Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

;

Τις τελευταίες βδομάδες νιώθω λίγο παρωδία του εαυτού μου. Ίσως είναι η παρουσίαση για την οποία δεν ξύπνησα, η δουλειά για την οποία ξύπνησα και που τελικά δεν είχα, οι απανωτές παρεξηγήσεις και καυγάδες με άτομα σημαντικά για μένα. Ίσως να φταίει που η πόλη εισέρχεται αργά αλλά σταθερά στην χειμερία διέγερσή της (το νάρκη δεν ταιριάζει καθόλου σε μια πόλη που το κρύο την κάνει να περιστρέφεται ακόμα πιο γρήγορα, που είναι γεμάτη με εκατομμύρια ανθρώπους που τώρα βρίσκουν σ'αυτό μια παραπάνω αφορμή να τρέξουν στον προορισμό τους). Τα φύλλα όχι μόνο πορτοκάλισαν, αλλά υπέκυψαν και στους νόμους της βαρύτητας εδώ και καιρό. Στο δρόμο για τη δουλειά σήμερα, ένα σμήνος περιστέρια είχαν μαζευτεί γύρω από τα πεσμένα φύλλα της προηγούμενης εβδομάδας, τα οποία χρησιμοποίησαν στη συνέχεια ως πρωινό. Δεν ξέρω αν φταίει αυτό, αν το πρόβλημά μου είναι που πλέον σκοτεινιάζει στις 5:30, που η μύτη μου κοκκινίζει απ΄το κρύο, που το τέλος του εξαμήνου με απειλεί με 6 ατέλειωτες εργασίες. Τελευταία όμως έχω αρχίσει να ψάχνω πάλι τη θέση μου σε έναν κόσμο που τη μία δεν με χωράει και την άλλη με καταπλακώνει. Νιώθω ότι κοροιδεύω τον εαυτό μου, ότι παρωδώ τις ίδιες μου τις επιθυμίες και τις φιλοδοξίες, ότι αυτό που κάποτε είχα για σίγουρο πλέον είναι αμφίβολο, και κατ'επέκτασιν κι εγώ έχω μείνει μετέωρη, σαν μαριονέτα που της έκοψαν τα μισά σκοινάκια.
Όλα ξεκινούν με τις εφημερίδες τις δουλειάς, αυτές που πρέπει να κοιταχτούν διεξοδικά μέχρι να ανακαλύψουμε κάτι σχετικό με τη μαμά πατρίδα. 9 η ώρα το πρωί, με τον καπουτσίνο στο πλάι μου και τον φωσφορούχο κίτρινο μαρκαδόρο στο χέρι, ξεκινώ το ψάξιμο. ΔΝΤ, έλλειμμα, Ευρωζώνη, ανεργία, πρόωρες εκλογές, περικοπές στους μισθούς. Καταλήψεις, απεργίες σκέτες, απεργίες που κλείνουν την Ακρόπολη, "δεν πρόκειται να ξαναεπισκεφθούμε την Ελλάδα μετά από αυτή την απαράδεκτη συμπεριφορά" (κι ο τουρισμός νο 1 έσοδο), βόμβες, πορείες. Η γενιά των 700 ευρώ. Όλα αυτά που τα ΜΜΕ σερβίρουν με μπόλικες σάλτσες, αυτά που ο Ελληνικός τύπος λατρεύει να δραματοποιεί σε βαθμό που τα κάνει κραυγαλέα και υπονομεύει τη σημασία τους, αυτά που οι ξένες εφημερίδες παρουσιάζουν με τόνο ειρωνικό και υποτιμητικό προς την ταλαίπωρη αυτή χώρα για την οποία κανείς δεν φαίνεται να προβλέπει μια άσπρη μέρα. Το άθροισμά τους σε υπερβολικές δόσεις είναι αρκετό για να κάνει τον οποιονδήποτε να χάσει τα κέφια του για μέρες. Ειδικά αν αυτός ο κάποιος είναι 20 χρονών με όνειρα, φιλοδοξίες, και την ελπίδα να γυρίσει κάποτε στο μέρος που έχει μάθει να αγαπά και να θεωρεί σπίτι του, την Ιθάκη του, για να γίνω κλισέ.
Δεν έχω ούτε τις απαραίτητες γνώσεις αλλά ούτε και το θράσος ώστε να εκφράσω μια εμπεριστατωμένη άποψη σχετικά με τα όσα συμβαίνουν ή με το τί πρέπει να κάνουμε. Αυτό που έχω όμως είναι λίγα χρόνια πίσω μου και πολλά μπροστά μου, που σημαίνει προοπτικές και συγκεκριμένες επιθυμίες. Έχω επίσης δεσμούς με το μέρος που με μεγάλωσε, που με κάνουν όχι μόνο να θέλω να κρατήσω ανοιχτή την πιθανότητα επιστροφής αλλά και να γεμίζω θυμό και λύπη όταν διαβάζω για την "κατάντια" μας. Νιώθω ανασφάλεια και φόβο, νιώθω την ελπίδα μου να εξανεμίζεται μαζί με τους μισθούς των δικών μου. Μου φαίνεται ότι χάνω σιγά-σιγά την ικανότητα να πάρω μια απόφαση που μου ανήκει δικαιωματικά: πού θα ζήσω τη ζωή μου. Γιατί τι προοπτικές έχω στην Ελλάδα; Να παλέψω χρόνια για μια θέση λέκτορα στο Πανεπιστήμιο, με το μισθό μου στο 1/10 αυτού που θα έβγαζα στο εξωτερικό και τις όλες τις προσπάθειες που κάνω τώρα εξαφανισμένες; Ή να τελειώσω διδακτορικό εδώ και να γυρίσω για να κάνω ιδιαίτερα; Και οι γονείς μου γιατί πάλεψαν να με στείλουν έξω αν είναι έτσι; Γιατί πλήρωσαν; Κι εγώ; Γιατί προσπάθησα τόσο πολύ; Είμαι της ιστορίας και της λογοτεχνίας, επάγγελμα καθόλου κερδοφόρο. Ούτε γιατρός δεν θα γίνω, ούτε δικηγόρος, ούτε μεγαλοεπιχειρηματίας.Φιλόλογος.
Φύγαμε εμείς και μετά από δύο μήνες έγινε το μεγάλο "μπαμ". Δεν θα μπορούσαμε να το είχαμε συγχρονίσει καλύτερα. Ή χειρότερα, όπως το πάρει κανείς. Μου έχουν πει ότι υπεραντιδρώ, ότι τα βλέπω όλα υπερβολικά σοβαρά γιατί δεν είμαι εκεί, και δεν μπορώ να δω ότι η καθημερινή ζωή παραμένει βασικά ίδια. Οι καφετέριες της Ναυαρίνου γεμάτες, η Τσιμισκή και η Εγνατία απροσπέλαστες λόγω κίνησης, το 58 ασφυκτικό και αφόρητο, το Αριστοτέλειο να φιλοξενεί πάρτι, καταλήψεις, αφίσες. Οι άνθρωποι που γελάνε, στέλνουν τα παιδιά τους σε σχολεία, πηγαίνουν στην δουλίτσα τους και παραγγέλνουν τον φραπέ τους.
Μα εγώ δεν είπα ότι άλλαξαν αυτά. Δεν είπα ότι ξαφνικά η ψυχοσύνθεση όλης της χώρας μεταμορφώθηκε. Σε κάποια θέματα έμεινε απελπιστικά ίδια, π.χ. στην καταπληκτική μας ικανότητα να πείθουμε τους εαυτούς μας ότι όλα είναι καλά, όλα ανθηρά, θα τα καταφέρουμε όπως τα καταφέραμε παλιότερα. Σε αυτό δεν αμφιβάλλω καθόλου, προφανώς και θα τα καταφέρουμε. Πότε θα μάθουμε όμως; Πότε θα μάθουμε να μην θεωρούμε τις ζωές και την κατάστασή μας δεδομένες; Πότε θα μάθουμε να μην συμβιβαζόμαστε; Πότε θα μάθουμε να παλεύουμε γι αυτό που θέλουμε, ή έστω για κάτι καλύτερο (αν δεν ξέρουμε τι θέλουμε);
Νιωθω την Ελλάδα να με διώχνει, όπως με διώχνουν και οι διάφοροι φίλοι και γνωστοί των γονιών μου, που μου λένε να μην γυρίσω, τουλάχιστον για τα επόμενα 10 χρόνια. Αυτό που έλεγε ο Παπάζογλου:
Αχ Ελλάδα θα στο πω
πριν λαλήσεις πετεινό
δεκατρείς φορές μ'αρνιέσαι
με πληγώνεις, με πονάς
σαν το νόθο με πετάς
κι από πάνω μου κρεμιέσαι
Και όντως νιώθω να με πληγώνεις και να μ'αρνιέσαι, Ελλαδίτσα. Κι εμένα και όλους αυτούς που είναι στην ηλικία μου και έχουν αφελή όνειρα για το μέλλον τους. Χαρά στον Έλληνα που ελληνοξεχνά. Εγώ δεν τα έχω καταφέρει.
Αλλά, θα μου πεις, τι ξέρω κι εγώ; 19 χρονών είμαι.

Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

Coleridge wisdom

To be beloved is all I need,
And whom I love, I love indeed.

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

We'll always have Paris

Le sang d'un poète

Για να αναπαράγουμε και λίγο τη θεωρία που μαθαίνουμε:

Ποιείν: δημιουργία, ενεργητική σύνθεση από το μηδέν αυτού που προηγουμένως δεν υπήρχε==>
Ποιητής: ο γεμάτος ενέργεια, αυτός που δρα, που ξεφεύγει από την παθητική ύπαρξή του, αυτός που δημιουργεί κάτι ολωσδιόλου καινούργιο, ο γεμάτος δύναμη, τα πάντα πληρών

Jean Cocteau και το αίμα του ποιητή.