Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Ηρεμία

Τις Τρίτες δεν κοιμάμαι. Κατα τη μία το βράδι μαζεύω τα πράγματά μου, βάζω το πιο άνετό μου παντελόνι, και κατεβαίνω την Broadway. Βάζω τον κωδικό, ανοίγω την πόρτα, και βρίσκομαι αντιμέτωπη με την μουσική μου, την μοναξιά μου, και τους τρελούς ακροατές που μου κρατούν συντροφιά και ενίοτε με ενοχλούν με τα τηλεφωνήματά τους και την επιμονή τους. Σαξόφωνα και υπολογιστές, κιθάρες που παίζονται ξαπλωμένες σε ένα τραπέζι αντί ακουμπισμένες στο στέρνο, συνθεσάιζερ, εξωπραγματικές φωνές. Τα πάντα μπορούν να συμβούν αυτές τις τέσσερις ώρες, 1-5 το πρωί― αυτές οι ώρες είναι δικές μου, είναι στιγμές που λίγοι είναι ξύπνιοι για να δουν. Αποκτούν λοιπόν κάτι το μαγικό, το εξωπραγματικό· είναι ανοιχτές στις (καλλιτεχνικές) παρεμβάσεις μου, με αφήνουν μόνη με τις σκέψεις μου, με το παράλογό μου. Μιλάω σε ένα μικρόφωνο, και μιλάω σε κάποιον Ιταλό στο Μπρονξ, κάποιον στο Κουίνς που ―απ'ότι μου είπε― γνώρισε τον Ζαμπέτα. Μιλάω στον εαυτό μου. Ώρα ήρεμη, ήσυχη. Η έλλειψη ύπνου μπερδεύεται με τα σαξόφωνα και τις κιθάρες, το υποσυνείδητο περνά στις σκέψεις. Transfigured night.

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Ζορμπάδες

Για ένα πράγμα είμαι ευγνώμων: για τους ανθρώπους που ξέρουν πότε να τινάζονται στον αέρα, σε έναν τρελό χορό που μου κλείνει το στόμα, που σταματά τις καχεκτικές σκέψεις και δίνει ζωή σε άγριες κι ανεξέλεγκτες χαρές.

739,56

Δύσκολες εβδομάδες. Τις πέρασα με καφέ, με υποχρεώσεις, χωρίς ύπνο, παρέα με τις σκιές του μυαλού μου που στη μοναξιά τους επιμηκύνονται, μακραίνουν, τεντώνονται, μεταμορφώνονται σε τέρατα. Χωρίς χρόνο να μεταφέρω τα νοητά μου τέρατα σε χαρτί ή έστω σε οθόνη, τα μεταμόρφωσα άθελά μου σε γίγαντες, άλλοτε με διακριτό περίγραμμα κι άλλοτε αόριστους, πανταχού παρόντες. Ξέμεινε μόνο μια μικρή ιδέα, άμορφη ακόμα, ακατέργαστη όχι γιατί δεν πρόλαβα να την περιποιηθώ, αλλά γιατί δεν κατέχω τις λέξεις για να την θρέψω.

Δύσκολες εβδομάδες. Εξελίξεις που δεν είμαι σε θέση να σχολιάσω, λόγω έλλειψης πείρας, λόγω ηλικίας, λόγω ευαισθησίας. Φόβοι που δεν καταλαγιάζουν, ανησυχίες που παραμονεύουν στο σκοτάδι της γωνίας, που σε αρπάζουν εκεί που δεν το περιμένεις, που ησυχάζουν προσωρινά και επιστρέφουν ακόμα αγριότερες, σαν σκυλί που του πέταξες πέτρα.  Συζητήσεις που δεν περιμέναμε να κάνουμε στα 20, υπολογισμοί που δεν θέλουμε να κάνουμε σε καμιά ηλικία. Τέρατα εσωτερικά κι εξωτερικά που αρνούνται να φύγουν, που σε κατασπαράζουν. Πράξεις συλλογικές· πράξεις ατομικές.

Πείτε μου κύριοι, εσείς που ξενυχτώ για να σας διαβάζω, εσείς οι νεκροί οικονομολόγοι και φιλόσοφοι. Πώς ξεφεύγει κανείς από τα τέρατα; Να ακολουθήσουμε τον εγωιστικό δρόμο της παντοτινής ξενιτιάς και της λησμονιάς ή να συγκεντρώσουμε τις σκέψεις μας ώστε να διορθώσουμε κάτι το οποίο ούτε δημιουργήσαμε ούτε ελέγχουμε; Μήπως αν βυθιστούμε στην απάθεια και προσποιηθούμε ότι δεν βλέπουμε τα τέρατα,  καταφέρουμε τουλάχιστον να διατηρήσουμε  σώας τας φρένας; Ή μήπως να συγκεντρώσουμε τις σκέψεις μας στην συλλογική μας (μαύρη) μοίρα, με την ελπίδα της αλλαγής;

Το ίντερνετ γέμισε χρωματιστές φωτογραφίες εκείνων που το ρίχνουν στη νυχτερινή ζωή, εκείνων που επιμένουν, που είναι ακόμα πιστοί  στο πλαστικό, δανεικό λάιφστάιλ που θρέψαμε με χρήματα άλλων. Ταυτόχρονα, άνθρωποι που αγαπώ τείνουν στο άλλο άκρο― η ενασχόληση με τα πολιτικά οδηγεί ολοένα και πιο βέβαια στην απελπισία, στο παράλογο. Μπορείς να ευτυχήσεις αγνοώντας; Πότε σταματά η σκέψη; Και ποιά τα όρια της συλλογικής δράσης;


Ας μου δώσει κάποιος την απάντηση.

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

Καληνύχτα, Νέα Υόρκη/ Καλημέρα, Νέα Υόρκη

Πιο πολύ απ' όλα δεν μου κάνει εντύπωση το άγχος μου, η περίεργη και μαγική εκείνη ώρα όπου όλοι κοιμούνται και το σκοτάδι γίνεται σχεδόν εξωπραγματικό, οι λέξεις που κατρακυλούν στο χαρτί χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια.


Πιό πολύ με παραξενεύει που οι μόνες φορές που βλέπω την ανατολή είναι όταν περιτριγυρίζομαι από τόσα χαρτιά και βιβλία που δεν γυρνώ καν να την κοιτάξω.

Το ίδιο και με την ευτυχία.


Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

Occupy Wall Street

...είμαι χαρούμενη που σήμερα τον άκουσα να μιλάει, ευχαριστημένη που το πανεπιστήμιό μου τον έφερε, περήφανη που 4/5 καθηγητές μου αυτό το εξάμηνο υπέγραψαν υπέρ της διαμαρτυρίας.

Zizek!

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Βασική αρχή

Να μην ξεχάσω ποτέ ότι:
- Albert Ayler


La folle dans la nuit

Περίεργο βράδι απόψε. Περίεργο κι ακάλεστο, παράξενη κι ανεξήγητη θλίψη μετά από μια χρωματιστή μέρα. Κι όμως. Οι λέξεις του βιβλίου που άνοιξα δεν ήταν λαχταριστές όπως συνήθως, και η ηρεμία μου έμοιαζε με προμήνυμα καταιγίδας. Το μυαλό μου έκοβε βόλτες, οι σφυγμοί ανέβαιναν χωρίς να ξέρω γιατί.

Κάπου, κάτι θα συμβαίνει. Αλλά που και γιατί; Δεν έχω ιδέα. Ούτε ξέρω που είσαι, τι κάνεις, αν φοβάμαι κάτι που αυτή τη στιγμή αντιμετωπίζεις. Νιώθω αδύναμη― γιατί είναι βράδι, γιατί είμαι εδώ, γιατί η πόλη αυτή είναι αχανής. Είμαι μόνη, και είμαι μικρή, δέσμια της φαντασίας μου, των ίσκιων που δημιουργώ και ζωντανεύω. Καθισμένη δίπλα στο παράθυρο με τον καφέ να κρυώνει δίπλα μου, παλεύω να δώσω ζωή στο αγόρι με τα μακριά μαύρα μαλλιά που ταξιδεύει με τον υπόγειο και σκέφτεται να αρχίσει το κάπνισμα, να τον διαφοροποιήσω από το πραγματικό αγόρι που τον ενέπνευσε. Μα, φυσικά, αν εκείνος ζωντανέψει, αν φοβηθεί, αν στριφογυρίσει νευρικά τους αντίχειρές του, θα μπορέσω να τον φορτώσω με το τσουβάλι ανησυχίες που κουβαλώ στον ώμο. Εκείνος θα ξέρει τι να κάνει― θα αρχίσει το κάπνισμα επιτέλους, θα μιλήσει στην άγνωστη που κάθεται απέναντι, ή θα αναρωτηθεί γιατί ακριβώς ανησυχεί για έναν άνθρωπο που είναι χιλιάδες μίλια μακριά. "Δεν τον ξέρω αυτόν", θα σκεφτεί. Και θα ξεχάσει ότι κάποτε εισέβαλλες στο μυαλό του.

Ξαπλώνω, σβήνω το φως, προσπαθώ να ηρεμήσω, να ελευθερώσω τα φαντάσματα. Η απόλυτη ησυχία δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο― ρώτα τον Cage αν δεν με πιστεύεις. Αιώνια σφυρίγματα: το αίμα που κυλά στις φλέβες μου και το νευρικό μου σύστημα.

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Βρέθηκα πάλι να κοιτάω το γκρίζο φθινοπωρινό απόγευμα από το παράθυρο, προσπαθώντας να βρω την απάντηση ανάμεσα στα σύννεφα. Πριν πέντε μέρες είχα στείλει την πρώτη αίτηση, πριν έξι μέρες είχα σκεφτεί να αρχίσω μια δεύτερη αίτηση.

Με τρομάζει η στασιμότητα. Γιατί να θέλω πάντα να φεύγω; Αγαπώ την περιπέτεια ή μήπως φοβάμαι την ρουτίνα;

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

Ελύτης, πάλι

Το τρελοβάπορο


Βαπόρι στολισμένο βγαίνει στα βουνά
κι αρχίζει τις μανούβρες "βίρα - μάινα".

Την άγκυρα φουντάρει στις κουκουναριές
φορτώνει φρέσκο αέρα κι απ' τις δυο μεριές.

Είναι από μαύρη πέτρα κι είναι απ' όνειρο
κι έχει λοστρόμο αθώο, ναύτη πονηρό.

Από τα βάθη φτάνει τους παλιούς καιρούς,
βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμούς.

Έλα Χριστέ και Κύριε, λέω κι απορώ,
τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο,

Χρόνους μας ταξιδεύει, δε βουλιάξαμε,
χίλιους καπεταναίους τους αλλάξαμε.

Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε,
μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε.

Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα.



-Οδυσσέας Ελύτης, 1971



Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

Meredith Monk

Αγαπητέ άγνωστε που με πήρες τηλέφωνο στις 3 το πρωί και μου πρότεινες αυτό, θα σου είμαι αιώνια ευγνώμων.

Part I


Part II

Amsterdam Avenue, 3 π.μ.

Να καθόμαστε στο παράθυρό σου, με τα πόδια στη σκάλα πυρκαγιάς και τα μπουφάν στους ώμους μας γιατί έβγαλε κρύο. Να βλέπουμε την πόλη να βουίζει από γύρω μας, και τον πορτοκαλί ουρανό που δεν σκοτεινιάζει ποτέ. Να καπνίζεις, να μου δίνεις ασυναίσθητα τον αναπτήρα, να γελάω, "η δύναμη της συνήθειας". Να ακούμε τις φωνές των από κάτω, που το ξενυχτάνε στο πεζοδρόμιο έξω από το μπαρ παρέα ο ένας με τον άλλο αντί για μέσα, με υπόκρουση τα γέλια τους αντί για τη μουσική. Να μιλάμε για ώρες, να διαβάζουμε η μια στην άλλη αποσπάσματα από τα βιβλία μας, που μοιάζουν μεταξύ τους.Να μου χαρίζεις ένα βιβλίο που βρήκες σε κάποιο παλαιωπολείο της Κωνσταντινούπολης― "Πυρετός του Αηδονιού: Οι Ρώσοι λογοτέχνες και η επανάσταση". Μέσα έχεις γράψει με στυλό την αφιερωσή και το όνομά σου, όπως και ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του βιβλίου.  Να σκοτώνουμε κατσαρίδες με Βιακάλ σπρέι για το μπάνιο και τους New York Times, τσιρίζοντας και τέλος γελώντας με τους εαυτούς μας. Να μου δείχνεις τον καινούργιο σου καναπέ― να σου αναλύω πώς θα μαζέψω τα λεφτά της δουλειάς για να αγοράσω πολυθρόνα για το σπίτι που θα νοικιάσω του χρόνου. Να μιλάμε για καθηγητές, για αιτήσεις και για τα σχέδιά μας για το μέλλον.

Δεν μπορώ να αποφασίσω. Είμαστε παιδιά που προσπαθούν να γίνουν ενήλικες ή ενήλικες που δεν έχουν ακόμα συνειδητοποιήσει πλήρως ότι μεγάλωσαν;

Το όνειρο δεν έχει ηλικία. 

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

Εγώ καρδούλα Νέα Υόρκη

Χτες και σήμερα έκλαψα. Μόνη μου, στο κρεββάτι μου. Κι όμως, ήταν δάκρυα διαφορετικά την κάθε φορά. Οργισμένα, ασταμάτητα την Τετάρτη, σαν αυτοκίνητο χωρίς φρένα, με χαμένο τον έλεγχο· ήρεμα, αποφασιστικά,  δάκρυα καυτά από το άγχος, ξέπλυναν την ψυχή μου την Πέμπτη.

Την Τετάρτη ήμουν ενήλικας. Ο εκτυπωτής πήρε φωτιά· τύπωσα φόρμες, πνίγηκα στα γραμματάκια, στα νούμερα που δεν σημαίνουν τίποτα ουσιαστικό, στις υποσημειώσεις, στη γραφειοκρατία. Στο τηλέφωνο μίλησα με μια Λίζα. Δεν την ένοιαζε ο πανικός στη φωνή μου― άφησε τη γραμμή να πέσει με αποφασιστική αδιαφορία, προχώρησε στην υπόθεση νο 3497, ξεχνώντας με εμένα, πατώντας το κουμπί της τυποποιημένης, απρόσωπης και ανειλικρινούς ευγένειας. "Thank you for calling CitiBank. We appreciate your business." Και δεν εκτίμησα την ενηλικίωση, όχι, καθόλου. Το κλάμα ήταν απλά το αναμενόμενο, το διάλειμμα και όχι η λύτρωση.

Σήμερα ήταν αλλιώς. Μπορεί να φταίει που είναι Πέμπτη― έβαλα ταινία στο ντιβιντί αντί για μολυβιές στο χαρτί μου. Μπορεί να φταίει που θέλω να πώ την ιστορία μου στο πανεπιστήμιο, ή που μια από τις πρώτες μητροπόλεις έρχεται όλο και πιο κοντά μου, που από Ιανουάριο θα ανακαλύπτω σοκάκια χωρίς αριθμούς, εκείνα του Ντόριαν, του Τζέκιλ, του Χόλμς, και του Χάιντ, ξεναγούς καινούργιων τεράτων. Μπορεί πάλι να φταίει η μελό ταινία που είδα χωρίς ντροπή. Εντάξει, οι δύο μελό ταινίες που είδα χωρίς ντροπή. Μπορεί πάλι να φταίει ο καιρός, ο τόσο απρόβλεπτος Νεοϋορκέζικος καιρός― το πρωί ζέστη, το μεσημέρι βροχή, το απόγευμα κρύο. Ίσως είναι το τσούρμο από κωπηλάτες που με γνώρισε στο ασανσέρ και με κάλεσε σε ένα πάρτι, ή η ανάμνηση του Ινδικού φαγητού με την Ρ, την Ν, τον Α και την Κ. Ίσως είναι όλα αυτά τα απρόβλεπτα που συνθέτουν την αγάπη μου για το μέρος αυτό, την πόλη όπου όλα μπορούν να συμβούν. Η ανακάλυψη ότι θα αφήσω την πόλη αυτή, την τόσο αγαπημένη, για μια άλλη, μακρινή και άγνωστη. Το γεγονός ότι η Νέα Υόρκη συνθέτει πλέον ένα μέρος της ταυτότητάς μου. Η συγκίνηση γιατί δεν είμαι παρά διάφορα κομματάκια ατελών ιστοριών― όπως η μελό ταινία του απογεύματος.

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

To His Coy Mistress (απόσπασμα)

Let us roll all our strength, and all
Our sweetness, up into one ball;
And tear our pleasures with rough strife
Thorough the iron gates of life.
Thus, though we cannot make our sun
Stand still, yet we will make him run.

--Andrew Marvell, 1681

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

Frank O'Hara, "Wind"

WIND
To Morton Feldman

Who'd have thought
                                  that snow falls
it always circled whirling
like a thought
                         in the glass ball
around me and my bear

Then it seemed beautiful
                                         containment
snow whirled
                        nothing ever fell
nor my little bear
                             bad thoughts
imprisoned in crystal

beauty has replaced itself with evil

And the snow whirls only
                                           in fatal winds
briefly
                                           then falls

it always loathed containment
                                                 beasts
I love evil

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

Η μελωδία της εγκατάλειψης

Τι ήχο βγάζουν οι αναμνήσεις, η σκόνη που κείτεται στο πλάι του δρόμου, τα χόρτα που ξεπροβάλλουν από τις ρωγμές όταν δεν βρίσκεται κανείς να τα ενοχλήσει; Τι σχήμα έχουν οι ρυτίδες που εμφανίζονται πάνω στο πρόσωπο των αναμνήσεων όταν εκείνες γερνούν μαζί με όσους τις κρατούν ζωντανές; Ποιά η θέα από τα εγκαταλελειμμένα δωμάτια ενός σάπιου κτίσματος που βλέπει σε έναν άλλοτε ζωντανό, πλέον άδειο δρόμο; Μα τα δωμάτια είναι εγκαταλελειμμένα― θέα δεν υπάρχει.


"Uriarra Road by y0t0 is a Russian novel of Australian rural decay; 14 tracks of densely layered processed guitar, crowd melody, rain noise, electronic manipulation and birdsong. 

Inspired by the film ‘In The Winter Dark’, Uriarra Road charts the decline of an outback town chasing survival as industry money crawls back to the city limits; left in its place is a confused and aging collective memory, drunk on nostalgia and the feral rantings of a right wing press.

Cabin fever, writ large. "

http://facture.bandcamp.com/album/uriarra-road

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2011

Ζορμπάς νο2

-Εξόν αν, όταν θ'ανοίξουν τα μάτια τους, έχεις να τους δείξεις έναν κόσμο καλύτερο από το σκοτάδι όπου αναπαύονται τώρα... Έχεις;

Δεν ήξερα. Ήξερα καλά τι θα γκρεμιστεί· δεν ήξερα τι θα χτιστεί απάνω στα γκρεμισμένα. Κανένας αυτό δεν μπορεί να το ξέρει με σιγουράδα, συλλογιζόμουν· το παλιό είναι χειροπιαστό, στερεωμένο, το ζούμε και το παλεύουμε κάθε στιγμή, υπάρχει· το μελλούμενο είναι αγέννητο, άπιαστο, ρεούμενο, είναι καμωμένο από το υλικό που πλάθουνται τα όνειρα, είναι σύννεφο και το χτυπούν δυνατοί άνεμοι·― ο έρωτας, η φαντασία, η τύχη, ο Θεός― αραιώνεται πυκνώνεται, μεταλλάζει. Κι ο πιο μεγάλος προφήτης μονάχα ένα σύνθημα μπορεί να δώσει στους ανθρώπους κι όσο πιο αόριστο τόσο και πιο προφήτης.

-Νίκος Καζαντζάκης, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά

Ζορμπάς

Ένοιωσα πάλι πόσο η ευτυχία είναι ένα πράγμα απλό και λιτοδίαιτο― ένα ποτήρι κρασί, ένα κάστανο, ένα φτωχικό μαγκαλάκι, ή βουή της θάλασσας· τίποτα άλλο. Χρειάζεται μονάχα, για να νοιώσεις πώς όλα τούτα είναι ευτυχία, μια καρδιά απλή και λιτοδίαιτη.

-Νίκος Καζαντζάκης, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2011

Φλωρεντινές δικαιολογίες

-Θέλω να γράφω πιό πολύ.
-Κι εγώ το θέλω. Αλλά εδώ που τα λέμε, όλοι δεν το θέλουμε αυτό;

Κάποτε θεωρούσα ότι ήμουν καλή σε κάτι. Τώρα παρασύρθηκα λίγο, μπλέχτηκα στα δίχτυα του θαυμασμού μου για τους άλλους, στις δουλειές. Ακολούθησα κάτι μικρά παράπλευρα μονοπατάκια, χάθηκα, ξεχάστηκα. Κι αργώ να επιστρέψω εκεί που νιώθω ότι πρέπει. Έχω τύψεις, ενοχές, σφίγγεται το στομάχι μου και νιώθω τεμπέλα. Ο καφές που πίνω αγκαλιά με το τετραδιάκι της -υποτίθεται- ξαφνικής έμπνευσης παίρνει γεύση πικρή, γεύση τεμπέλικη, απατηλή. Γιατί αυτό που προσπαθώ να κάνω πρέπει να βγαίνει αυθόρμητα, ανεπιτήδευτα, και όχι βεβιασμένα. 

Πριν λίγες μέρες βρέθηκα πρόσωπο με πρόσωπο με τον Ντάντε. Κεφάλι ελαφρώς σηκωμένο,  σε μια γλυκιά, ανεπαίσθητη πόζα υπεροψίας. Μύτη γαμψή, ρωμαϊκή, δείγμα αποφασιστικής σοφίας. Απευθύνθηκα σε εκείνον όπως κι αυτός στο Βιργίλιο, μήπως μπορέσει να με οδηγήσει στα έγκατα της γης, σε άλλους κόσμους που ίσως κατείχαν τη λύση στο προβλημά μου. Ο ήλιος της Φλωρεντίας μου έκαιγε τους ώμους και η ομορφιά της μου γέμιζε την ψυχή. Πώς μπόρεσες, δάσκαλε, να ξεκολλήσεις τα μάτια σου από το πόντε Βέκιο και να τα εστιάσεις στη σελίδα, στην πένα και στο μελάνι σου; Πώς ξέφυγες;

Στα 23 σου έχασες τη Βεατρίκη, τη μούσα σου. Την είχες δει μόνο δύο φορές μα έδινε νόημα στη ζωή και το έργο σου. Ήταν για σένα η προσωποποίηση του θεού, μια αγάπη τόσο βαθιά που σε έφερνε σε επικοινωνία με έναν κόσμο πέρα από τον δικό σου. Κι έτσι ξαφνικά, έχασες αυτό που θεωρούσες ότι θα σε οδηγήσει στη θέωση, σε ένα νέο τρόπο ζωής. Οχυρώθηκες στο σπίτι σου, αφιερώθηκες στη μελέτη. Έγραψες τη Vita Nuova. Όταν έχασες εκείνη που μπορούσε να σε οδηγήσει σε έναν νέο, αιώνιο τρόπο ζωής, οπλίστηκες με χαρτί, και δημιούργησες μόνος σου την καινούργια ζωή.
 
Γύρω στα 50 σου χρόνια μπήκες σε ένα βαθύ, σκοτεινό δάσος. Δεν ήσουν σίγουρος ούτε πού ακριβώς ήταν η είσοδος, ούτε αν πατούσες κάποιο μονοπάτι, ούτε πώς να ξεφύγεις. Το μόνο που μπορούσες να δεις ήταν σκοτάδι, ένα απόλυτο κενό, ενώ στα αυτιά σου έφταναν τα μουγκρητά των τεράτων σου. Ήσουν τυφλός, τυφλός και ανήμπορος, ανυπεράσπιστος μέσα στην αδυναμία σου να πράξεις. Αντιλαμβανόσουν τον κόσμο μονάχα ψηλαφώντας τον, σε βαθμό που άρχισες να αμφισβητείς αν υπάρχει. Γυμνός κι αδύναμος, έπιασες μια πένα, και βουτώντας την στο μελάνι άρχισες να ψάχνεις την έξοδο μέσω της γραφής, του μόνου όπλου που σου είχε απομείνει. Η ποίηση σου έγινε χάρτης· έφτασες στο ξέφωτο της Κολάσεως, του Καθαρτηρίου και του Παραδείσου. Και ξέφυγες. 

Δύο φορές τη γλίτωσες, δάσκαλέ μου αυτοδημιούργητε. Η ποιησή σου σε έσωσε από τη δυστυχία σου· τροφοδοτήθηκε όμως κι απ'αυτήν. Γιατί ο χαρούμενος άνθρωπος είναι και τεμπέλης. Δεν ζητά να αλλάξει το παρόν του, κι έτσι δεν τροφοδοτεί τη φαντασία του. Το γράψιμο, είχε πει ο Σαρτρ, είναι ο τρόπος για να αλλάξουμε την πραγματικότητά μας, είναι το μόνο που ελέγχουμε πλήρως, αυτό από το οποίο ξεκινάμε για να αναδομήσουμε τον κόσμο. Φαύλος κύκλος δηλαδή, γιατί αν είμαστε ευτυχισμένοι στην πραγματικότητά μας δεν έχουμε ίσως την ώθηση να γράψουμε. Σκοτεινά, ατέλειωτα και μίζερα βράδια πριν από βιαστικές προθεσμίες και μακριά από αυτά που με κάνουν χαρούμενη είναι από τις πιό μελαγχολικές και αβέβαιες στιγμές μου. Τα προϊόντα τους όμως είναι προτάσεις και σελίδες που αγάπησα, είναι τα έγκατα των σκέψεών μου. Δεν ήσουν ευτυχισμένος, δάσκαλε, κι έγραψες για να ξεφύγεις. Κι εγώ που ζω κάποιες από τις πιό ευτυχισμένες στιγμές μου τώρα νιώθω τα κειμενά μου βαρετά, πομπώδη, γεμάτα επαναλήψεις. Πώς να γράψεις για όσα δεν ξέρεις;

Μπορούν τα παραμύθια να είναι ευτυχισμένα χωρίς να είναι ψευδή και ενοχλητικά, δάσκαλε; Η καλή λογοτεχνία πρέπει να είναι και λυπημένη;  Για να ευχαριστήσω τον ίδιο μου τον εαυτό θα πρέπει να τον κάνω δυστυχισμένο; Κι εγώ; Θα μπορέσω ποτέ να ησυχάσω; 

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2011

Δρόμος

Δρόμος πίσω, δρόμος μπρος, γαλάζιο πάνω, και στο πλάι άλλοτε πεύκα, άλλοτε χρυσά πουπουλένια στάχια, απαλά και συνάμα έτοιμα να γρατζουνίσουν και να σπάσουν στο πρώτο άγγιγμα. Στάχια εύθραυστα. Ηλιοτρόπια γεμάτα μετριοφροσύνη, χαμηλοβλέποντα τη μια, στητά την επόμενη, μόλις στρέψει πάνω τους το βλέμμα η ρευστή βαθυκόκκινη μάζα που γεμίζει τα μάτια μου και κατρακυλά στο δέρμα μου. Σ'όλους τους τόπους κι αν γυρνώ/ μόνον ετούτον αγαπώ!*


Εικόνες αξέχαστες μέσα στην αστραπιαία εναλλαγή τους, πολύτιμες λόγω του πρόσκαιρου χαρακτήρα τους. Μια γκρι γραμμή που καμπυλώνεται από δω κι από κει, κι ένα μπλε αυτοκινητάκι να την διασχίζει, να την τέμνει, να την καταπατά. Τα παράθυρα ανοιχτά, να επιτρέπουν την εισβολή των τζιτζικιών και της τσιρίδας του καλοκαιρινού αέρα που αρπάζει τα μαλλιά και παίζει βίαια παιχνίδια μαζί τους. Η φωνή του Μπομπ Ντίλαν γεμίζει το καλοκαιρινό απόγευμα, τροφοδοτώντας την ανάγκη μας για φυγή.

"Αγαπώ τα ταξιδάκια μαζί σου". Κι εγώ μαζί σου. Μαζί σου και με τα τζιτζίκια, με τον Μπομπ, με τα παράθυρα κατεβασμένα, με τα μαλλιά ανακατεμένα, χωρίς να σκέφτομαι τίποτα πέρα από αυτό που εκτυλλίσεται μπροστά μου. Ίσως είναι η 20χρονη αφέλειά μου, αλλά κάτι μου λέει ότι αυτό το απόγευμα θα το θυμάμαι πάντα, γιατί συνοψίζει τόσο ολοκληρωμένα όλα όσα αγαπώ. Γιατί διαδραματίζεται στον δρόμο, εν τω μέσω μιας διαδρομής το τέλος της οποίας θα φέρει την αρχή της επόμενης. Αγαπώ τη διαδρομή όσο και τον προορισμό**, και αρχίζω να πιστεύω ότι η ζωή μου όλη ένας δρόμος θα είναι. Ο τόπος που αγαπώ πιο πολύ είναι η αναζήτηση τόπου.

Αέναη κίνηση, και το σφύριγμα του αέρα απο τ' ανοιχτά παράθυρα.


*Ε σεις στεριές και θάλασσες
    τ'αμπέλια κι οι χρυσές ελιές

ακούτε τα χαμπέρια μου
    μέσα στα μεσημέρια μου

<<σ'όλους τους τόπους κι αν γυρνώ
    μόνον ετούτον αγαπώ!>>

Από τη μέση του εγκρεμού
    στη μέση του άλλου πέλαγου

Κόκκινα κίτρινα σπαρτά
    νερά πράσινα κι άπατα


<<σ'όλους τους τόπους κι αν γυρνώ
    μόνον ετούτον αγαπώ!>>


**δεν σκόπευα να το πάω εκεί, μόνο του πήγε, τ' ορκίζομαι

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2011

Αγανάκτησις

Διπλές αντιθέσεις: περικυκλωμένη από πληροφορίες, δέσμια των πανταχού παρόντων συζητήσεων για τους αγανακτισμένους, τα νέα μέτρα λιτότητας και την επικείμενη χρεωκοπία προσπαθώ να αποφύγω τον γραπτό σχολιασμό όσων συμβαίνουν. Έλα όμως που είμαι στην Ελλάδα, (φρεσκο) γυρισμένη από την αυτο-εξορία της ευτυχίας, που απομακρύνοντάς με από το (να με συγχωρείτε) μπουρδέλο αυτό μου ζωγραφίζει εικόνες ενός μέλλοντος πιό σίγουρου, πιο επιβεβαιωμένα χαρούμενου. Είμαι στην Ελλάδα και δεν μπορώ να προσποιηθώ πώς τα όσα γίνονται δεν με επηρεάζουν. Είμαι στην Ελλάδα και ζω κι εγώ με το φόβο του αύριο. 

Είμαστε κλέφτες οι Έλληνες, είπε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος. Κλέφτες, και πρέπει να το αποδεχτούμε. Εμείς όμως συνεχίζουμε να βλεφαρίζουμε όλο αθωότητα ενώ εκφράζουμε τον οίκτο μας για εαυτούς και αλλήλους. Πώς το είπε να δεις ο Λιάνης όταν παραιτήθηκε; 

"Τα νέα μέτρα χρειάζονται σπλάχνα τίγρης για να τα ψηφίσεις και αυτά δεν τα διαθέτω". Μπράβο, Λιάνη αγόρι μου. Όταν όμως μας κλέβατε ομαδικά, όταν δεν έχετε ιδέα τι κάνετε και πώς, τότε δεν διαθέτετε σπλάχνα τίγρης; Όταν κόβετε τα πάντα από μας ενώ από τους εαυτούς σας τίποτα είστε γεμάτα οίκτο αρνιά; Όταν διατηρείτε σπίτια δεν ξέρω κι εγώ που και μισθώνετε λιμουζίνες για τους εαυτούς σας ενώ ταυτόχρονα βάζετε λουκέτα σε Τ.Ε.Ι. και κόβετε τους μισθούς που ίσως επέτρεπαν σε ορισμένους να αποδράσουν στα πανεπιστήμια της Αγγλίας και Αμερικής όπου εσείς πληρώνετε 60.000 δολλάρια για να σπουδάσετε τα παιδιά σας, τότε τι σπλάχνα έχετε;

Τα παράπονά μου δεν διαθέτουν τίποτα το πρωτότυπο, τίποτα που δεν περνά από το μυαλό των περισσότερων νέων που παρακολούθησαν τα γεγονότα των τελευταίων ημερών (και του τελευταίου χρόνου). Δεν σκοπεύω να σχολιάσω τα όσα γίνονται από πολιτικής ή οικονομικής απόψεως- δεν διαθέτω ούτε τις γνώσεις, ούτε την υπομονή, ούτε το θάρρος. Είμαι ευγνώμων για τις συγκυρίες που μου επιτρέπουν να περνώ το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μου στην Αμερική· γνωρίζω ότι έχω σταθεί τυχερή. Φοβάμαι μήπως όμως η τύχη μου στερέψει, φοβάμαι για αυτούς που αγαπώ, και πώς να το κάνουμε, πονάω αυτόν τον τόπο που ακόμα θεωρώ σπίτι μου. Είμαι μια εγωίστρια αγανακτισμένη, που έχω χάσει την πίστη μου στη ράτσα των πολιτικών και στις διαφόρου τύπου ιδεολογίες, που δεν μπορεί να κάνει σχέδια για το μέλλον της, που δεν έχει ιδέα πια σε τί στο καλό πιστεύει. 

Πριν μερικές μέρες συνάντησα τον παλιό μου δάσκαλο από το δημοτικό. Μου είπε ότι είμαι τυχερή- του είπα ότι το ήξερα. Με ρώτησε πώς μου φαίνονται τα πράγματα, και ύστερα: "Έχουμε πέσει σε συλλογική κατάθλιψη". Όσο πάει νιώθω τα λόγια του να με σφίγγουν πιο πολύ· μου φαίνεται ότι βυθιζόμαστε συλλογικά σε μια θάλασσα αμφιβολίας, όπου το μόνο ιδανικό που είναι σίγουρο, άδολο, είναι ο θυμός μας. Την ώρα που και οι πιο πολιτικοποιημένοι, οι φανατικότεροι πρώην υποστηρικτές των μεγάλων κομμάτων δηλώνουν ότι δεν ξέρουν τι θα ψήφιζαν σε περίπτωση εκλογών (εγώ δεν έχω την παραμικρή ιδέα), το μόνο που φαινόμαστε πραγματικά να γνωρίζουμε, το μόνο που μας έχει μείνει, είναι η αίσθηση του άδικου, ο θυμός και η αγανάκτησή μας (είτε συλλογική, είτε ατομική). 

Δεν μπορώ να ζήσω εδώ. Αυτό είναι πλέον ξεκάθαρο. Εδώ στην Ελλάδα ανήκω σε μια χαμένη γενιά, που έχει κανένα μέλλον στο μέρος που θεωρεί σπίτι της, που δεν έχει καν χώρο να αναπνεύσει και να διαδηλώσει. Παραθέτω και δύο χωρία από άρθρο του bbc που με άγγιξε. Η κοπέλα που σχολιάζει είναι φοιτήτρια της οποίας η σχολή απειλείται με λουκέτο.



I am a student and my university is about to close because of a lack of funding. Many other universities are in the same position. Some of my friends will not be able to sit their exams.
I don't know what I will do. I would like to study abroad but I don't have the money. I just want my country to recover. We don't have a future here. This country is suffocating its people.

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

Του πυρετού και των βιβλίων

Ο καλός συγγραφέας είναι αυτός που ξέρει πότε να βάζει τελεία. Κάτι ήξερε ο Τολστόι που συνέχισε να ξετυλίγει την ιστορία του Λιόβιν πενήντα περίπου σελίδες μετά τη σκηνή με την κόκκινη τσάντα και το τρένο. Κάτι ήξερε κι ο Σαν Εξυπερύ που έγραψε ένα βιβλίο τόσο απλό και συνάμα περίπλοκο, για τριαντάφυλλα και μικρά αγόρια, όπου η πεντασέλιδη συζήτηση με μιαν αλεπού περιέχει τόσα κρυφά νοήματα αλλά μηδενική φλυαρία.

Μια πρόταση που κάνει τη διαφορά, μια λέξη που αλλάζει όλο το νόημα.

Εδώ που τα λέμε, κι ο ευτυχισμένος άνθρωπος αυτός που ξέρει πότε να βάζει τελεία δεν είναι;

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011

The best birthday present

... αγαπάω όταν μου κάνουν δώρα που δείχνουν ότι με ξέρουν*. Ευχαριστώ λοιπόν την Μαργαρίτα 1 για το σι-ντι που ψάχνω τόσο καιρό τώρα, γιατί περιέχει κάτι τέτοια διαμαντάκια δια χειρός Leonard Cohen και Philip Glass. Απλό. Μίνιμαλ. Κλασσικό. Πανέμορφο.

You Go Your Way

You go your way
I'll go your way too

--Leonard Cohen


*Ας μην ψεύδομαι, αγαπάω όταν μου κάνουν δώρα γενικώς. Αλλά τα καλύτερα είναι αυτά που έχουν σκέψη από πίσω.

Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Alpha Male

Αφιερωμένο σε μια ξεχωριστή γυναίκα, που μου έμαθε τόσα πολλά για τον εαυτό μου και για τους άλλους. Μου έλειψαν εκείνες οι ημέρες, η αποφασιστικότητά μας, το πάθος για αυτό που κάναμε, και η επιτυχία μας (γιατί ακόμα και τότε που οι κριτές μας είπαν ότι χάσαμε, μου φαίνεται τώρα ότι επιτύχαμε απείρως).

11 για το καλοκαίρι '11

Τι χρειάζεται να κάνω αυτό το καλοκαίρι:

1. Να μαυρίσω
2. Να τελειώσω επιτέλους το Middlemarch
3. Να διαβάσω τους Αδερφούς Καραμαζόφ
4. Να αρχίσω Ρωσικά
5. Να γράψω εκείνο το θεατρικό που όλο αρχίζω και τελικά παρατάω
6. Να πείσω την Α. και την Ρ. και έρθουν στην Ελλάδα
7. Να ταξιδέψω εκτός Ελλάδας
8. Να μάθω πώς φτιάχνεται ο αρακάς
9. Να δω παλιούς φίλους, επιτέλους
10. Να περάσω ατελείωτες ώρες με τον χουρχουριστό, 8χρονο πλέον γατούλη μου
11. Να γελάω μέχρι δακρύων τουλάχιστον μια φορά τη μέρα
[12. Να είμαι όσο πιο δημιουργική γίνεται, εντός του σπέσιαλ σινέ-πρότζεκ μας αλλά και εκτός]

Κάτι τέτοια σκέφτομαι και λέω που θα πάει, θα περάσουν αυτές οι 2 βδομάδες, των οποίων και η σκέψη μόνο με κάνει να τρέμω. Που θα πάει. Έξω, όλα τα δέντρα έχουν βγάλει φουξ λουλούδια ενώ ο ήχος από τις σειρήνες εισβάλλει από τα ανοιχτά μου παράθυρα. Στα σκαλιά κάθεται κόσμος, με αέρινες μακριές φούστες και γυαλιά ηλίου. Cheers.

Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

Finals mode

Με κυνηγάει ό,τι κι αν κάνω, βρε φίλε

The Haunting

Ανεξήγητος, ασταμάτητος, ανυπέρβλητος δεσμός με φαντάσματα η ζωή μου. Κόμπος που δεν λύνεται, σκοινί που δεν κόβεται. Σκιές αγαπημένων προσώπων όπου κι αν κοιτάξω, διότι δεν θα μπορέσω ποτέ να τους συγκεντρώσω όλους σε έναν τόπο. Φαντάσματα που αιωρούνται, που με ακολουθούν, που εξαϋλώνονται για λίγο μονάχα για να επανασυντεθούν, μετά από μόλις δυο στιγμές ή από κάποιους ξεχασμένους μήνες. Άσπρη κρύα πάχνη αλλά και απαλή σκόνη, πληγωμένα και επιθετικά επειδή τα λησμόνησα στην πρώτη περίπτωση, μελαγχολικές παρουσίες  που θέλουν να ξαναεισβάλλουν στην καθημερινότητά μου στην δεύτερη.

Ένα λιμάνι που έχει περπατηθεί άπειρες φορές με το χέρι μου μέσα στο δικό σου, με τον καπνό από τα τσιγάρα κάποιων γελαστών κοριτσιών να μπαίνει στα μάτια μου, με μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι γιατί ήμουν 14 και νόμιζα ότι πρέπει να έχω ντοκουμέντα για κάθε μου λεπτό. Ένα τοπίο της Νέας Αγγλίας που έχω δει από τζάμι καθαρό, τζάμι θολό από τα βροχερά δάκρυα, τζάμι ασπρισμένο από τον παγετό. Δίπλα μου κάθεται άλλοτε η τσάντα μου, άλλοτε μια μεσήλικη γυναίκα με γκρίζα μαλλιά και ένα βιβλίο Οικονομικών, άλλοτε το φάντασμα της Μαργαρίτας, του Καμαριού, κι άλλοτε του Σπάιρους.

Και το αποκορύφωμα. Εκεί που νόμιζα ότι αυτό το μέρος δεν θα γέμιζε ποτέ με εσένα γιατί είστε τόσο διαφορετικοί, ένα δωμάτιο που περιέχει χίλιους ίσκιους. Ο ήλιος δύει και μια φετούλα του χτυπάει το προσωπό μου· δίπλα μου ένα φλιτζάνι τσάι και στα πόδια μου ο υπολογιστής με τη βιογραφία του Κρουστσόφ να γράφεται. Γυρνάω το κεφάλι, για να σε δω να κάθεσαι στην καρέκλα μου με το βλέμμα καρφωμένο σε εκείνο το βιβλίο που έχεις αγαπήσει τόσο πολύ. Όλα θα πάνε καλά, γιατί μόλις γράψω τρεις σελίδες θα κλείσουμε τα βιβλία, και θα πάμε να γεμίσουμε τους δρόμους της Νέας Υόρκης με την προσωπικότητά μας.

Τσουφ! Κι εξαφανίζεσαι, γιατί έφυγες προχθές.

Δεν φοβάμαι τα φαντάσματά μου, γιατί πάντα μου κρατάνε παρέα. Αλλά περιμένω τη στιγμή που η άσπρη ομίχλη τους θα πάρει χρώμα και ζωή. Ας μπορούσα μόνο να δώσω σε όλους χρώμα ταυτόχρονα.

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

Six Degrees of Separation

Why has imagination become a synonym for style?
I believe that the imagination is the passport we create to take us into the real world.
I believe the imagination is another phrase for what is most uniquely 
us.

[...]
To face ourselves.
That's the hard thing.
The imagination.
That's God's gift to make the act of self-examination bearable.


-John Guare

Κυριακή, 10 Απριλίου 2011

Drone, baby

Jazz it up and drone it on.
Ψυχεδελικό πανδαιμόνιο, φίλοι μου. Ζουμ στα 60s, όπου ένας Τζίμι Χέντριξ πειραματίζεται με την κιθάρα του και με τους drone ήχους, εκεί που ο John Cale κάνει διάλειμμα από τους Velvet Underground και ντρονάρει παρέα με τον μίνιμαλ κύριο LaMonte Young, που προσπαθεί να εξηγήσει στον εαυτό του και σε μας τι πάει να πει μουσική. Εκεί που το τζαζ δένει και λύνει, μπλέκεται με το drone και αποφασίζει να χορέψει μαζί του.

Experimental, mental.

Σάββατο, 2 Απριλίου 2011

Τάσεις φυγής (πάλι)

Θέλω να λιώσω στα τρένα. Ντουκου-ντουκου-ντουκου Νιου Χέηβεν-Νέα Υόρκη, Λονδίνο-Ρέντινγκ ή Ααχεν-Παρίσι ή ό,τι άλλο προκύψει. Ντουκου-ντουκου-ντουκου και μακριά από μας και ο Στάλιν και ο Κρουστσόφ και όλοι τους. Ευρώπη, Αμερική, δεν με νοιάζει και πολύ, αρκεί να ανακαλύπτω νέα μέρη με πρόσωπα αγαπημένα, Αγγελάκα και Σαββόπουλο στα ακουστικά μου. 

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

Rain, rain, go away

Η μαγική εκείνη στιγμή που είσαι τόσο βρεγμένη και για τόση πολλή ώρα, που σταματάς να το νιώθεις. Η αίσθηση της ψιχάλας στο πρόσωπο υποχωρεί· αντί γι'αυτήν νιώθεις ένα ελαφρό αεράκι. Δεν σε νοιάζει για τα ρούχα σου, για τα μαλλιά σου, για το που έχεις να πας ή για το τι θα νομίσουν οι γύρω σου. Δεν έχεις να κάνεις τίποτα πέρα από το να λαχανιάσεις ανεβαίνοντας ανηφόρες με κλίση 45 μοίρες, να κοιτάξεις τη θάλασσα που ξεδιπλώνεται πίσω από την κατηφόρα που αποτελείται από δέντρα και συνεχόμενες στροφές, να μυρίσεις τα κινέζικα μπαχαρικά που κρύβονται πίσω από τις φούξια βιτρίνες με χρυσά γράμματα και μικρά φαναράκια στην Τσάινατάουν, περικυκλωμένη από μια παντελώς μυστήρια γλώσσα. Τζίντζερ, αποξηραμένα μανιτάρια και γαρίδες όλα στο ίδιο καφάσι· δίπλα τα μαργαριταράκια του ταπιόκα, και παραδίπλα ένας διπλωμένος χάρτινος δράκος, από αυτούς που σκεπάζουν τρεις ανθρώπους. Τα μαλλιά σου στάζουν αλλά εσύ περπατάς και γελάς, κάνεις αστεία για την ομπρέλα που ξέχασες και σταματάς να χαϊδέψεις μια φουντωτή γάτα πίσω από μια σκαλιστή σιδερένια πόρτα κήπου. Δεν έχεις να κάνεις τίποτα πέρα από το να δεις, να ακούσεις, να νιώσεις, να μυρίσεις, να γευτείς.  Στο εστιατόριο σκύβεις πάνω από τον κατάλογο και στάζεις πάνω του, πηγαίνεις στο μπάνιο και χρησιμοποιείς το στεγνωτήρι των χεριών για πιστολάκι. Δεν σε νοιάζει, γιατί είσαι ήδη μούσκεμα όποτε πόσο πιο ρεζίλι να γίνεις, γιατί περπάτησες 12 ώρες στη βροχή οπότε οι ντροπές σου ξεπλύθηκαν για τα καλά πριν ώρες. Είσαι η μοναδική γυναίκα εκεί μέσα, αλλά τι σε νοιάζει; Είσαι στο Σαν Φρανσίσκο, αγαπητή! Και βρέχει, αν δεν το κατάλαβες.

Των φρονίμων τα παιδιά φτάνουν πάντα καθυστερημένα

"Κυρίες και κύριοι, μια αμαξοστοιχία εκτροχιάστηκε στο Κουίνς. Θα υπάρξει καθυστέρηση. Μπορεί να είμαστε εδώ δέκα λεπτά... μπορεί δεκαπέντε... μπορεί είκοσι. Σας ζητούμε συγνώμη για την καθυστέρηση."

Η γιαγιά μπροστά μου μουρμουρίζει οργισμένα "ναι είμαι σίγουρη ότι ζητάτε συγνώμη", και συνεχίζει με μια σειρά ακατάλληλων εκφράσεων που μια ενενηντάχρονη θα ξεστόμιζε μόνο μέσα στον οίκο των απανταχού τρελών και παλαβών: το μετρό της Νέας Υόρκης. Βγάζω το κινητό από την τσάντα μου και κοιτάω αγχωμένη την ώρα· ύστερα στρίβω το βλέμμα προς τη μέση του βαγονιού, εκεί που ο Γ. (ο ζαχαροπλάστης) μου χαμογελάει ατάραχος. Όταν μοίραζαν το Αμερικάνικο γονίδιο του στρες και του άγχους, αυτός απουσίαζε, και γι'αυτό τα πάμε καλά οι δυό μας. Στο μυαλό μου κυριαρχεί μία και μοναδική σκέψη: η φωνή του αστυνομικού που μου ρωτάει αυστηρά που είναι η βίζα μου, και πώς γίνεται να είμαι τόσο ηλίθια ώστε να προσπαθώ να ταξιδέψω χωρίς διαβατήριο, κι ας είναι πτήση εσωτερικού. Το οποίο διαβατήριο πρέπει να πω πως κοιμάται ασφαλέστατο τον ύπνο του δικαίου μέσα στο συρτάρι μου, από το οποίο δεν μου πέρασε καν από το μυαλό να το αφαιρέσω. Πετάμε σε δύο ώρες (4:15), και με την καθυστέρηση του μετρό ξέρω ότι δεν θα έχω την πολυτέλεια να γυρίσω σπίτι για το διαβατήριο, έστω και με τα πανάκριβα κίτρινα ταξί. Να το ρισκάρω ή να γυρίσω πίσω πληρώνοντας σχεδόν 80 δολλάρια σε ταξί και προλαβαίνοντας την πτήση στο τσακ;

Μακάρι να ήμουν κουλ. Θα το τολμούσα, και θα πήγαινα φορτσάτη στο αεροδρόμιο, προσπαθώντας να ανέβω στο αεροπλάνο απλά και μόνο με την ταυτότητα του πανεπιστημίου. Κι ό,τι θέλει ας γίνει. Κι όμως, τελικά το γονίδιο του στρες που δεν παραλήφθηκε από τον ζαχαροπλάστη έκανε στροφή και ήρθε πάνω μου― πετάγομαι έξω από το βαγόνι ενώ οι γύρω μου δυσανασχετούν σαν μουρτζούφληδες Νεοϋορκέζοι που είναι. Ο ζαχαροπλάστης με ακολουθεί, και μου χαμογελάει όταν του ανακοινώνω ότι θα πάθω έμφραγμα και δεν γίνεται, πρέπει να γυρίσουμε πίσω. Η ώρα είναι 2:30.

Η ώρα είναι 3:45. Ενώ αναρρώνω ακόμα από το τρέξιμο που έκανα από το ταξί μέχρι τον 6ο όροφο και πίσω σε χρόνο 2 λεπτών και τα 60$ που πλήρωσα, το δεύτερο ταξί σταματάει μπροστά στην πύλη Α, η πόρτα ανοίγει κι εμείς πεταγόμαστε έξω, και τρέχουμε προς τον έλεγχο, ανοίγοντας δρόμο με τα ιπτάμενα σακ βουαγιάζ μας (το δικό μου έχει ήδη σπάσει για πρώτη φορά). Η πτήση φεύγει σε μισή ώρα, η πτήση φεύγει στις 4:15, έχουμε τριάντα λεπτά! Φτάνουμε στον έλεγχο ασφαλείας με την άνεση που μας προσφέρει η γνώση ότι (μάλλον) δεν θα χάσουμε το αεροπλάνο μας σήμερα. Παπούτσια, φουλάρια, παλτό, λαπτοπ, τσάντες και σάκοι στους μπλε κάδους που όλοι αγαπούμε να μισούμε, ψιλά αφαιρεμένα και βουρ στον ανιχνευτή. Όλα πάνε καλά μέχρι που οι σάκοι περνούν από το σκάννερ, διότι ο ζαχαροπλάστης με έχει διαβεβαιώσει πως στις πτήσεις εσωτερικού δεν δίνουν πολύ σημασία στα υγρά που κουβαλάς στις χειραποσκευές, οπότε δεν πειράζει, ας πάρουμε μαζί το σαμπουάν μας. Και τσουπ, να σου που ξεπετάγονται δύο νταγλάρια και πιάνουν τις αποσκευές. Ο ζαχαροπλάστης στη δεξιά μεριά της αίθουσας, εγώ στην αριστερή, ο καθένας με ένα νταγλάρι.

"Απομακρυνθείτε παρακαλώ από τον σάκο. Μην αγγίζετε. Τα υγρά απαγορεύονται στις πτήσεις σύμφωνα με τον τάδε τάδε κανονισμό"

"Τι μου λες;" Μου 'ρχεται να του πω. "Τον έχω μάθει απέξω τον κανονισμό σας, μην ανησυχείς. Και τους άλλους 1000 που έχετε επιβάλλει. Αλλά να, Ελληνίδα είμαι, είπα να το παίξω παγαπόντικα, μπας και καταφέρω και ξεγλιστρήσω και χαρώ με την κουτοπονηριά μου."

Αντί γι'αυτό λέω: "Αμάν! Συγγνώμη, δεν το ήξερα! Βλέπετε ταξίδευα με τρένο πριν, και μάλλον ξέχασα το σαμπουάν στο σάκο. Συνήθως δεν το κάνω ποτέ αυτό, προσέχω. Αλλά να... το τρένο με αποσυντόνισε." Η Ελληνική κουτοπονηριά σε νέες περιπέτειες. Απέναντι ο ζαχαροπλάστης ψεύδεται εξηγεί στο δικό του φρουρό που κρατάει κατσουφιασμένος ένα βάζο ενυδατική κι ένα αφροντούς ότι δεν ταξιδεύει συχνά με το αεροπλάνο, ότι η τελευταία φορά ήταν όταν ήταν 8 και τότε ο κανονισμός δεν υπήρχε.

4:00. Τελειώνουμε την ίδια στιγμή και συναντιόμαστε μπροστά στον πίνακα που μας δηλώνει ότι η επιβίβαση της πτήσης έχει αρχίσει. Το επόμενο τέταρτο είναι ένας μαραθώνιος προς την πύλη που μου φαίνεται ότι έχει μεταφερθεί στην άλλη άκρη του αεροδρομίου. Ταυτόχρονα κάνω και βάρη γιατί κουβαλάω το σάκο μου, αλλά και δρόμο μετ 'εμποδίων, καθώς δρασκελίζω 5χρονα που κλαίνε, 5χρονα που τρέχουν, 5χρονα που τραβάνε τις μαμάδες τους απ'το χέρι, τις ταλαιπωρημένες μαμάδες, γιαγιάδες που περπατάνε αργά-αργά, βαλίτσες ακουμπισμένες κάτω. Και πάνω που νιώθω ότι τα πνευμόνια μου θα σπάσουν, βλέπω μια ουρά μπροστά στην πύλη με το μαγικό νούμερο: 27. Δίνω το εισητήριο στην αεροσυνοδό και ταυτόχρονα ξαναβγάζω το κινητό από την τσάντα. 4:12.

Κοιτάζω τον ζαχαροπλάστη, που μου γελάει λαχανιασμένος. "Τα καταφέραμε. Πηγαίνουμε... στο Σαν Φρανσίσκο!"

Το λέμε μεταξύ μας εδώ και μέρες, αλλά και πάλι μου φαίνεται δύσκολο να το πιστέψω. Απίστευτο όταν σχεδόν χάσαμε την πτήση, απίστευτο όσο ήμουν εκεί, απίστευτο και τώρα που τελείωσε. Έχει περάσει μόνο μια βδομάδα κι όμως η Καλιφόρνια είναι κάτι το μακρινό, σαν όνειρο, κάτι που έγινε σε μια άλλη πραγματικότητα γιατί είναι τόσο κάθετα διαφορετικό από την καθημερινή μου ζωή που δεν είμαι σίγουρη αν χωράει στα όριά της.

Από τις πιο ενδιαφέρουσες βδομάδες της ζωής μου. Κι όμως, όταν καθόμαστε λαχανιασμένοι στο αεροπλάνο, γελώντας και επαναλαμβάνοντας "τα καταφέραμε... θα πάμε στην Καλιφόρνια!", δεν έχω ιδέα τι πρόκειται να δω μέσα στις επόμενες μέρες. Δεν έχω ιδέα ότι θα τρέχω (πάλι) στους δρόμους του Σαν Φρανσίσκο για να προλάβω το τελευταίο τρένο και να μην αναγκάσω μια 85χρονη γυναίκα να οδηγήσει 2 ώρες μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα για να με παραλάβει, ή ότι θα περπατήσω 12 ώρες στη βροχή για να δω καλά το Κάστρο με την τεράστια σημαία στα χρώματα του ουράνιου τόξου και το Χέητ με τα αχανή δισκάδικα που πουλάνε, ναι, βινύλιο. Δεν ξέρω ότι θα κοιμηθώ σε ένα στρώμα που συνήθως βρίσκεται στη βεράντα τριών χίπηδων αφού θα έχω μπει στο τζακούζι που έφτιαξαν από ένα βαρέλι, ούτε ότι θα δω κογιότ και αγριόγατες με φόντο τους καταρράκτες τις Σιέρρα Νεβάδα. Και δεν μπορώ καν να φανταστώ ότι θα έρθει η μέρα που ο ζαχαροπλάστης κι εγώ θα φτάσουμε στο σταθμό 45 λεπτά πριν φύγει το τρένο μας, θα βαριόμαστε να περιμένουμε, και θα καταλήξουμε για ποτό.

Είναι ωραίο να είσαι 20 και φοιτητής.

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

Jealousy

Μερικές σειρές είναι εντέλει αρκετές για να νιώσω ανεπαρκής. Ζηλεύω να διαβάζω τα λόγια αγαπημένων προσώπων που μόλις ανακαλύπτουν τη χαρά και την περιπέτεια μιας νέας παρουσίας στη ζωή του. Ίσως επαναλαμβάνομαι, αλλά ζηλεύω να διαβάζω για όσους αγαπούν να εξερευνούν ο ένας τον άλλο γιατί έχουν αυτή την ικανότητα. Ζηλεύω που δεν μπορώ να γράψω προτάσεις σαν κι αυτές:

"Εσύ θα 'πρεπε να είσαι αυτός που θα με κάνει να χαίρομαι την άνοιξη.Την οποία έτσι κι αλλιώς χαίρομαι.Κι αυτό είναι το καλύτερο κομμάτι.Δε σε χρειάζομαι!Όμως σε θέλω εδώ παρ'όλα αυτά.Έτσι είναι το σωστό.Να μη σε χρειάζεται κανείς για ν'αναπνέει.Αλλά ο αέρας να'ναι πιο μυρωδάτος κι ανοιξιάτικος όταν τον αναπνέει μαζί σου."

Όμορφα λόγια, ζουζούνα. Θα 'θελα τόσο πολύ να μην με είχε ειρωνευτεί η ζωή. Θα 'θελα τόσο να κοιτώ τη Σιέρρα Νεβάδα από το παράθυρο με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, και ο Σ. να έχει το μπράτσο του γύρω από τους ώμους μου. Να σκεφτόμαστε μαζί πόσο άγρια όμορφο είναι αυτό το βουνό, πόσες διαφορετικές όψεις έχει αυτή η χώρα. Να ανακαλύπτουμε μαζί ο ένας τον άλλο, τη ζωή. 

Δεν είμαι σίγουρη αν σε χρειάζομαι, Σ. Σκέφτομαι ότι έχουμε ζήσει χώρια τόσο καιρό, και έχουμε επιβιώσει. Ύστερα όμως κοιτάω τις μπροστινές θέσεις των αυτοκινήτων που με μεταφέρουν και βλέπω τα ζευγάρια που μέχρι και στην οδήγηση κρατιούνται χέρι-χέρι. Κλείνω τα μάτια και φαντάζομαι εσένα στο τιμόνι κι εμένα δίπλα: συνήθως σου χαϊδεύω τα μαλλιά χωρίς να το συνειδητοποιώ καν. Και επιτέλους καταλαβαίνω: δεν σε χρειάζομαι για να ζήσω την καθημερινότητά μου· σε χρειάζομαι για να της δώσω νόημα, για να πείσω τον εαυτό μου να συνεχίσει. 


Η στιγμή είναι κάτι τόσο όμορφο. Κοιτώ τους καταρράκτες της Δυτικής Ακτής και αφήνω τις σκέψεις μου να κατρακυλήσουν με το νερό. Είσαι κάτι φωλιασμένο τόσο βαθιά στο μυαλό μου που ό,τι κι αν κάνω, κυριαρχείς. Μπαίνει επιτέλους άνοιξη. Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι πως μας έμεινε μόνο ένας μήνας.





Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Get me out of here!

Φρίκες. Έχω φτάσει στο σημείο που νιώθω ότι αν πιώ άλλον ένα καφέ το στομάχι μου θα φάει κέικ με κυάνιο και δεν θα πεθάνει οπότε θα πυροβοληθεί αλλά πάλι δεν θα πεθάνει και εντέλει θα ξυλοκοπηθεί και θα πέσει στο Νέβα. Όπως ο Ρασπούτιν.
Μιάμιση ώρα ύπνος. Το πρόσωπό μου είναι στο χρώμα του κεριού εκτός από τους μαύρους κύκλους μου που κάνουν τη διαφορά. Ο Δράκουλας βαρέθηκε την Τρανσυλβανία και ήρθε να δει το Empire State Building. Τώρα δηλαδή που νιώθω επιτέλους ενήλικας θα πρέπει να μοιάζω συνέχεια με χαρακτήρα του Τζωρτζ Α. Ρομέρο αλλά στο πιο άσχημο;

Μια βδομάδα και μετά αεροπλάνο. Δυτική ακτή. Σαν Φρανσίσκο, φίλε.

Είμαι ελαφρύς! Ας τινάξω λίγο πέρα δώθε τα μαλλιά μου μπας και νιώσω ελεύθερη. 

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2011

Summertime Cowboy

Όμορφα πράγματα. Όμορφα πρωινά. Όμορφα τραγούδια.

Κι εσύ εδώ;

Shocking Discovery: Oh mon Dieu, Ay Dios mio, Αϊ αϊ αϊ αϊ αϊ αϊ Πουέρτο Ρίκο και λοιπά!
Μετά από εκτεταμένη βόλτα στην μπλογκόσφαιρα συνειδητοποίησα ότι είμαστε πολλοί εμείς οι ξενιτεμένοι Έλληνες, ρε παιδί μου. Με κάποιο μαγικό τρόπο ανακαλύπτουμε ο ένας τα μπλογκ του άλλου και μοιραζόμαστε -στα Ελληνικά- τα νεύρα μας, την αγάπη μας, την απομυθοποίηση της ξενιτιάς αλλά και της Ελλάδας. Κοίτα να δεις: είμαι πολύ γατάκι που μερικές φορές νιώθω μόνη στην εμπειρία μου.

Νιώθεις κάτι το μαγικό όταν καταλαβαίνεις ότι στην Αγγλία, στη Γαλλία, στην Ισπανία, στη Γερμανία, στην Ολλανδία, στην Ιαπωνία, στην Ταϊβάν και δεν ξέρω ούτε κι εγώ που αλλού, κάποιος ζει πράγματα παρόμοια με εσένα (μα είναι τρελοί αυτοί οι Αμερικάνοι, σου λέω). Κάπου υπάρχει και κάποιος άλλος που βγαίνει έξω, βλέπει τον ήλιο κι ενώ σκέφτεται ότι δεν συγκρίνεται με τον ήλιο της Ελλάδας, στρίβει τη γωνία και ανακαλύπτει κάτι καινούργιο που τον κάνει να αγαπήσει εκ νέου αυτόν τον παράξενο τόπο που διάλεξε για πρώτο (δεύτερο;) σπίτι.

Νέο κύμα άνοιξης

Δεν τα υποφέρω τα τραγούδια μου,
και προπαντός όταν μου μοιάζουν,
όλα εκείνα π' αγαπώ,
είν' αλλωνών κι αλλιώς φαντάζουν.

[...]

Οι εμπνεύσεις μου είναι γλωσσοδέτες,
νιώθω συχνά σαν τους τριγύρω σκηνοθέτες,
που οδηγήσαν μια γενιά
στα πιο βαθιά χαζουμουρητά.
Κι όλο βουλιάζω στο νανούρισμα
κάποιας αόρατης μαράκας
κι όλοι μου οι φίλοι απορούν,
τι κάνει ετούτος, ο μαλάκας.

[...]

Μα μπαίνει η άνοιξη στην πόλη,
κι απ' τ' ανοιχτό λεωφορείο μου φαίνεστε όλοι
τόσο γλυκούτσικοι κι αχνοί,
στη θερινή σας τη στολή.
Κι οι μπάντες παίζουν το τραγούδι σας
που τα κενά μας συμπληρώνει
κι ο ουρανός που αιμορραγεί,
στα πεύκα εκεί μας αθωώνει.
Θα 'ταν τρελό να προσπαθώ,
αυτόν τον άνεμο να εκφράσω
με τα φαναράκια του μου αρκεί να γειτονέψω
βγάζω τα τραπεζάκια μου έξω.

-Σαββόπουλος, οφ κόρς. Έτσι είδα κι εγώ την άνοιξη να μπαίνει, και ξαφνικά, τσουπ! Να η όρεξη και η έμπνευση να γράψω. Αυτά που μου φαίνονταν κουρασμένα γίνονται φρέσκα, και μου 'ρχονται 10 ποστ στο κεφάλι. Δεν μπορώ να γράψω τίποτα που να εκφράζει έστω και στο ελάχιστο την χαρά που βλέπω γύρω μου, μπορώ όμως να προσπαθήσω να εκφράσω την φρεσκάδα που έχει εισβάλει ξαφνικά στην πόλη, τα καλύμματα που ξετυλίχταν και το χιόνι που έλιωσε, ξεσπεπάζοντας τα γρασίδια. Τα χρώματα που βλέπω γύρω μου, είτε στο ροζ παντελόνι του τύπου που καπνίζει έξω από τη βιβλιοθήκη είτε στους τοίχους του αγαπημένου μου μπαρ. Α ρε Νιόνιο.

Ένα απόγευμα, κάποτε, κάπου.

Δεν με αναγνωρίζω τελευταία. Χτες έκλαψα για πρώτη φορά εδώ και τουλάχιστον ενάμισι μήνα. Που πήγε ο κλαψιάρικος, παραπονιάρης, παιδιάστικος εαυτός μου; Που έκλαιγε στις ταινίες, στον οδοντίατρο, με τα ίδια του τα Σι-ντι;*

Το θέμα πάντως είναι ότι έκλαψα χθες. Και ότι επειδή ακριβώς σιχαίνομαι να μου λένε ότι δεν μπορώ να κάνω κάτι, δεν αντέχω όταν μου αποδεικνύεται περίτρανα. 

Συζητήσεις. Κουβέντα στην κουβέντα, και πολλά λόγια. Λέξεις, λέξεις, λέξεις, το μόνο που μπορούμε να μοιραστούμε, το μόνο που η κατάσταση επιτρέπει. Ο άνθρωπος που δεν ήταν εκεί αν και ήταν στις σκέψεις μου, στην καρδιά μου, στην οθόνη μου. Καυγάδες των οποίων το τέλος δεν είναι η αγκαλιά που τα διορθώνει όλα, απλά γιατί μεσολαβεί ένας ωκεανός. Ο επίλογος γράφεται όταν πηγαίνουμε για ύπνο· μόνο που εδώ είναι  12 και εκεί 7. Μόνο που εσύ βλέπεις έναν ήλιο που εδώ δεν έχει ξεμυτίσει. 

Η ζωή συμβαίνει γύρω μου. Η άνοιξη κάνει την εμφάνισή της για μια-δυό μέρες, έτσι για να ξεγελάσει τα ζευγάρια που βγάζουν γάντια και σκουφιά και κρατιούνται χεράκι-χεράκι, με τζιν μπουφάν, φορέματα και μπαλαρίνες. Κι εγώ, πίσω από το τζάμι με τον καφέ ανά χείρας και το τετράδιο μπροστά μου, τους βλέπω να μην με βλέπουν, διότι δεν τους ενδιαφέρει καθόλου ο γύρω κόσμος. Κοίτα να δεις, λέω. Έχει φτάσει να μου φαίνεται παράξενο να είναι ο ένας τόσο μεγάλο μέρος της καθημερινότητας του άλλου, να είναι η καθημερινότητα. Για μένα εσύ είσαι κάτι καινούργιο, κάτι ξεχωριστό, κάτι τόσο εκτός καθημερινότητας που ευχαριστώ Θεούς, Βούδες και Αλλάχ όταν σε βλέπω. Φτάνω να επιζητώ τη ρουτίνα μαζί σου, γιατί η ρουτίνα που σε περιέχει είναι κάτι τόσο ασυνήθιστο ώστε πλέον δεν μπορεί να ονομάζεται έτσι. Από τη μία είμαι τυχερή· οι στιγμές που ζούμε μαζί είναι περιορισμένες, με αποτέλεσμα όχι μόνο να θυμάμαι την πλειοψηφεία τους, αλλά και να τις ζω στο έπακρο, ως κάτι που διαλέγω και όχι ως αυτό που είναι η λογική συνέχεια αυτού που έκανα πριν.

Όσο κι αν ξέρω πως κατά βάθος είμαστε τυχεροί και μόνο που καταφέρνουμε και παίρνουμε χαρά από μια οθόνη, είναι στιγμές που νιώθω ότι δεν θα μάθεις ποτέ πώς είναι η καθημερινότητά μου όταν τρέχω από δω κι από κει με έναν γαλλικό που πιτσιλίζει το χέρι μου και δεν μπορώ να τον κλείσω καλά γιατί κρατάω πέντε βιβλία, όταν καθόμαστε όλοι στο σαλόνι και τρώμε τη ζύμη από τα γλυκά του ζαχαροπλάστη μιλώντας για τις πιό ντροπιαστικές μας στιγμές, όταν η ηλιαχτίδα κι εγώ καθόμαστε στο περβάζι της κοιτώντας το ποτάμι μετά από το λουκούλειο γεύμα μας. Με πληγώνει αυτό, γιατί ένα κομμάτι μου παραμένει εξ ορισμού σκοτεινό για σένα, γιατί απλά η ρουτίνα που δεν σε περιέχει είναι κατώτερη αυτής που διορθώνεις με την παρουσία σου και μόνο. 

Πληγώνομαι με την ίδια μου την αδυναμία να αλλάξω την κατάσταση. Πληγώνομαι που ό,τι κι αν κάνω, κάποια πράγματα είναι εκτός της δικαιοδοσίας μου· έχω συνηθίσει να δρω γι αυτά που θέλω, να λαμβάνω μια επιτυχία ή αποτυχία για την οποία έχω προσπαθήσει. Με πονάει που "δεν μπορείς να το βλέπεις σαν πρόβλημα, διότι δεν υπάρχει λύση". 

Μετά σκέφτομαι, μπαίνει η άνοιξη, που περιέχει τον Απρίλιο. Στον 50ό δρόμο και 6η λεωφόρο γωνία βρίσκεται η Μανόλια με τα διάσημα κεκάκια της, και κάποια μέρα στο μέλλον ίσως μας βρεί να τα τρώμε καθισμένοι στα πεζούλια του Rockefeller Plaza, με ζακέτα μόνο γιατί θα κάνει ζέστη. Προς το παρόν δεν υπάρχει λύση, υπάρχουν όμως στιγμές. Μπορεί να μην είναι ρουτίνα, είναι όμως μαζί σου, και είναι γιορτή.

*Τώρα που το σκέφτομαι, ας είμαι ειλικρινής. Έκλαψα στο Black Swan, και ούτε ξέρω γιατί― δεν με συγκίνησε και τόσο.

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

Musique Concrète

"Jouer"= παίζω. 
Παίζω μουσική, δηλαδή. Παίζω πιάνο, κιθάρα, φλάουτο, βιολί. Παίζω τις νότες που διαβάζω μπροστά μου. 
Παίζω παιχνίδια δηλαδή. Παιχνίδια με τους ήχους που έρχονται, που φεύγουν, που χάνονται, που λάμπουν γύρω μου. Παίζω με το ρυθμό και τη μελωδία, τα εξαφανίζω, τα επαναφέρνω, τα μετακινώ δεξιά, αριστερά, τα σπρώχνω προς τα πίσω και τα ξαναφέρνω στο προσκήνιο, ενώ κάπου στο βάθος αντηχεί ένα ξυλόφωνο.
Παίζω με όργανα και με λέξεις, παίζω με τους ορισμούς, με τους κανόνες, ξεχνώ τους κανόνες, ξεπερνώ τους κανόνες και παίζω με τα όριά μου. 


Αν υπάρχει ένα πράγμα που απεχθάνομαι, αυτό είναι να μου επιβάλλουν όρια και ταμπέλες. Ίσως γι'αυτό έχω ερωτευθεί αυτή την μουσική, που για πολλούς δεν έχει νόημα, που για πολλούς είναι "ό,τι να'ναι" αλλά για μένα είναι η ελευθερία η ίδια. Και ενώ νιώθω τα ειρωνικά σχόλια να έρχονται, δεν μπορώ να σταματήσω να ακούω αυτούς τους ήχους που σπάνε κουτιά και σύνορα και ξεχύνονται ελεύθερα, για να κάνουν αυτό που θέλουν, για να εξερευνήσουν αυτά που κανείς δεν έχει τολμήσει. Αυτούς τους ήχους που εξ'ορισμού είναι ένα παιχνίδι, ένα παιχνίδι με την κοινωνία και την παράδοση που τους δημιούργησε, ένα παιχνίδι με τον δημιουργό, με τον ακροατή, με το περιβάλλον. 


Στο θέμα μου. Συγχωρήστε με αν τα ξέρετε, γιατί θα τα ξαναπώ. Musique Concrète ("αληθινή μουσική") είναι η μουσική παράδοση που δημιούργησε στο Παρίσι ο Pierre Schaeffer μεταξύ του '40 και του '50. Η κεντρική ιδέα της σχολής Schaeffer είναι η δημιουργία μουσικής που ξεφεύγει από τον παραδοσιακό ορισμό της, δηλαδή μουσικής που δεν παράγεται απαραίτητα από μουσικά όργανα ή φωνές, και που δεν είναι ανάγκη να περιέχει τα παραδοσιακά μουσικά στοιχεία (ρυθμός, μελωδία, αρμονία, μέτρο). Είναι μουσική που είναι αληθινή υπό την ένοια οτι είναι καθαρός ήχος, αγνός ήχος, κατανεμημένος με μαθηματική ακρίβεια και συγκεκριμένη αισθητική. 


Είναι μουσική που δεν είναι για όλους· κάποιοι την θεωρούν αντιαισθητική, χωρίς συναίσθημα, χωρίς οργάνωση. Είναι όμως μια έκφαση ελευθερίας. Ανακαλύπτω τα όριά μου και τους ασκώ πίεση. Μέχρι να υποχωρήσει κάτι. Και μετά συνεχίζω. Συνεχίζω να πιέζω και να εξερευνώ το άπειρο. Πείραμα στο πείραμα. 


Το παρακάτω τραγούδι, όμορφη συνοδεία την ώρα που πετάω τις σκέψεις μου από δω κι από κει στον ιντερνετοχώρο, δεν είναι -ω ειρωνεία- αυτό που λέμε musique concrète, για την οποία υποτίθεται ότι γράφω. Είναι των Nurse With Wound, δηλαδή σύγχρονο, και μου τράβηξε την προσοχή εν μέρει λόγω στίχων. Από την άλλη, περιέχει πολλά στοιχεία της musique concrète, την οποία ανακατεύει με hip hop με τον δικό του ξεχωριστό, σκοτεινό τρόπο. Πώς να μην το μοιραστώ λοιπόν; Τόση ώρα γράφω για την ελευθερία της σκέψης, για την κατάργηση των ορίων, την καταπάτηση των ορισμών. Everything is  possible. Possible. Possible.


"Do you remember? It was 1959. The observatory. What a strange story. Rock 'n' Roll session is a session where we can do what we want to do. Gross module. Jack's bicycle is music. Gross module. Everything is possible. Possible. Possible. Rock 'n' roll station is a second pirate station of a strange wax. Gross module. Listening. Listening. Listening to an outlaw rock 'n' roll station. Outlaw. Outlaw. Outlaw."


Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Freedom is always and exclusively freedom for the one who thinks differently
-Rosa Luxemburg

Παρασκευή, 11 Φεβρουαρίου 2011

!!!

Όταν διαβάζω ως "breaking news" αυτά που ξέρω ότι θα μελετώνται σε 20 χρόνια από τώρα, με πιάνει ένας ενθουσιασμός του τύπου δεν-μπορώ-να-μείνω-καθισμένη-πρέπει-να-αρχίσω-να-χοροπηδάω-τώρα.
"Egypt is free!" φωνάζουν οι χιλιάδες χιλιάδων διαδηλωτές. Ελπίζω οι εξελίξεις και η στρατιωτική κυβέρνηση να τους δικαιώσουν και να μην τους απογοητεύσουν.
Ενθουσιασμός. Επιτέλους. Ούτε να το φανταστώ δεν μπορώ.

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2011

How do you know?


REUBEN  You know what? I think maybe I be your husband when I grow up.

ZONIA  How you know?

REUBEN  I ask my grandpap how you know and he say when the moon falls into a girl's eyes that how you know.

ZONIA  Did it fall into my eyes?

REUBEN  Not that I can tell. Maybe I ain't old enough. Maybe you ain't old enough.

ZONIA  So there! I don't know why you telling me that lie!


REUBEN  That don't mean nothing 'cause I can't see it. I know it's there. Just the way you look at me sometimes look like the moon might have been in your eyes.


-Joe Turner's Come and Gone, August Wilson

Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011

Wanunchasqa*

* Επληροφορήθην ότι η λέξη αυτή σημαίνει "ακριβοπληρωμένη γη" στην γλώσσα των Quechua. Το παρακάτω γράφτηκε μετά την επίσκεψή μου στο κρατικό μουσείο Ινδιάνικης Ιστορίας, ένα από τα ωραιότερα μουσεία που έχω επισκεφθεί πρόσφατα.

Στο τέλος της μέρας, είσαι απλά ανίδεος. Φαντάζεσαι τον εαυτό σου μέγα κατακτητή, αντιμέτωπο με ελάχιστα μέτωπα απλοϊκών απολίτιστων αντιπάλων που δεν είχαν καν την ευφυΐα να οργανωθούν σε πόλεις, ενώ στην πραγματικότητα αυτό που βλέπεις είναι τα φαντάσματα ενός λαμπρότατου πολιτισμού που κατέστρεψες κατά λάθος, χωρίς να το ξέρεις, με τη βοήθεια μερικών άρρωστων ζώων και μιας γενετικής ιδιαιτερότητας. Και το τραγικότερο; Πας να το εξηγήσεις αυτό σε όσους έχουν απομείνει, νομίζοντας ότι θα τους κάνεις να χαρούν που βρήκαν επιτέλους το δίκιο τους κι εκείνοι σου απαντούν πόσο σε έχουν βαρεθεί, εσένα που μόνο τραγωδίες τους έχεις φέρει, εσένα που νομίζεις ότι τους ξέρεις χωρίς να τους μάθεις ποτέ, εσένα που μονίμως ανακατεύεσαι.

Πόσο δίκιο έχουν.

The Shining

Σε ένα άρθρο διάβασα ότι κάπου εκεί γύρω στις 5 το πρωί όταν γράφεις την εργασία σου, η κούραση εξαφανίζεται και σου μένει μόνο το αίσθημα παραγωγικότητας και ενδιαφέροντος γι'αυτό που κάνεις. 
Εμένα πάλι με πιάνει ενίοτε και μια υπερένταση γιατί νιώθω περήφανη για τις αντοχές μου, γι'αυτό που γράφω, για τις σκέψεις που έχω. Νιώθω ένα πάθος που εύχομαι να με διακατέχει σε όποιον επαγγελματικό τομέα διαλέξω.
All work and no play makes Jack a dull boy, όμως. Οπότε κάπου εκεί γύρω στις 5:30 έπρεπε να περπατήσω λίγο την ακόμα γεμάτη κόσμο βιβλιοθήκη μας υπό τους ήχους της Lady Gaga Maria Callas απλά για να ξεκουράσω λίγο μυαλό και πιασμένη πλάτη. Hence το σαν βγαλμένο από ταινία του Cubric σκηνικό.

Bonjour


Πρωινό ξύπνημα στις εννιάμιση, παραγωγικό κι ενδιαφέρον διάβασμα για τις λανθασμένες μας αντιλήψεις περί Ινδιάνων. Οι χαμένες μεγαλουπόλεις των Μάγια και των Ίνκα, θαμμένες κάτω από "Devil's Tree" και άγρια βλάστηση που αγκαλιάζει με τις ρίζες της τα απομεινάρια κάποιων από τους λαμπρότερους πολιτισμούς του κόσμου. Νάβαχο ιστορίες για τη δημιουργία του κόσμου, βαθιά φιλοσοφημένες, βαθιά υπαρξιακές. Ένας ουρανός που όλως παραδόξως είναι μπλε, σε αντίθεση με χθες. Το ζεστό μου bagel που συνοδεύεται από το πλέον αγαπημένο μου πράσινο τσάι (πότε έγινε αυτό;). Αστεϊσμοί με αγαπημένα πρόσωπα, άδειο -πλέον- από πιάτα τραπέζι, που φιλοξενεί τις συζητήσεις μας. Όμορφη διάθεση και όρεξη για την μέρα που έρχεται, κι ας είναι Κυριακή. Και χορευτική διάθεση παρέα με Peggy Lee αλλά και Gramophonedzie, που μας δείχνει τις δύο όψεις ενός νομίσματος:

You had plenty money, 1922,
You let other women make a fool of you
Why don't you do right, like some other men do?
Get out of here and get me some money too

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Χάπινες

Θυμάμαι μια φορά στο πρώτο μισό της Τρίτης Λυκείου/ ΙΒ2 που με είχαν ρωτήσει πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωσα πραγματικά ευτυχισμένη. Να διευκρινήσω εδώ ότι η μισή χρονιά μου είχε πάει πολύ άσχημα ψυχολογικά: άγχος, καυγάδες, κούραση. Κι όμως, όταν μου έγινε η ερώτηση η απάντηση μου είχε έρθει πολύ εύκολα.
"Νιώθω ευτυχία κάθε φορά που οι βόλτες μου με φέρνουν έξω από το μουσείο αθλητισμού. Κοιτώντας ίσια προς το Νότο, βλέπεις θάλασσα και λιμάνι, ανοίγει το μάτι σου. Αγναντεύοντας τη θάλασσα κι ακούγοντας το κατάλληλο τραγούδι στα ακουστικά— τότε νιώθω ευτυχία."

Ο κύριος που μου είχε κάνει την ερώτηση απέρριψε την απάντησή μου. Ίσως τη βρήκε πολύ κλισέ, ίσως δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς εννοούσα. Γιατί εγώ δεν προσπαθούσα να απλοποιήσω την ευτυχία, ούτε ήθελα να πω ότι η ζωή μου δεν περιέχει άγχη και στεναχώριες. Προσπαθούσα απλά να του εξηγήσω ότι μερικές φορές αρκεί ένα όμορφο θέαμα για να σε ταξιδέψει, για να σε κάνει να ξεχάσεις για λίγο τις καθημερινές σου έγνοιες, να σε αναγκάσει να συνειδητοποιήσεις πόσο ασήμαντα είναι όλα αυτά που νομίζεις ότι σε βασανίζουν και τι μικρό κομμάτι του ολόκληρου είσαι. Τι κι αν δεν έχεις βρει το νόημα της ζωής, τι κι αν δεν βγάζουν όλα νόημα· υπάρχουν μερικές στιγμές που απλώς τις ζεις.

Που λες τα γράφω τώρα όλα αυτά και νιώθω να με πλημμυρίζει ένα αίσθημα αυτογνωσίας (καλως τηνε κι ας άργησε). Εδώ κι ένα μήνα περίπου, από τότε που μπήκε η καινούργια χρονιά, προσπαθώ συνέχεια να γράψω ένα ποστ με τον απολογισμό του 2010. Έχω γίνει πολύ καλή αναγνώστρια μπλογκ τελευταίως, διαβάζοντας γνωστά και άγνωστα, παλιά και καινούργια, Αγγλικά και Ελληνικά, μελετώντας εξωνυχιστικά αυτούς που διαβάζουν εμένα, αλλά και όσους ανακάλυψα τυχαία πατώντας το ένα λινκ μετά το άλλο. Παρατήρησα λοιπόν ότι όλοι έγραφαν ποστ όπου έκαναν τον απολογισμό της χρονιάς που πέρασε και εξέφραζαν τις επιθυμίες τους για τη χρονιά που έρχεται. Η ιδέα μου φάνηκε απολύτως λογική και σε έναν βαθμό απαραίτητη· ήθελα να κάνω κι εγώ το ίδιο. Ξεκίνησα λοιπόν να γράφω το ποστ.

Λάθος. Ξεκινούσα να γράφω το ποστ μου, γιατί ο αόριστος υπονοεί ότι το τελείωσα κιόλας. Μου πήρε γύρω στις 5 απόπειρες, όλες με διαφορετικούς τίτλους, μέχρι να τα παρατήσω. Απλά δεν είχα τι να πω. Εκεί ήταν που με έπιασε πανικός: εγώ δεν έμαθα τίποτα για τον εαυτό μου ή έστω για τους γύρω μου; Εγώ δεν έχω στόχους; Ό,τι κι αν έγραφα μου φαινόταν κλεμμένο από άλλους και ανούσιο, ίσως γιατί με ξέρω και οι στόχοι που θέτω για τη νέα χρονιά εγκαταλείπονται συνήθως πριν τον Μάρτιο.

Λοιπόν, είναι 3 Φεβρουαρίου και μου φαίνεται ότι βρήκα επιτέλους τι ήθελα να πω, κάτι αποκλειστικά δικό μου. Σχεδόν όλα μου τα ποστ της περασμένης χρονιάς περιγράφουν ή έστω είναι εμπνευσμένα από συγκεκριμένες, τετελεσμένες στιγμές. Ίσως γιατί εγώ, όντας μικρούλα, μόνο εκεί έχω καταφέρει να βρω την ευτυχία. Στα λίγα εκείνα λεπτά που δεν σε νοιάζει τίποτα πέρα από αυτό που σου περιγράφουν μάτια, μύτη, στόμα, αυτιά και δέρμα. Που απλά αφήνεις τους νευρώνες σου να κάνουν τη δουλειά τους, ταξιδεύοντας όπου σε πάει η ίδια σου η φαντασία. Στιγμές.

Δεν βρίσκομαι στην Θεσσαλονίκη, αλλά ξέρω ότι αν ήμουν, η θέα αυτή θα με έκανε να ζήσω μια τέτοια στιγμή. Και σε ευχαριστώ που με το μέιλ σου με βοήθησες επιτέλους να βρω τις λέξεις για να περιγράψω αυτό που τόσο καιρό κρυβόταν κάπου μέσα στο μυαλό μου και δεν έλεγε να βγει. Καλώς σας βρήκαμε, στιγμές του 2011!

Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

Burn my shadow

Βιντεάρα... διακρίνω την αρχή μιας νέας εμμονής!

Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

John Milton, Ad Patrem

Scorn not the poet's song, a work divine, which more than aught else reveals our ethereal origin and heavenly race. Nothing so much as its origin does grace to the human mind, possessing yet some sacred traces of Promethean fire. The gods love song, song that has power to move the trembling depths of Tartarus, to bind the nether gods, and restrain the cruel shades with triple adamant. The priestesses of Apollo and the pale trembling Sibyl disclose in song the secrets of the distant future. The sacrificing priest composes verses before the festal altars, whether he slays the bull that tosses its gilded horns, or sagely consults the destinies hidden in the reeking flesh, and reads date in the entrails still warm with life. When I too return to my native Olympus, and when the changeless ages of eternity stretch forever before me, I shall go through the temples of heaven crowned with gold, accompanying my sweet songs with the gentle beat of the plectrum, wherewith the stars and the arch of heaven  shall resound. Even now that fiery spirit who encircles the swift orbs himself sings with the starry choirs in an immortal melody, an ineffable song, while the glittering serpent checks his angry hissing, and fierce Orion with lowered sword grows gentle, and Maurusian Atlas no longer feels the burden of the stars.


Και το ορίτζιναλ, επειδή μου αρέσει να βλέπω τα Λατινικά κι ας μην τα μιλάω διαβάζω:


Nec tu vatis opus divinum despice carmen,
Quo nihil æthereos ortus, et semina cæli,
Nil magis humanam commendat origine mentem,
Sancta Prometheæ retinens vestigia flammæ.
 
Carmen amant superi, tremebundaque Tartara carmen
Ima ciere valet, divosque ligare profundos,
Et triplici duros Manes adamante coercet.
Carmine sepositi retegunt arcana futuri
Phœbades, et tremulæ pallentes ora Sibyllæ;
 
Carmina sacrificus sollennes pangit ad aras
Aurea seu sternit motantem cornua taurum;
Seu cum fata sagax fumantibus abdita fibris
Consulit, et tepidis Parcam scrutatur in extis.
Nos etiam patrium tunc cum repetemus Olympum,

Æternæque moræ stabunt immobilis ævi, 

Ibimus auratis per cæli templa coronis,
Dulcia suaviloquo sociantes carmina plectro,
Astra quibus, geminique poli convexa sonabunt.
Spiritus et rapidos qui circinat igneus orbes.
 
Nunc quoque sydereis intercinit ipse choreis
Immortale melos, et inenarrabile carmen;
Torrida dum rutilus compescit sibila serpens,
Demissoque ferox gladio mansuescit Orion;
Stellarum nec sentit onus Maurusius Atlas.

Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

Waterwalk, John Cage

"I consider music to the production of sound, and since in the piece that you will hear I produce sound, I will call it music."

Writer's block

Θέλω να γράφω εικόνες και συναισθήματα.

Να μπορέσω κάπως να εκφράσω όλα όσα ένιωσα στη μέση της νύχτας όταν συνειδητοποίησα ότι το χέρι σου ήταν γύρω από τη μέση μου και βρέθηκα όσο πιο μακριά από τη μοναξιά έχω υπάρξει ποτέ.

Να εξηγήσω με μερικές προτάσεις, με μια σειρά από μαγικές λεξούλες, την ζεστασιά που ένιωσα περιμένοντας το λεωφορείο μαζί με μερικά αγαπημένα πρόσωπα. Ξεκίνησε από τα πόδια και απλώθηκε προς τα πάνω. Έβγαλα το παλτό μου και μισοκλείνοντας τα μάτια κοίταξα τον ήλιο. Είχα ένα χαμόγελο στο πρόσωπό μου.

Να τρελαθούμε μαζί καθώς γράφω για το γέλιο που με έπιασε στις 2 η ώρα τα χαράματα καθώς χόρευα γύρω-γύρω στο δωμάτιο. Κάθησα στα γόνατα και άρχισα να τραβάω κλωστές από το χαλί σου, απλά επειδή μου είπες πλακίζοντας: "θα σε πλακώσω στο ξύλο αν το ξανακάνεις", και γελούσες κι εσύ. Προφανώς, το να το ξανακάνω τη στιγμή εκείνη μου φάνηκε το πιο λογικό και συνάμα αστείο πράγμα του κόσμου.

Να φωτογραφίσω το άρωμα του τσαγιού της Ο, τα σκαλιστά ασημένια σκουλαρίκια της Κ. και το μπου που ανακατεύει την σοκολάτα του με το  κουταλάκι, με το στριφτό τσιγάρο να τρεμοσβήνει στο άλλο χέρι.

Να νιώσω στις λέξεις μου τη γεύση του καλού κρασιού που πίναμε με την Α, την Ν και την Ρ, καθισμένες στον λευκό καναπέ, με μια ταινία να παίζει στο Ντι-βι-ντι. Μια γεύση που σε έπαιρνε μακριά από το άγχος, που ανακατευόταν με τον καπνό από τα τσιγάρα τους και όλως περιέργως ταίριαζε με την γλύκα των κόκκινων φρούτων που έτρωγα.

Να βγάλω από το κεφάλι μου επιτέλους όλα όσα υπάρχουν εκεί μέσα, σε μορφή ενός γραπτού που βγάζει νόημα. Να μπορέσω να δώσω όψη, ζωή και αληθοφάνεια στους χαρακτήρες μου. Να μην φοβηθώ την λευκή σελίδα, ούτε τον κέρσορα που αναβοσβήνει μπροστά μου και με κοροϊδεύει.

Να κάνω εκείνον τον σκάιπ-ικό διάλογο που είχα πριν μερικούς μήνες με την Margarida 1 θεατρικό διάλογο μεταξύ δυο δικών μου, απολύτως δικών μου χαρακτήρων. Να προσπαθήσω με τη γραφή μου να καταλάβω που ακριβώς χάνεται εκείνο το κομμάτι της σκέψης που πληρώνεται τόσο ακριβά από το υπόλοιπο. Τα πλοία για τα οποία μιλούσε ο Καβάφης χάνουν ένα εμπόρευμα τόσο σημαντικό ώστε να απωλέσουν και την ίδια τους την ιδιότητα ως εμπορικά πλοία. Τι μένει; Ένα κουφάρι, μια μισοτελειωμένη σκέψη. Δεν μπορώ να γράψω εικόνες. Μόνο λέξεις· και μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις.

Τις παράλογες σκέψεις μου συνοδεύουν ελαφρώς παράλογες μουσικές.

Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 2011

New Music/Year

Άγχος... γιατί όταν γυρίσω πίσω πρέπει να αναλάβω WKCR (89.9 fm)-ικά καθήκοντα.

Νιώθω ότι δεν ξέρω τίποτα, παρά το εξάμηνο εντατικών μαθημάτων.

Δάσκαλε, διδαξέ με.

And I wonder

Μήπως είμαι κλισέ και αυτά που γράφω ανούσιες αμπελοφιλοσοφίες και απλώς κανένας δεν έχει δεήσει να μου το πει;

19

Είναι ακόμα μεσημέρι, κι όμως αυτή η μέρα κατάφερε ήδη να είναι τόσο γεμάτη με όμορφα πράγματα. Από το αγαπημένο μου πρωινό ξύπνημα μέχρι το δίωρο που πέρασα με τον γάτο μου, τον Σαββόπουλο κι ένα βιβλίο με εκθέσεις του ειδώλου Benjamin, μου ήταν δύσκολο να διαλέξω μια συγκεκριμένη στιγμή για να εξηγήσω την επιστροφή της θετικής μου διάθεσης.

Κι όμως, ξέρω ακριβώς πότε εισέβαλλε στο μυαλό μου η σκέψη που το λεηλατεί όλη μέρα· ήταν εκείνη η στιγμή που κοίταξα την γωνία που δημιουργούσε η πλαϊνή μεριά του Λευκού Πύργου, το μαρμάρινο πεζούλι και το πεύκο στα δεξιά. Φόντο ήταν η θάλασσα που μου αλλάζει σκέψεις και διάθεση, η θάλασσα που έχω τόσο ανάγκη, η θάλασσα που λείπει από την άλλη, την πιο πολυπολιτισμική πόλη, η οποία διαθέτει μόνο δύο ποτάμια (εντάξει, διαθέτει και θάλασσα αλλά πού καιρός να τρέχω σε καθημερινή βάση μέχρι Μπρούκλιν και Στάτεν Άιλαντ;).

Αλλά ας πάρω τα πράγματα από την αρχή. Είχα ένα ραντεβού στο λιμάνι, για να συζητήσω μια πρόταση που μου έγινε. Ήτοι, βγαίνοντας από το κτίριο της συνάντησης, καθώς έβγαζα τα ακουστικά από την τσάντα μου, βρέθηκα αντιμέτωπη με την κίνηση στη γωνία Δραγούμη με Νίκης και την απεραντοσύνη της θάλασσας. Προφανώς διάλεξα τη δεύτερη. Σκόπευα να περπατήσω την παραλία και να πάω μέχρι τη στάση του Ο.Α.Σ.Θ, για να γυρίσω σπίτι με το λεωφορείο. Αλλά δεν μου βγήκε.  Αυτά που είχα ακούσει προ ολίγου ήταν ενδιαφέροντα, απρόσμενα, αναπάντεχα θετικά και —ή τουλάχιστον έτσι μου φαίνονται εμένα— ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να μου συμβεί αυτή τη στιγμή. Με λίγα λόγια, ήμουν μες στην καλή χαρά. Μόνο που δεν άρχισα να χοροπηδάω από τα κέφια και την ενέργεια (κι ας είχα κοιμηθεί 5 ώρες κούτσα-κούτσα). 

Κάποιοι πίνουν ή καπνίζουν για να εκτονώσουν την υπερέντασή τους, ενώ άλλοι βγαίνουν έξω, σε κάποιο μαγαζί/καφέ/μπαρ. Εγώ περπατάω. Εκείνη την ώρα λοιπόν παραείχα ενέργεια· ήθελα να τραγουδήσω, να χορέψω, να τους πάρω όλους τηλέφωνο για να τους πω τι καλό πράγμα που μου έτυχε. Η Λεωφόρος Νίκης απλωνόταν μπροστά μου σε όλο της το μεγαλείο: ένα κολλάζ από χρώματα και υλικά στα αριστερά, το απέραντο γαλάζιο- γκρι της θάλασσας στα δεξιά, και το μολυβί πεζοδρόμιο στη μέση, διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο χάος της πόλης και την γαλήνη ενός πελάγους που δεν φαίνεται να έχει τέλος. Αγνόησα Δραγούμη και Τσιμισκή και συνέχισα απτόητη το δρόμο μου, για να ξεδώσω πλάι στο νερό, που κάπως καταφέρνει να τους ηρεμεί όλους. Το βήμα μου ήταν πηδηχτό και γρήγορο, είχα ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο και σιγομουρμούριζα "I'm only happy when it rains" ενώ το βλέμμα μου, στραμμένο προς το Αιγαίο, αναζητούσε τον ορίζοντα. Προσπαθούσα να επεξεργαστώ όλα αυτά τα ωραία που είχα ακούσει, και όπως το συνηθίζω έπλεκα ιστορίες και φανταστικά σενάρια σχετικά με το πώς θα εξελίσσονταν τα πράγματα. Αξίζει να πω ότι ενώ τα σενάρια αυτά αποτελούν συνήθως διέξοδο για το στρες, τις ανησυχίες και τον παραλογισμό μου, στην προκειμένη περίπτωση ήταν ολωσδιόλου χαρούμενα. 

Είχα πλέον φτάσει στον Λευκό Πύργο, εκεί όπου κανονικά θα έπρεπε να στρίψω και να κατευθυνθώ προς την στάση. Άκουγα όμως αυτό, που αγαπώ τόσο μα τόσο πολύ, και παραήμουν χαρούμενη. Δεν μου έκανε καρδιά να πάρω το λεωφορείο. 

"Είμαι μόνο 19 χρονών" σκέφτηκα. "Μπορώ να κάνω ό,τι θέλω. Πάω και με τα πόδια σπίτι. Δεν πηγαίνω και καθόλου σπίτι αν θέλω— απλά βάζω να παίζει ξανά και ξανά το ίδιο τραγούδι, ενώ εγώ πηγαίνω κάπου." Τι σημασία έχει το που; 
"Είμαι μόνο 19. Μπορώ να αλλάξω επαγγελματικό προσανατολισμό ξανά και ξανά, μπορώ απλώς να διαλέξω κάτι που με ενδιαφέρει και να το ακολουθήσω. Μπορώ να αφιερώσω ένα καλοκαίρι εκεί όπου θέλω. Μπορώ να ασχοληθώ με 5 διαφορετικά πράγματα ταυτόχρονα, απλώς και μόνο επειδή μου φαίνονται ενδιαφέροντα και επειδή έχω την ενέργεια και το πάθος που χρειάζεται. Γιατί ειμαι 19 χρονών."

Στεκόμουν πίσω από τον Λευκό Πύργο και κοιτούσα τη θάλασσα. Το βλέμμα μου κορνίζωσε την εικόνα που περιέγραψα πριν: το γκρίζο του νερού πλαισιωμένο από ένα καταπράσινο πεύκο απο τη μια και έναν τοίχο 6 αιώνων από την άλλη. Δεν έχω και σπουδαίες γνώσεις τέχνης, αλλά αυτό που είδα εκείνη τη στιγμή μου φάνηκε απαράμιλλα όμορφο. Ευχήθηκα να είχα φέρει μαζί μου μια φωτογραφική. Τι το πρωτότυπο θα έβρισκες να φωτογραφίσεις στον Λευκό Πύργο  και τον Θερμαϊκό Κόλπο θα μου πεις, και θα έχεις και δίκιο. Κι όμως, η ομορφιά βρισκόταν στο ότι ποτέ δεν είχα ξαναδεί αυτό το θέμα από αυτήν την γωνία· ουσιαστικά δεν είχα ξαναδεί αυτήν την συγκεκριμένη εικόνα. Είμαι 19 χρονών μόνο και η σκέψη αυτή με ξετρέλανε. 

Συνήθως αντιμετωπίζω την ηλικία μου σαν ένα είδος αναπηρίας: είμαι μικρή ακόμα και υπάρχουν πολλά που δεν ξέρω, πολλά που θα ήθελα να είχα ήδη ανακαλύψει ώστε να καταλαβαίνω καλύτερα τι μου γίνεται. Επιπλέον, υπάρχουν τόσα πολλά που δεν μου επιτρέπεται ακόμα να κάνω— είτε κυριολεκτικά είτε λόγω της περιορισμένης μου οικονομικής  ανεξαρτησίας. Εκείνη τη στιγμή όμως κατάφερα να δω την ηλικία μου από μια καινούργια οπτική γωνία. Είμαι μικρή ακόμα, γι'αυτό και έχω την ικανότητα να ακολουθήσω αυτά που με ενθουσιάζουν. Γι'αυτό αγαπώ τη γλυκιά ρουτίνα αλλά και την γλυκιά περιπέτεια. Γι'αυτό και δεν χρειάζεται να είμαι απολύτως κατασταλαγμένη. Είμαι μόνο 19 και έχω όλη τη ζωή και όλο τον κόσμο μπροστά μου. Έχω τόσα ενδιαφέροντα πράγματα να κάνω, τόσες συγκινήσεις να ζήσω, και τόσα λάθη να κάνω. Οι επιλογές μου φάνηκαν απέραντες, σαν τη θάλασσα. 

Συνέχισα το δρόμο μου. Ξεκούμπωσα το παλτό μου. Αγόρασα ένα νεράκι και το ήπια αστραπιαία. Είμαι γεμάτη ενέργεια. Έτοιμη.