεις μου με νοήματα που μόνο εγώ μπορώ νσ δώσω. Γιατί με κάνουν να αγαπώ τη ζωή μου, να αγαπώ το γεγονός ότι τώρα βρίσκομαι εδώ. Γιατί με κάνουν να θυμάμαι ότι όσο κι αν αγχώνομαι σήμερα, το βράδι πριν τις τελικές μου εξετάσεις μπορεί να τα παρατήσω όλα και να πάω να παίξω χιονοπόλεμο.

Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

;

Τις τελευταίες βδομάδες νιώθω λίγο παρωδία του εαυτού μου. Ίσως είναι η παρουσίαση για την οποία δεν ξύπνησα, η δουλειά για την οποία ξύπνησα και που τελικά δεν είχα, οι απανωτές παρεξηγήσεις και καυγάδες με άτομα σημαντικά για μένα. Ίσως να φταίει που η πόλη εισέρχεται αργά αλλά σταθερά στην χειμερία διέγερσή της (το νάρκη δεν ταιριάζει καθόλου σε μια πόλη που το κρύο την κάνει να περιστρέφεται ακόμα πιο γρήγορα, που είναι γεμάτη με εκατομμύρια ανθρώπους που τώρα βρίσκουν σ'αυτό μια παραπάνω αφορμή να τρέξουν στον προορισμό τους). Τα φύλλα όχι μόνο πορτοκάλισαν, αλλά υπέκυψαν και στους νόμους της βαρύτητας εδώ και καιρό. Στο δρόμο για τη δουλειά σήμερα, ένα σμήνος περιστέρια είχαν μαζευτεί γύρω από τα πεσμένα φύλλα της προηγούμενης εβδομάδας, τα οποία χρησιμοποίησαν στη συνέχεια ως πρωινό. Δεν ξέρω αν φταίει αυτό, αν το πρόβλημά μου είναι που πλέον σκοτεινιάζει στις 5:30, που η μύτη μου κοκκινίζει απ΄το κρύο, που το τέλος του εξαμήνου με απειλεί με 6 ατέλειωτες εργασίες. Τελευταία όμως έχω αρχίσει να ψάχνω πάλι τη θέση μου σε έναν κόσμο που τη μία δεν με χωράει και την άλλη με καταπλακώνει. Νιώθω ότι κοροιδεύω τον εαυτό μου, ότι παρωδώ τις ίδιες μου τις επιθυμίες και τις φιλοδοξίες, ότι αυτό που κάποτε είχα για σίγουρο πλέον είναι αμφίβολο, και κατ'επέκτασιν κι εγώ έχω μείνει μετέωρη, σαν μαριονέτα που της έκοψαν τα μισά σκοινάκια.
Όλα ξεκινούν με τις εφημερίδες τις δουλειάς, αυτές που πρέπει να κοιταχτούν διεξοδικά μέχρι να ανακαλύψουμε κάτι σχετικό με τη μαμά πατρίδα. 9 η ώρα το πρωί, με τον καπουτσίνο στο πλάι μου και τον φωσφορούχο κίτρινο μαρκαδόρο στο χέρι, ξεκινώ το ψάξιμο. ΔΝΤ, έλλειμμα, Ευρωζώνη, ανεργία, πρόωρες εκλογές, περικοπές στους μισθούς. Καταλήψεις, απεργίες σκέτες, απεργίες που κλείνουν την Ακρόπολη, "δεν πρόκειται να ξαναεπισκεφθούμε την Ελλάδα μετά από αυτή την απαράδεκτη συμπεριφορά" (κι ο τουρισμός νο 1 έσοδο), βόμβες, πορείες. Η γενιά των 700 ευρώ. Όλα αυτά που τα ΜΜΕ σερβίρουν με μπόλικες σάλτσες, αυτά που ο Ελληνικός τύπος λατρεύει να δραματοποιεί σε βαθμό που τα κάνει κραυγαλέα και υπονομεύει τη σημασία τους, αυτά που οι ξένες εφημερίδες παρουσιάζουν με τόνο ειρωνικό και υποτιμητικό προς την ταλαίπωρη αυτή χώρα για την οποία κανείς δεν φαίνεται να προβλέπει μια άσπρη μέρα. Το άθροισμά τους σε υπερβολικές δόσεις είναι αρκετό για να κάνει τον οποιονδήποτε να χάσει τα κέφια του για μέρες. Ειδικά αν αυτός ο κάποιος είναι 20 χρονών με όνειρα, φιλοδοξίες, και την ελπίδα να γυρίσει κάποτε στο μέρος που έχει μάθει να αγαπά και να θεωρεί σπίτι του, την Ιθάκη του, για να γίνω κλισέ.
Δεν έχω ούτε τις απαραίτητες γνώσεις αλλά ούτε και το θράσος ώστε να εκφράσω μια εμπεριστατωμένη άποψη σχετικά με τα όσα συμβαίνουν ή με το τί πρέπει να κάνουμε. Αυτό που έχω όμως είναι λίγα χρόνια πίσω μου και πολλά μπροστά μου, που σημαίνει προοπτικές και συγκεκριμένες επιθυμίες. Έχω επίσης δεσμούς με το μέρος που με μεγάλωσε, που με κάνουν όχι μόνο να θέλω να κρατήσω ανοιχτή την πιθανότητα επιστροφής αλλά και να γεμίζω θυμό και λύπη όταν διαβάζω για την "κατάντια" μας. Νιώθω ανασφάλεια και φόβο, νιώθω την ελπίδα μου να εξανεμίζεται μαζί με τους μισθούς των δικών μου. Μου φαίνεται ότι χάνω σιγά-σιγά την ικανότητα να πάρω μια απόφαση που μου ανήκει δικαιωματικά: πού θα ζήσω τη ζωή μου. Γιατί τι προοπτικές έχω στην Ελλάδα; Να παλέψω χρόνια για μια θέση λέκτορα στο Πανεπιστήμιο, με το μισθό μου στο 1/10 αυτού που θα έβγαζα στο εξωτερικό και τις όλες τις προσπάθειες που κάνω τώρα εξαφανισμένες; Ή να τελειώσω διδακτορικό εδώ και να γυρίσω για να κάνω ιδιαίτερα; Και οι γονείς μου γιατί πάλεψαν να με στείλουν έξω αν είναι έτσι; Γιατί πλήρωσαν; Κι εγώ; Γιατί προσπάθησα τόσο πολύ; Είμαι της ιστορίας και της λογοτεχνίας, επάγγελμα καθόλου κερδοφόρο. Ούτε γιατρός δεν θα γίνω, ούτε δικηγόρος, ούτε μεγαλοεπιχειρηματίας.Φιλόλογος.
Φύγαμε εμείς και μετά από δύο μήνες έγινε το μεγάλο "μπαμ". Δεν θα μπορούσαμε να το είχαμε συγχρονίσει καλύτερα. Ή χειρότερα, όπως το πάρει κανείς. Μου έχουν πει ότι υπεραντιδρώ, ότι τα βλέπω όλα υπερβολικά σοβαρά γιατί δεν είμαι εκεί, και δεν μπορώ να δω ότι η καθημερινή ζωή παραμένει βασικά ίδια. Οι καφετέριες της Ναυαρίνου γεμάτες, η Τσιμισκή και η Εγνατία απροσπέλαστες λόγω κίνησης, το 58 ασφυκτικό και αφόρητο, το Αριστοτέλειο να φιλοξενεί πάρτι, καταλήψεις, αφίσες. Οι άνθρωποι που γελάνε, στέλνουν τα παιδιά τους σε σχολεία, πηγαίνουν στην δουλίτσα τους και παραγγέλνουν τον φραπέ τους.
Μα εγώ δεν είπα ότι άλλαξαν αυτά. Δεν είπα ότι ξαφνικά η ψυχοσύνθεση όλης της χώρας μεταμορφώθηκε. Σε κάποια θέματα έμεινε απελπιστικά ίδια, π.χ. στην καταπληκτική μας ικανότητα να πείθουμε τους εαυτούς μας ότι όλα είναι καλά, όλα ανθηρά, θα τα καταφέρουμε όπως τα καταφέραμε παλιότερα. Σε αυτό δεν αμφιβάλλω καθόλου, προφανώς και θα τα καταφέρουμε. Πότε θα μάθουμε όμως; Πότε θα μάθουμε να μην θεωρούμε τις ζωές και την κατάστασή μας δεδομένες; Πότε θα μάθουμε να μην συμβιβαζόμαστε; Πότε θα μάθουμε να παλεύουμε γι αυτό που θέλουμε, ή έστω για κάτι καλύτερο (αν δεν ξέρουμε τι θέλουμε);
Νιωθω την Ελλάδα να με διώχνει, όπως με διώχνουν και οι διάφοροι φίλοι και γνωστοί των γονιών μου, που μου λένε να μην γυρίσω, τουλάχιστον για τα επόμενα 10 χρόνια. Αυτό που έλεγε ο Παπάζογλου:
Αχ Ελλάδα θα στο πω
πριν λαλήσεις πετεινό
δεκατρείς φορές μ'αρνιέσαι
με πληγώνεις, με πονάς
σαν το νόθο με πετάς
κι από πάνω μου κρεμιέσαι
Και όντως νιώθω να με πληγώνεις και να μ'αρνιέσαι, Ελλαδίτσα. Κι εμένα και όλους αυτούς που είναι στην ηλικία μου και έχουν αφελή όνειρα για το μέλλον τους. Χαρά στον Έλληνα που ελληνοξεχνά. Εγώ δεν τα έχω καταφέρει.
Αλλά, θα μου πεις, τι ξέρω κι εγώ; 19 χρονών είμαι.

Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

Coleridge wisdom

To be beloved is all I need,
And whom I love, I love indeed.

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

We'll always have Paris

Le sang d'un poète

Για να αναπαράγουμε και λίγο τη θεωρία που μαθαίνουμε:

Ποιείν: δημιουργία, ενεργητική σύνθεση από το μηδέν αυτού που προηγουμένως δεν υπήρχε==>
Ποιητής: ο γεμάτος ενέργεια, αυτός που δρα, που ξεφεύγει από την παθητική ύπαρξή του, αυτός που δημιουργεί κάτι ολωσδιόλου καινούργιο, ο γεμάτος δύναμη, τα πάντα πληρών

Jean Cocteau και το αίμα του ποιητή.

Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Midterm

Η κύρια ασχολία μου αυτή τη στιγμή είναι ο Hugo, ο Balzac, ο Flaubert, ο Dickens, η Austen. Και μου φαίνεται πώς το γαλλικό μοντέλο μου ταιριάζει πιο πολύ. Τραγωδία και όχι παραμύθι. Αντί-happy end. Και ένας Dickens που εγκαταλείπει τον κεντρικό του ήρωα μόλις αυτός αποκτά την ευτυχία για να ασχοληθεί με τους άλλους, τους καταραμένους, τους καταδικασμένους σε θάνατο Nancy, Sikes, Fagin. Ένας Dickens που δεν ενδιαφέρεται για την ευτυχία, που την βρίσκει βαρετή.
Τρομακτικό τουλάχιστον. Δεν ξέρω ακόμα πώς να αντιδράσω, φοβάμαι και αδυνατώ να πιστέψω ότι η ευτυχία είναι τόσο βαρετή, ότι η ευτυχία εξ ορισμού δεν έχει λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Αλλά το γαλλικό μοντέλο με τραβάει. Άλλωστε, τον Hugo είδα να κάθεται πάνω σε ολόκληρο το Παρίσι, το οποίο κρέμεται από την πένα του. Τον Hugo και όχι την Austen. Τυχερέ Victor. Μια ολόκληρη πόλη στην πένα σου, στο έλεος σου. Την διαμορφώνεις, την διορθώνεις, την ορίζεις, κι όλα αυτά με το χαρτί και το μελάνι σου, με την δύναμη της τραγωδίας σου. Μιας τραγωδίας που κάνει τον αναγνώστη να γυρνά της σελίδες χωρίς να κοιτάζει την ώρα, που αρπάζει την ψυχή και την σφίγγει, κρατώντας την φυλακισμένη, όπως οι δικαστές την Λα Εσμεράλντα. Φυλακισμένοι της τραγωδίας και όχι του παραμυθιού.

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

P-A-L-E-S-T-I-N-E

Κι αν γίνομαι κλισέ, δεν με νοιάζει μάτια μου. Όλη η μπλογκό-σφαιρα (κι όχι μόνο) λέγεται ότι ακούει Τιρσέν, αλλά μάλλον θα υπάρχει κάποιος λόγος γι αυτό, non? Το συγκεκριμένο τραγούδι πάντως εμένα με εμπνέει, γιατί μου βγάζει αυτή τη διαμαρτυρία, γιατί χτίζει σιγά-σιγά την αντίστασή του, γιατί δυναμώνει, μαζεύει ταχύτητα και ορμή για να ξεσπάσει στο τέλος. Γιατί είναι αργό, σταθερό, και γεμάτο πάθος, όπως η διαμαρτυρία και το παράπονο που εκφράζει ο τίτλος. Γιατί η μοναδική λέξη που επαναλαμβάνει θα μπορούσε να ακούγεται ξανά και ξανά σε πορεία.
Οικιστική δραστηριότητα στην Ανατολική Ιερουσαλήμ ακούω. Άραβες απειλούν να ζητήσουν αναγνώριση της Παλαιστίνης αν συνεχιστεί, Ισραηλινοί απαντούν ότι οι Άραβες παραείναι απειλητικοί και δεν συνεργάζονται. Ο ΟΗΕ και ο υπόλοιπος κόσμος κάνει την πάπια. Τρόπος του λέγειν δηλαδή, γιατί και το να κάνεις την πάπια επιλογή και τρόπος σκέψης είναι, από την στιγμή που ΕΝΑΣ ΟΛΟΚΛΗΡΟΣ ΛΑΟΣ δεν αναγνωρίζεται καν. Όλοι πρέπει να βρουν το δίκιο τους. Αλλά αρχίζω και πιστεύω ότι δεν γίνεται. Που θα βρισκόμαστε του χρόνου; Στους πόσους πολέμους επιτέλους θα τελειώσει όλο αυτό; Πόσο τοξικό μίσος ακόμα πρέπει να απελευθερωθεί στην -ήδη βεβαρημένη- ατμόσφαιρά μας; That's history in the making for you.

Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010

Wordsworth love

Our destiny, our nature, and our home,
Is with infinitude, and only there—

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

Henri Matisse, Notre Dame

Παρούσα σε διάφορους τομείς της ζωής μου τώρα τελευταία, συνέχεια η ίδια εκκλησία, η ίδια σιλουέτα, το ίδιο καμπαναριό. Τι αλλάζει; Η πόλη γύρω της, οι δρόμοι, τα στενάκια, τα κτίρια. Ο χρόνος κυλάει, παρασέρνει, καθαρίζει, βουλώνει, αναταράσσει. Και η εκκλησία πάντα στητή, λες και τον προκαλεί. Η εκκλησία ως σημείο αναφοράς. Και ας κατρακυλάει ο χρόνος από γύρω της.

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

Transfigured Night

Τετράδια Γαλλικών απλωμένα παντού γύρω μου, είναι πέντε η ώρα το πρωί αλλά εγώ συνεχίζω την προσπάθεια, ταυτόχρονα ακούω Pierre Schaeffer και προσπαθώ να μάθω στον εαυτό μου Musique Concrete αλλά το μυαλό κολλάει, υπερφορτώνει, η νύστα με τσακίζει και κάπου εκεί χρειάζομαι το διάλειμμα, ανοίγω το youtube και πέφτω πάνω στο trailer της συνέχειας εκείνης της ταινίας που είχαμε δει μαζί το βράδι πριν φύγω, το βλέπω, είναι τρομακτικό, άπειρα τρομακτικό ειδικά γιατί θυμάμαι πόσο φοβήθηκα με την πρώτη ταινία και ξαφνικά ο Pierre Schaeffer που για να σου δώσω να καταλάβεις έκανε ένα τραγούδι όλο σφυρίγματα τραίνων πατάει κάτι περίεργα τριξίματα και το βιντεάκι με τρόμαξε, τα γαλλικά δεν μπορώ να τα βγάλω, και το ψυγείο μου μουγκρίζει και ακούω όλους τους ήχους στη διαπασών γιατί φοβήθηκα πριν. Η νύχτα μεγάλη, μυστήρια, μαγική, εξωπραγματική, η νύχτα γεμάτη Ρομαντικούς και Γαλλικά που δεν θα κάνω, η νύχτα τα διογκώνει όλα, και το βιντεάκι με τρόμαξε, και είμαι μικρή ακόμα και θέλω να φοβηθούμε μαζί. Μου λείπεις.

Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

What would Plato think?

Copyright στην σοκοφρέτα μου. Έτσι για να μπαίνουμε στο πνεύμα των ημερών.

Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2010

Επαναφορά

...στον εαυτό μου στην πρώτη λυκείου. Τότε που πρωτοανακάλυψα και άρχισα να ακούω πορωμένα Nightwish.
Λοιπόν, συγγνώμη για το γενικό πρήξιμο με τους Ρομαντικούς ποιητές, αλλά είναι ένα από τα μαθήματά μου, ο καθηγητής είναι καταπληκτικός και έχω πάθει την πλάκα μου με τον μυστηριώδη, σκοτεινό και ιδιοφυή S.T.Coleridge.
Back to Nightwish. Έχω διάφορους φίλους που τους μισούν παθιασμένα γιατί, λένε, η μουσική τους είναι απαίσια, όλοι τσιρίζουν, και γενικά είναι άθλιοι. Ε συγγνώμη, αλλά τώρα θα πάρω το αίμα μου πίσω. Γιατί συχνά οι μέταλ στίχοι τείνουν να είναι από τους πιό γεμάτους νόημα, οι μέταλ στιχουργοί από αυτούς που έχουν τα πιο πολλά να πούνε. Γιατί αυτό το τραγούδι είναι απλά η ερμηνεία του αρχηγού Τόμας των Nightwish ενός από τα πιό διάσημα ποιήματα όλων των εποχών, του "The Rime of the Ancient Mariner" του Coleridge. Γιατί εγώ δεν ακούω ούτε τσιρίδα ούτε δαιμονισμένα ντραμς. Γιατί μου σπάει τα νεύρα να έχουμε προκαταλήψεις μέχρι και στη μουσική. Γιατί ο Τόμας κατάλαβε μόνος του και ερμήνευσε υπέροχα αυτό ακριβώς που ο καθηγητής μου εξηγεί εδώ και μιάμιση βδομάδα, αυτό που σε συντιπτικό ποσοστό συνεχίζω να βρίσκω κρυπτικό και ακατανόητο. Γιατί ο καθένας μας αντιλαμβάνεται με διαφορετικό τρόπο τον αρχαίο ναυτικό, που λέει τόσα πολλά κι όμως επικοινωνεί τόσο λίγο. Γιατί ο καθένας μας ερμηνεύει τον ναυτικό ανάλογα με τις δικές του πράξεις, γιατί ο καθένας βλέπει σε αυτόν τον γέρο τον εαυτό του.


Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2010

Paradox

"Water, water, everywhere,
Nor any drop to drink"
--Samuel Taylor Coleridge

Oh the lights

5 η ώρα το πρωί, ατελείωτη ανάγκη για ύπνο, απαισιοδοξία στη σκέψη της ατελείωτης αυριανής μέρας που με περιμένει, και είναι ακόμα Δευτέρα βράδι· το ένα μάθημα τελείως αδιάβαστο, άντε να προσποιηθώ ότι διάβασα την Παναγία των Παρισίων τώρα, τι θα μαγειρέψω αύριο, μακάρι να μην γράψουμε τεστ στα γαλλικά, αυτή τη βδομάδα πρέπει να μην βγω πολύ, τα σεντόνια βγήκαν υγρά από το στεγνωτήριο, μακάρι να μην κρυώσω και μετά αρρωστήσω και έχω τρεχάματα, ξέχασα το στόρι ανοιχτό.
Τα φώτα. Η θέα από το παράθυρό μου, που δεν έχω παρατηρήσει ποτέ στο απόλυτο σκοτάδι, με τα δικά μου φώτα σβηστά. Τα χρυσά παραθυράκια της βιβλιοθήκης απέναντί μου, το δέντρο που λικνίζεται δίπλα στο παράθυρό μου. Η διπλανή εστία που ορθώνεται από την άλλη μεριά, δεκατέσσερις ορόφους ψηλή, με τα περισσότερα παράθυρα βουτηγμένα στο σκοτάδι. Η ηρεμία έρχεται έτσι απλά. Goodnight New York.

Τι βρίσκει κανείς σε ένα τετράδιο

Έχω ένα τετράδιο πολύ ξεχωριστό, ένα από αυτά που έχουν πολλοί από μας, ένα καταφύγιο σκέψεων, ένα συνοθύλευμα εικόνων, ένα κολλάζ ιδεών, μια αποθήκη ξεχασμένων σκόρπιων σημειώσεων, ένα πρόχειρο όπου γράφονται οι λίστες του σούπερ μάρκετ. Σκληρό εξώφυλλο, που δένει. Πουά- μωβ, μπλε, φούξια, πράσινο, κόκκινο. Δώρο του μπου. "Δώρο" τρόπος του λέγειν δηλαδή. Μου το έδωσε η μπουμπού όταν έφυγα· οι δύο πρώτες σελίδες του είναι καλυμμένες από τα πλαγιαστά, καλλιγραφικά σχεδόν γράμματά της, εντυπωμένα στο χαρτί με σμαραγδένιο γυαλιστερό μελάνι. Κρυμμένες μέσα στο πολύτιμο αυτό βιβλιαράκι είναι και εκείνες οι δύο σελίδες που είναι σκισμένες από κάποιο τετράδιο με μαθηματικούς τύπους και εξισώσεις, που είναι γραμμένες από χέρι πιο απρόσεχτο, πιο βιαστικό, γένους αρσενικού.
Διάλεξα το τετραδιάκι αυτό για να κρύψω τις σκέψεις που μου χάρισαν τα δύο αυτά αγαπημένα πρόσωπα. Το διάλεξα επίσης για να καταχωνιάσω τις δικές μου, να τις αποθηκεύσω σε ένα μέρος που μόνο εγώ γνωρίζω, σε μια γλώσσα που μόνο εγώ γνωρίζω (εφ'όσον το τετράδιο ζει μόνιμα σε Αμερικάνικο έδαφος). Σκέψεις αφιερωμένες στους 6 αγαπημένους μου ανθρώπους.
Για να τελειώσω λοιπόν με την μακροσκελή παρέκβασή μου, σήμερα έκανα ανασκαφές στις περσινές μου ιδέες, δεδομένης της υγρασίας που με εμποδίζει να κοιμηθώ. Κατάφερα μάλιστα να ξεθάψω επιτυχώς ένα στιχάκι από κάποιο ποιήμα που δεν έγραψα (τα ποιηματά μου τείνουν να είναι ιδιαίτερα κακής ποιότητας- reader beware).

Πνιγμένες κουβέντες στα χείλη
σκισμένοι στίχοι στο χαρτί
Λέξεις άδειες νοήματος που το συναίσθημα έπνιξε
Πώς να σας δώσω ζωή;

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

Camus wisdom

"[J]'ai été soutenu ainsi par le sentiment obscur qu'écrire était aujourd'hui un honneur, parce que cet acte obligeait, et obligeait à ne pas écrire seulement"

Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010

Swing your heartache


...Duke shares my birthday. Με βοηθάει πολύ κάτι δύσκολες στιγμές.

Πέμπτη, 16 Σεπτεμβρίου 2010

And we're back





It feels good.

Chef d'oeuvre

"A nous deux maintenant!"

~Παρακαλούνται όσοι θέλουν να διαβάσουν το Père Goriot χωρίς να ξέρουν το τέλος να σταματήσουν να διαβάζουν ΤΩΡΑ

Θα έπρεπε να κοιμάμαι, ή τουλάχιστον να διαβάζω Blake και τους λοιπούς Ρομαντικούς. Ωστόσο νιώθω τον εαυτό μου ανήμπορο, το μυαλό μου απασχολημένο με άλλου είδους σκέψεις. Νιώθω να ξεχειλίζω από εκείνο το συναίσθημα που μόνο η λογοτεχνία με κάνει να νιώθω, την κυριολεκτική πλημμύρα συναισθήματος, την αεικίνητη σκέψη, την δίψα για ερμηνεία όλων όσων μόλις κατάπια. Οι ιδέες κολυμπούν στο μυαλό, απαιτώντας να μεταμορφωθούν, να εξελιχθούν σε ήχους, φράσεις, προτάσεις, παραγράφους. Πρέπει να γράψω, να εξωτερικεύσω αυτό που νιώθω, να μεταφράσω τις σκέψεις μου σε λέξεις μήπως και μπορέσω κι εγώ η ίδια να τις καταλάβω. (*)
Αυτό που ξέρω είναι ότι πριν περίπου τρεις ώρες έπιασα στα χέρια μου τον κύριο Honoré de Balzac. Έκανα τη γνωριμία μου με τον père Goriot, ένιωσα τη λύπη του, τη χαρά του, έκανα τα πάθη του δικά μου. Το που ακριβώς πήγε η ώρα, και το πώς κατάφερε να περάσει ο χρόνος δεν το γνωρίζω. Τη μία στιγμή βρισκόμουν στο κρεββάτι με το κίτρινο κάλυμμα, τη θέα της κλασσικιστικής βιβλιοθήκης και την Αμελί με τον γάτο της να μου κρατούν παρέα μέσα από την κόκκινη αφίσα τους- την άλλη βρέθηκα στη μετά-Ναπολεόντια, αριστοκρατική Γαλλία. Βρέθηκα σε παρηκμασμένα σαλόνια υψηλής αισθητικής, σε σκουληκοφαγωμένες πανσιόν της μέσης τάξεως, στους λασπωμένους δρόμους του Παρισιού και στο νεκροταφείο με τον λόφο που δεσπόζει από πάνω τους. Έκλαψα στο πλάι του Rastignac, και ένιωσα μαζί του την ανάγκη να πολεμήσω κι εγώ το ταξικό σύστημα του Παρισιού, την αδικία του κόσμου, την υπέρτατη ψευδαίσθηση. Ένιωσα, ένιωσα, ένιωσα.
Ο Πλάτωνας μου δίδαξε ότι το συναίσθημα οδηγεί στη γνώση. Έτσι και ο κύριος Balzac κατάφερε να με οδηγήσει σε συναισθήματα δυνατά και ανώτερα, που δεν μπορούν παρά να οδηγούν σε κάποια ανώτερη γνώση, ή έστω να είναι από μόνα τους μια μορφή γνώσης. Πώς αλλιώς να εξηγήσω την πλημμύρα που ένιωσα μέσα στο μυαλό μου, την αγωνία μου καθώς παρακολούθησα τις αχάριστες κόρες να μαλώνουν μπροστά στον αιώνια υπομονετικό, υπομένοντα πατέρα Goriot, που ήταν πιθανότατα μεγαλύτερη κι από του Rastignac. Πώς γίνεται να ένιωσα αληθινό πόνο όταν παρακολούθησα τον πατέρα να δέχεται το ένα χτύπημα μετά το άλλο, αηδία μέχρι τέλους όταν η απαίσια σπιτονοικοκυρά προσπάθησε να του κλέψει το μόνο πράγμα που του είχε απομείνει;
Τι είναι αυτό που κάνει ένα αριστούργημα αυτό που είναι; Είναι η σύνταξη; Οι επιθετικοί προσδιορισμοί; Οι μεταφορές; Ο τρόπος που σκιαγραφούνται οι χαρακτήρες; Οι αφηγηματικές τεχνικές; Η πλοκή;
Μου φαίνεται ότι ήρθε επιτέλους ο καιρός να προχωρήσω πέρα από αυτά που μου έμαθαν στο σχολείο. Το αριστούργημα είναι βεβαίως μια ενορχήστρωση όλων των παραπάνω, και δεν θα είχε την αρμονία που το χαρακτηρίζει αν καθένα τους δεν ήταν προσεκτικά κουρδισμένο. Νομίζω όμως ότι η αρμονία απαιτεί και κάτι περισσότερο- την ψυχή που της δίνει έναυσμα και σκοπό. Το αριστούργημα πρέπει πάνω από όλα να έχει ψυχή, να είναι γραμμένο από ανθρώπους για ανθρώπους, και να απευθύνεται στην πιό ανθρώπινη ιδιότητά μας: το συναίσθημα (τι ειρωνεία, αντί να γράφω αυτό θα έπρεπε να διαβάζω ρομαντική ποίηση). Το παραπάνω συναίσθημα μπορεί να μας οδηγεί σε σκέψεις λογικής φύσεως, ή άλλοτε σε δάκρυα, σε γέλιο, σε αναστεναγμούς. Μπορεί να είναι αυθόρμητο ή στενά σχετισμένο με τη λογική. Είναι όμως μια έκφραση της ψυχής μας, της όμορφης, της μυστήριας, της περίπλοκης, της εκνευριστικής, της αιώνιας. Της ψυχής που είναι απαραίτητα παρούσα σε ένα αριστούργημα και που κάνει αισθητή την παρουσία της εισβάλλοντας με τη σειρά της σε εκείνη του αναγνώστη. Της ψυχής, που είναι ο λόγος που αγαπώ τόσο τη λογοτεχνία.



(*)Ce n'est pas avec des idées qu'on fait des vers, c'est avec des mots--Stéphane Mallarmé

Σάββατο, 4 Σεπτεμβρίου 2010

Η απόλυτη θεότητα


Ναι, είναι πανέμορφος.

Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

"Ο πιο αναρχικός απ'τους αναρχικούς"

Ανακαλύπτοντας τον Άσιμο:

Γιουσουρούμ

Ήταν οι πόρτες μου δίχως μπαχτσέδες
και μεντεσέδες κρατάνε τη γη
γίναν οι φτέρνες μου σαν τροχαλίες
και στον κουβά τους αράζεις εσύ
αλλάζεις συχνά κάθε τόσο στολή
αλλάζεις οσμή, αλλάζεις σασί
και η ελπίδα μας έχει θαφτεί
σαν τον Ντορή μέσ' στο παχνί.

Πάγωσε η ψείρα μου και παραπαίουσα
μ' ένα τικ τακ μου ματώνει τ' αυτιά
όλα με πρόγραμμα όλα με σχέδιο
πρωτοκολλήσανε τον έρωτα
και θες να πετύχω με μια μπαταριά
χίλια φλουριά, χίλια φλουριά
για να σου χαρίσω μαντάτα καλά
να 'χεις αγάπη μου λεφτά.

Ποντικοφάρμακο για τους μεγάλους
και μουρουνόλαδο για τα παιδιά
κι έπλεξες σώβρακα για τους φαντάρους
και θυσιάστηκες πατριωτικά
σου στέλνω μήνυμα μ' ένα ταμ ταμ
να μαγειρεύεις με βιτάμ
κι ήσουνα γόησα κι έκανες μπαμ
κι εγώ σε ψάχνω στο χαμάμ.

Άδειο το βλέμμα σου, κούφιες οι ώρες μας
στα ενυδρεία σε χώσαν ζωή

συνηθισμένοι ο καθένας στο ρόλο του
κι η φαντασία μας έχει χαθεί

την ξεπουλήσαμε στο γιουσουρούμ
για ένα κουστούμ, για ένα κουστούμ
την ξεπουλήσαμε στο γιουσουρούμ
για ένα κουστούμ, για ένα κουστούμ.

Μία διαδήλωση δέκα μικρόφωνα
και τα μεγάφωνα στη διαπασών
χιλιάδες δίποδα με μαγνητόφωνα
κι έχουν λουστεί με την ίδια λοσιόν
ξεπουληθήκαμε στο γιουσουρούμ
για ένα κουστούμ, για ένα κουστούμ
κι ο εαυτούλης σας πέταξε βζούμ
ταρατατατζούμ, ταρατατατζούμ.

Ω εποχή μού θυμίζεις τον Καίσαρα
κι οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν
κι όσο γερνώ μπουσουλώ με τα τέσσερα
τα τροχοφόρα με προσπερνούν

φεύγω να πάω να βρω στο Μπανκόγκ
τον σύντροφό μου τον Κινκ-Κονκ
μές στο μυαλό μου βαράνε τα γκόγκ
μοιάζω με μπάλα του πινκ-πογκ


Μας εκτελούνε με σφαίρες ντούμ-ντούμ
σφαίρες ντούμ-ντούμ, σφαίρες ντούμ-ντούμ
κι εμείς ξεπουλιώμαστε στο γιουσουρούμ
ταρατατατζούμ για ένα κουστούμ.

Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2010

Ταξίδι

No matter gay or grim
It's those tiny little sparks
Daily life that makes me
Forgot my sulky heart

It doesn't matter when
It may rain or it may shine
But you will always be here
Stored inside my mind



Έχω πολύ καιρό να σου αφιερώσω μια ετικέτα όλη δική σου.. και νιώθω ότι πρέπει. Πρώτον το αξίζεις, δεύτερον γιατί όσα γράφω για σένα μου φαίνονται πιο ειλικρινή, πιό απλά, πιο αληθινά, πιο... όμορφα. Αφορμή λοιπόν αυτό το τραγούδι, και συγκεκριμένα οι στίχοι που παρέθεσα πιο πάνω. Τους Royksopp τους ανακάλυψα τελευταία, και έχει κανά-δυό μέρες που έχω τα τρία τους άλμπουμ στο repeat.
Οι γονείς μου με ρώτησαν αν άκουγα αυτό το τζαζ συγκρότημα του '70 που τόσο τους αρέσει. Η απάντηση ήταν όχι, αλλά ο λόγος που με ρώτησαν είναι ίσως και η απάντηση στο γιατί κόλλησα με τους εν λόγω κυρίους. Η μουσική τους θεωρείται φυσικά electronic, downbeat και trip-hop. Αλλά είναι και τζαζ, είναι και λίγο σόουλ και κατα κάποιο τρόπο και κλασσική. Με ταξίδεψε. Όταν άκουσα το συγκεκριμένο τραγούδι πραγματικά ονειρεύτηκα. Απογειώθηκα και έφυγα από το ζεστό Θεσσαλονικιώτικο απόγευμα.
Αρχικά ένιωσα χαλαρή. Βρέθηκα σε εκείνο το νησί των Σποράδων που πλέον σημαίνει τόσα πολλά για μένα. Εκεί όπου έζησα έναν σεισμό, κληρονόμησα το μεγαλύτερο κάψιμο της ζωής μου, δοκίμασα αστακομακαρονάδα μετά κόπων και βασάνων, γέλασα ατελείωτα με αφορμή καπετάνιους παγκοσμίου φήμης, μπήκα συνοδηγός σε ένα Ματιζάκι, αγόρασα μια άχρηστη ομπρέλλα θαλάσσης, ήπια Tanqueray λεμονάδα και Μάι Τάι στη λάιβ εκδοχή του Έντεχνου του νησιού, και το σημαντικότερο, ερωτεύτηκα. Ξανά, περισσότερο. Ένα ταξίδι γεμάτο sparks.
Ύστερα σοβάρεψα. Ταξίδεψα στον εαυτό μου, στις σκέψεις μου, σε αυτά που ήξερα, που έμαθα, που κατέρριψα και που μαθαίνω. Σε στιγμές που προκαλούν sparks, σε σκέψεις που προκύπτουν από τα sparks αυτά. Επισκέφθηκα αυτόν που κατά κύριο λόγο μου προκαλεί τα sparks-- εσένα. Γιατί είναι αλήθεια- ό,τι κι αν μου συμβαίνει, αυτά τα μικρά σπιθάκια είναι που με επαναφέρνουν, που μου φτιάχνουν το κέφι. Στιγμές όπως αυτές που περιέγραφα πριν. Μικρές σε αξία για τους άλλους, ίσως και φαινομενικά ασήμαντες τη στιγμή που πραγματώνονται, αλλά με τεράστια σημασία για όσος ξέρουν πραγματικά το νόημά τους.
Μια πυλωτή. Μια ταράτσα. Ένα μπουκάλι κρασί. Suspiria. Ένα φουσκωτό σε μια παραλία. Παστουρμάς. Μελιτζανοσαλάτα. Ένα διπλό κρεββάτι κι ένα μονό στη Λεπτοκαρυά. Ένα βραδινό μπάνιο. Τάβλιτάβλιτάβλι. Η παρασκευή κρεπών. Η στιγμή που μου ανακοίνωσες ότι ξέχασες στο σπίτι τα εισητήρια του Μπομπ, πέντε λεπτά πριν ανεβούμε στο λεοφωρείο για Αθήνα. Τόσα άλλα που θυμάμαι και δεν έχω χώρο να γράψω, και αυτά που δεν θυμάμαι αλλά ωστόσο μου θερμαίνουν την καρδιά. Όλα αυτά που δημιουργούν sparks μεταξύ μας, που μας κάνουν να ξεχνάμε ξυπνήματα στις 7, προπονήσεις και βουνά διαβασμάτων.
Ταξιδεύω σε νησιά και πόλεις, σε μένα και σένα. Ακούω για πολλοστή φορά το τραγούδι. Η ειρωνεία; Ξέρω ότι δεν θα σ'αρέσει. Εσύ ταξιδεύεις με άλλα (Παπακωνσταντίνου). Ίσως είναι καλύτερα έτσι. Δημιουργούνται σπίθες.

Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010

Synesthetic Magic


Van Gogh, "Starry Night"

Klimt, "Danaë"

Velazquez, "Las Meninas"

Matisse, "The Dance"

Vermeer, "The Astronomer"

Cezanne, "Les Grandes Baigneuses"

Έχω αρχίσει να πιστεύω ότι μερικοί άνθρωποι είναι προικισμένοι όχι με σταθερό χέρι, εξαιρετικό αυτί, ιδιαίτερη αίσθηση της γραμματικής ή της μεταφοράς ή όμορφη φωνή, αλλά με απαράμιλλη όραση. Έχουν δηλαδή την ικανότητα να βλέπουν χρώμα εκεί που οι υπόλοιποι βλέπουν γκρίζο, έναν χορευτή με εξαιρετικά ενορχηστρωμένες κινήσεις εκεί που οι άλλοι βλέπουν έναν μάγειρα να ανακατεύει μακαρόνια, ταξίδι σε αυτό που οι άλλοι ονομάζουν καθημερινότητα. Ίσως ο καλλιτέχνης πρέπει, πάνω απ΄όλα, να πάσχει από το δικό του είδος συναισθησίας, την πάθηση εκείνη που προκαλεί το ανακάτωμα των αισθήσεων και μας κάνει να βλέπουμε χρώματα όταν ακούμε διαφορετικές νότες. Μαγεία.

?

Άνοιξα δύο tabs. Στο ένα τα requirements ενός 'history major' και στο άλλο αυτά του 'comparative literature and society'. "Πες μου τι να σπουδάσω", είπα. "Πες μου τι μου ταιριάζει". No answer. Και ο Φεβρουάριος του Sophomore year απειλητικά κοντά.
Ώρες-ώρες εύχομαι η ζωή μου να είχε έναν σιωπηλό παρατηρητή- συγγραφέα, να μου διαλέγει τα μονοπάτια μου. Να μπορεί να μου εγγυηθεί ότι δεν κάνω λάθος.
Από την άλλη, από τα λάθη μαθαίνει κανείς.
Άντε τώρα να αποφύγεις τον παραλογισμό.

Σάββατο, 21 Αυγούστου 2010

Summer has not gone yet




Άμμος
σαν χρυσόσκονη- απαλή, ιριδίζουσα, χρυσαφένια.
Κύματα
σαν τραγούδι- ακατάπαυστη μουρμούρα σε γαλάζιο μείζονα.
Άνθρωποι
που σηματοδοτούν τις μέρες μου
που δημιουργούν τις μέρες μου

Χρόνος
παράλληλος με ανθρώπους,
ανάλογος με ανθρώπους.
Τέσσερις μήνες
μια
στιγμή.

Χρόνος
σαν άμμος,
στροβιλιζόμενος στον άνεμο,
άλλοτε μικρός κόκκος,
άλλοτε παραλία ολάκερη.

Χρόνος σαν κύματα
ασταμάτητος,
άλλοτε οργισμένος
άλλοτε ήρεμος- σταθερός.

Τέσσερις μήνες
μια
παραλία.

Παρασκευή, 6 Αυγούστου 2010

Dear Bob, marry me?

"No reason to get excited", the thief he kindly spoke,
"There are many here among us who feel that life is but a joke
But you and I, we've been through that, and this is not our fate,
so let us not talk falsely now, the hour is getting late"


Δεν χρειάζεται καν σχόλιο. Τι έχω άλλωστε να προσθέσω σε μια τέτοια τραγουδάρα;

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

Τα παιδία παίζει.

Ζούμε σε ένα Absurdistan. Το έχουμε ξαναπεί αυτό.

Knowledge.
Knowledge…KNOW…ledge?… NOW …ledge? NO? …ledge?

I know you.
I. Now you.
I, no you.
I. No. You.
I know you?

Κάνω κι εγώ τα μικρά δειλά παράλογα βήματά μου λοιπόν.

Δεκέμβρης 1903

Αγαπώ Μάλαμα. Αλλά η εκδοχή του Αλκίνοου μου άρεσε άπειρα περισότερο. Πιο κλασσικό, μελωδικότατο, με ολόκληρη ορχήστρα να συνοδεύει τον στίχο. Χάνεσαι στη μουσική και στη φωνή, όπως ο Καβάφης σε κάνει να χάνεσαι στην μουσικότητα και τον αισθησιασμό του στίχου του. Και βγάζει κάτι το τραγικό, κάτι σοφό και επομένως συνειδητοποιημένο και στοϊκό. Βγάζει έρωτα, μυστικοπάθεια, απώλεια, καταπίεση, όλα αυτά εν γνώσει του ατόμου που τα νιώθει. Υπάρχει κάτι πιο Καβαφικό;

Δευτέρα, 10 Μαΐου 2010

Realization

Τελικές εξετάσεις. Μέρες μελέτης. Εργασίες. Μεταφράσεις. Ιστορίες για Μεσανατολικά ζητήματα, Καβαφικές ματαιοδοξίες, Δον Κιχώτες. Ιστορίες για αγρίους. Ιστορίες για μένα. Και μέσα σ'όλα αυτά, ένα σινεμά για το οποίο δεν έχω χρόνο. Μου είπανε ότι τα πράγματα που θα απολαύσω πιο πολύ στη ζωή μου θα είναι αυτά τα αυθόρμητα, για τα οποία δεν είχα χρόνο. Είχαν δίκιο. Σινεμά λοιπόν, και πιο πριν παγωτάκι στην πλατεία που είναι τόσο απέραντη ώστε ο χαρακτηρισμός "πλατεία" να μην της αρμόζει πιά. Στην πλατεία της οποίας τα φώτα δεν σβήνουν ποτέ. Στην πλατεία που συνήθως απεχθάνομαι, διότι έχω βαρεθεί πλέον το πολύ και ανούσιο φως. Γενικά έχω βαρεθεί τα ανούσια πράγματα, τα ανούσια μέρη, τους ανούσιους ανθρώπους, τις ανούσιες πράξεις (το καλύτερο των αγαπητών Αμερικάνων).
Κάτι τέτοιες μέρες πάντως, έχω απλώς ανάγκη να ακολουθήσω την αυθεντική κοκκινομάλλα συγκάτοικο και άλλους φίλους και γνωστούς χωρίς να σχολιάζω από μέσα μου, να πάω απλώς εκεί που με πάει η στιγμή. Να καταλήξω σε μια ταινία που δεν θα διάλεγα ποτέ από μόνη μου, να μπω σε ένα παγωτατζίδικο στο οποίο δεν θα έμπαινα ποτέ μόνη μου, να γνωρίσω κόσμο στον οποίο κανονικά δεν θα μιλούσα. Κάπως έτσι μπαίνω στην αίθουσα με ανεβασμένη λόγω αυθορμητισμού διάθεση, κι ας έχω τρεις εργασίες να με περιμένουν.
Ταινία λοιπόν. Ταινία και μία τερατώδης Coca-Cola, παρ'όλο που ζήτησα "small" (στην Αμερική είσαι, κοπέλα μου, τι ήθελες;). Δεν είμαι σίγουρη αν έχει νόημα να αναφέρω το όνομα της ταινίας. Όπως και να 'χει, τα φώτα σβήνουν, και η Αιθεροβάμων αγκαλιά με την τιτανομέγιστη Coca-Cola μεταφέρεται αλλού. Η ταινία ξεκινά.

Κάπου εδώ θα πρέπει να αναφέρω σε αυτούς που δεν με ξέρουν και τα διαβάζουν αυτά -ας υποθέσω για χάριν της ματαιοδοξίας μου ότι υπάρχουν- ότι πάσχω από το σύνδρομο της υπερκινητικής σκέψεως. Αυτό θα πει ότι ακόμα κι όταν δεν πρέπει, ακόμα κι όταν ξέρω ότι είναι ηλίθιο και ανούσιο, συνεχίζω να υπεραναλύω και να κριτικάρω τα πάντα που μου συμβαίνουν. Ταυτόχρονα, η φαντασία μου δημιουργεί σενάρια που ούτε σε ένα εκατομμύριο χρόνια δεν θα πραγματώνονταν και με πείθει ότι είναι απολύτως πιθανά και ρεαλιστικά.

Προσπαθώ να πατήσω το "off" και απλώς να κάτσω να δω την ταινία μου σαν άνθρωπος. Και το καταφέρνω, εν μέρει δηλαδή, γιατί κάπου εκεί στη μέση αρχίζουν και φυτρώνουν κάτι ζιζανιάκια σκέψεις, του στιλ "τι-κάνω-εγώ-εδώ-αυτή-η-ταινία-είναι-όλα-όσα-με-εκνευρίζουν-στην-Αμερική". Μέχρι το τέλος τα ζιζανιάκια έχουν φουντώσει και έχουν γίνει ζούγκλα του Αμαζονίου, και αποφασίζω ότι η ταινία για να δω την οποία ανέβαλλα πάλι το διάβασμα περί ιστορίας του Ισραήλ βάζει τρικλοποδιά στον εαυτό της με τον γνωστό τρόπο: προσπαθεί να κριτικάρει κάτι παίρνοντας τον εαυτό της υπερβολικά σοβαρά, και καταλήγει υποστηρίζοντας αυτό που υποτίθεται πως σχολιάζει.
Καταλήγω λοιπόν σε αυτό το συμπέρασμα, και για λίγο νιώθω ευχαριστημένη με τον εαυτό μου. Μπόρεσα βλέπεις να διαμορφώσω την δική μου άποψη- κάτι δεν είναι κι αυτό;
Τότε είναι που βιώνω το realization του τίτλου, ξαφνικό σαν αστραπή, όπως συμβαίνει καμιά φορά στα βιβλία. Η άποψη αυτή δεν είναι δική μου. Ή ίσως και να είναι, αλλά όπως και να 'χει έχω καταλήξει σε αυτήν ακολουθώντας ένα τρόπο σκέψης που δεν είναι δικός μου. Έναν τρόπο σκέψης που προέρχεται από σένα, από τον άνθρωπο που έχει επηρεάσει τη ζωή μου περισσότερο από κάθε άλλον.
Αυτά τα πράγματα δεν είναι σωστά. Μεγάλωσα, πήγα πανεπιστήμιο, τελείωσα το πρώτο έτος. Νόμιζα ότι θα ανεξαρτητοποιηθώ τελείως, και από άποψη σκέψεως. Ωστόσο, συνειδητοποιώ τώρα ότι ήμουν απλώς αφελής. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν συμβάλλει τόσο πολύ σε αυτό που είσαι που το να δημιουργήσεις έναν τρόπο σκέψης ανεξάρτητο από αυτούς θα σήμαινε ότι σταματάς πλέον να είσαι ο εαυτός σου. Το Χάρλεμ είναι Χάρλεμ διότι βρίσκεται στη Νέα Υόρκη. Αν ήταν οπουδήποτε αλλού, δεν θα ήταν πλέον αυτό που είναι· θα του έλειπε το Cotton Club, η πολυπολιτισμικότητα, η εγκληματικότητα, κάτι τέλος πάντων. Χάρλεμ ανεξαρτήτου Νέας Υόρκης διάφορο του Χάρλεμ. Εγώ ανεξάρτητα από σένα δεν θα ήμουν εγώ. Ίσως να ήμουν μαθηματικός, έχοντας μάθει να αγαπώ τους αριθμούς που εσύ μου έμαθες να φοβάμαι. Ίσως να απεχθανόμουν τους Ρώσους συγγραφείς που τώρα τόσο αγαπώ, ή να προτιμούσα τα σκυλιά από τις γάτες. Ίσως να μην είχα αυτό το μπλογκ, ίσως να μην έγραφα καν.
Συλλογισμός ολόιδιος με τον δικό σου, σου λέω. Μου έρχεται στο μυαλό ένα επεισόδιο από τα "Φιλαράκια", όπου η Ρέιτσελ καταλαβαίνει ότι έχει τις ίδιες αντιδράσεις με τον μπαμπά της, και λέει: "I spent so much time trying not to be my mother, I didn't see this coming!". Και βλέπω ότι κι εγώ σε κάποια θέματα είμαι ίδια εσύ. Και δεν νομίζω ότι με ενοχλεί, γιατί όπως και να το κάνουμε, δεν έχω γνωρίσει κανέναν που να μην έχει επηρεαστεί απίστευτα από τους γονείς του με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.
Συμβιβάζομαι. Είμαι ανεξάρτητη. Έχω τις ολόδικές μου σκέψεις. Αλλά είμαι εγώ, και σε έχω τοποθετήσει πάνω σε ένα βάθρο, και είμαι αδιαμφισβήτητα η κόρη σου, κάτι δικό σου. Είμαι πολύ μπαμπάκιας, πώς να το κάνουμε;

Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

Γράφω και μαθαίνω




Il n'y a pas de dialogue, le dialogue est un duperie.


Ψέματα; Όσο παρακολουθώ ακαδημαϊκούς να διαπληκτίζονται μεταξύ τους απλά και μόνο για να αποδείξουν ότι ο καθένας τους είναι εξυπνότερος από τον διπλανό του, πολιτικούς να λένε τα δικά τους, να μιλάνε για ώρες και εντέλει να μην λένε τίποτα, συνομήλικούς μου να γίνονται από άγνωστοι κολλητοί και μετά εχθροί μέσα σε τρεις μήνες, ε δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω.

Κυριακή, 21 Μαρτίου 2010

Χωρίς τίτλο

Κάπως έτσι...
βλέπω ένα πρόσωπο και μου αλλάζει όλη η διάθεση.

Και το πιο περίεργο; Δεν χρειάζεται να σε δω καν live- και μια οθόνη υπολογιστή μου αρκεί για να αλλάξει όλη μου η μέρα.

Κάπως έτσι...
ακούω μια φωνή και χαίρομαι μόνη μου.

Και κατ'ευθείαν μετατρέπομαι σε πλακατζού, σε απίστευτα χαρούμενη, σε άνθρωπο που χορεύει γύρω γύρω χτυπώντας παλαμάκια και τους μπερδεύει όλους.

Κάπως έτσι...
και εδώ και ένα χρόνο είμαι άλλος άνθρωπος.

Και τα βλέπω όλα θετικά. Και μετράω μέρες μέχρι τις 18 Μαΐου. Και κάνω πράγματα που δεν περίμενα ποτέ να κάνω, κι όμως χαίρομαι που τα κάνω.

Τι άλλο θα μπορούσα να θέλω;

Καλημέρα και περαστικά φάτσα :)


Σάββατο, 20 Μαρτίου 2010

116th and Broadway





Η κολλητή της μαμάς μου έχει να διηγείται πώς γνώρισε τον Kurt Vonnegut έξω από το κτήριο του ΟΗΕ. Έχει επίσης να διηγείται πώς άρχισε να μαλώνει μαζί του, καθώς ο εν λόγω κύριος της είπε ότι "one should only ever live in New York if they're a writer".
Μου αρέσει το γράψιμο, αλλά προφανώς δεν θεωρώ τον εαυτό μου συγγραφέα. Πάντως, καταλαβαίνω τι εννοούσε- πού αλλού μπορείς να βρεις όλες αυτές τις εικόνες μέσα σε κυριολεκτικά 3 τετράγωνα;

Το τραγούδι σοκολάτα

Μπορώ να το ακούω ξανά και ξανά και ξανά και ξανά....
σαν να τρώω την μία σοκολάτα μετά την άλλη ένα πράγμα.

Ο τέλειος συνοδός για τα υπαρξιακά μας με την ΜΜ1 και τις ατελείωτες ώρες που πέρασα στην βιβλιοθήκη με τον κύριο Derrida.
Το ένα πράγμα που ξέρουμε για τους εαυτούς μας ΜΜ είναι ότι τουλάχιστον μας αρέσουν κάτι τέτοια τραγούδια. Και πώς να μην μας αρέσουν- αφού είναι χάρμα, μούρλια, όμορφα, ταξιδιάρικα και ονειροπόλα.

"New favorite genre of music= contemporary communist music" σύμφωνα με σένα.

Ω ναι.

Μ'αεροπλάνα και βαπόρια

Με φάγανε τα λεωφορεία τις τελευταίες μέρες. Columbia- Port Authority, Port Authority-Woodbury Commons, Woodbury Commons-Port Authority, Port Authority- Columbia, Columbia-Port Authority, Port Authority-Ridgewood, Ridgewood-Port Authority, Port Authority Columbia, Columbia- Grand Central. Σε λιγότερο από 48 ώρες. Πόσες φορές έγραψα "Port Authority" σε μια πρόταση; Ειλικρινά βαριέμαι να μετρήσω. Τέλος πάντων το θέμα είναι άλλο. Ότι αυτές τις δύο μέρες κατάφερα να γίνω η βασίλισσα του Port Authority το οποίο μίσησα, καθώς και των λεωφορείων του. Και κατάφερα να ζήσω μπόλικες από εκείνες τις στιγμές που είχα να ζήσω από το καλοκαίρι με τα αιώνια ΚΤΕΛ (Χαλκιδικής) του, που τους λείπει πάντα το κλιματιστικό όταν το χρειάζεσαι, τα καθίσματα των οποίων είναι μονίμως ντυμένα με εκείνο το απαίσιο βελούδο που κάνει τα πόδια να ιδρώνουν και να κολλάνε πάνω του, αφού -φυσικά- φοράς σορτσάκι, που κουνάνε και χοροπηδάνε τόσο πολύ που με πιάνει ναυτία. Που λέτε χόρτασα μπόλικες από εκείνες τις λεωφορειο-στιγμές. Η τσάντα που βάζω πάνω στα γόνατα γιατί αν την αφήσω στην διπλανή θέση είναι αγένεια γι'αυτόν-ην που ίσως θέλει να κάτσει, ο πόλεμος για την δίπλα στο παράθυρο θέση για να μπορώ να βλέπω έξω, ο λαιμός που παθαίνει αγκύλωση γιατί για 2 ώρες κοιτάω έξω από το παράθυρο, τα κλέφτικα βλέμματα που ρίχνω που και που στους διπλανούς, οι περίεργοι τύποι και τύπισσες που πιάνω να με κοιτάνε και όταν με βλέπουν που τους βλέπω δεν κοιτάνε αλλού. Ναι, όλα αυτά τα χόρτασα (και πάλι).
Όμως κουράστηκα. Όταν επιτέλους μπόρεσα να βάλω τις πιτζάμες μου και να κάτσω σαν άνθρωπος (;) στην καρέκλα μου ήταν πια 10 το βράδι. Δύο μέρες μετά την τελευταία φορά που το είχα κάνει.
Βρήκα λοιπόν την εξήγηση. Γιατί νιώθω ότι πρέπει να δώσω μια εξήγηση σε σας τους δύο τουλάχιστον που ξέρω ότι σίγουρα θα το διαβάσετε αυτό. Εξηγεί το λόγο που νομίζες Αγελαδίτσα ότι πέθανα, αφού το συγκεκριμένο μπλογκ δεν έδινε σημεία ζωής. Η εξήγηση είναι απλά ότι κουράστηκα. "Τι χαλαρή που φαίνεσαι" είπε προχτές ο μπαμπάκας μου από το σκάιπ και με σόκαρε. Φαντάσου, δηλαδή. Για να το είπε, για να ένιωσε την ανάγκη να το επισημάνει πάει να πει ότι η συνηθισμένη μου κατάσταση είναι άλλη, είναι το στρες, η κούραση, η ένταση. Τρόμαξα όταν το σκέφτηκα: τρέχω από δω, τρέχω από κει, και εντέλει δεν προλαβαίνω να κάνω αυτά που μου αρέσουν, όπως είναι το να γράφω αυτές τις λέξεις. Γιατί; Γιατί όταν επιτέλους βρίσκω χρόνο το μόνο που έχω διάθεση να κάνω είναι να κοιμηθώ ή να κάψω λίγα εγκεφαλικά κύτταρα με ALIAS (καινούργια συνήθεια αυτή).
Δεν θα το ξανακάνω. Δεν είναι μόνο το βρίσιμο του Σπάιρους, είναι και το βρίσιμο που έσουρα μόνη μου στον εαυτό μου. Γιατί αυτό που σιχαίνομαι πάνω απ όλα, αυτό που δεν αντέχω, αυτό για το οποίο νιώθω τόση απέχθεια όση χρειάζεται για να είμαι εδώ που είμαι είναι η τεμπελιά.
Φαύλος κύκλος. Γιατί η απέχθειά μου για την κυρία τεμπελιά με κάνει να μην θέλω να κάτσω άπρακτη, με κάνει να πάρω τα λεωφορεία και να τρέχω από δω και από κει. Με κάνει να παίρνω τα τρένα και να τρέχω στο Πρίνστον και κυρίως στο Γέηλ. Με κάνει να παίρνω τα αεροπλάνα και να φεύγω από το ωραίο άνετο σπιτάκι μου με τον γουργουριστό γάτο πάνω στο ροζ πάπλωμά μου και να έρχομαι στην πόλη της οποίας τα πεζοδρόμια έχουν το ίδιο αποτέλεσμα με δέκα φλιτζανάκια του εσπρέσο, στην πόλη όπου τα αμάξια τρέχουν στους δρόμους και οι άνθρωποι συνεχίζουν να τρέχουν στα υπόγεια περάσματα κάτω από τους δρόμους.
Εντέλει δεν ξέρω αν κάνω καλά. Δεν ξέρω αν κουράζω τον εαυτό μου υπερβολικά σε μια περίοδο που θα έπρεπε να είναι όλο ηρεμία ύπνος και πάρτι. Δεν ξέρω τι νόημα έχει το οτιδήποτε κάνω. Δεν ξέρω ποιός είναι ο σκοπός και δεν ξέρω που θα τελειώσει το έργο. Ο Διονύσης Καψάλης πιστεύει ότι η ζωή δεν μπορεί ποτέ να έχει ένα σκοπό, ότι είναι μια αλυσίδα από ασύνδετα γεγονότα, και ότι ο μόνος λόγος που προσπαθούμε να ενώσουμε όλα αυτά τα γεγονότα είναι ότι προσπαθούμε να κάνουμε τις ζωές μας να πλησιάσουν, όσο μπορούν, το ιδανικό- την τέχνη. Η ζωή όμως δεν είναι τέχνη, άρα δεν θα έχει ποτέ ένα συγκεκριμένο σκοπό. Επομένως, λέω εγώ, γιατί να κάνω ότι κάνω, και γιατί να παλεύω να δώσω νόημα σε κάτι το οποίο εξ'ορισμού, δεν έχει ένα μοναδικό, συγκεκριμένο νόημα;
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η αναζήτηση με σπρώχνει μονίμως στα μέσα μεταφοράς (τα αεροπλάνα και τα βαπόρια που λέγαμε). Και με έχει αιωνίως στο τρέξιμο. Δεν θα σταματήσω ποτέ να είμαι έτσι, δεν θα σταματήσω ποτέ να είμαι κουρασμένη° το λεγόμενο "χαλλλλαρά" για μένα θα είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Κάπου εδώ έρχεται λοιπόν το "συγγνώμη" μου σε αυτούς που εξ αιτίας μου δεν μπορούν ούτε κι αυτοί να ηρεμήσουν, που ενδέχεται να περνούσαν λίγο καλύτερα αν ήμουν λίγο πιο νορμάλ άνθρωπος και καθόμουν ήσυχη. Σε αυτούς που το ένιωσαν όταν έφυγα. Σε αυτούς που το νιώθουν ακόμα, που (θέλω να πιστεύω) νιώθουν την απουσία μου όπως νιώθω κι εγώ τη δική τους. Σε εσάς τους δύο που με διαβάζετε με περισσότερη επιμέλεια από τους άλλους γιατί σας ενδιαφέρει το τι κάνω και τι σκέφτομαι. Συγγνώμη που είμαι μονίμως στα αεροπλάνα και στα βαπόρια.
Μαζί με τον Σαββόπουλο και τους αγαπημένους υπαρξιστές της ΜΜ1 (εγώ είμαι η 2) μου ήρθε και κάτι άλλο - η κυρία Βάνα και η παράσταση της Α λυκείου. Γιατί τότε ήταν που είχα την πρώτη μου επαφή με το εξής:

[...] Ωραίος, ανάλαφρος
ο ίλιγγος τούτος, - πρόσεξε, θα πέσεις.
Μην κοιτάς εμένα,
εμένα η θέση μου είναι το ταλάντεμα ο εξαίσιος ίλιγγος.

(Γιάννης Ρίτσος, Η σονάτα του σεληνόφωτος)

Η θέση μου κι εμένα είναι το ταλάντεμα. Αλλά, θα μου πεις, και ποιανού δεν είναι;
Σκοπός ξε-σκοπός, εγώ πάντως δεν μπορώ να είμαι όλο ύπνο και πάρτι, παραείμαι φιλόδοξη. Αν δεν ήμουν, δεν θα ήμουν εγώ. Και αποφάσισα ότι όταν μεγαλώσω θα γίνω ένας δεύτερος Adorno.