Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

Ο ξεβράκωτος Νεοέλληνας

Εναγωνίως περίμενα τα "Ληξιπρόθεσμα Δάνεια" του Πέτρου Μάρκαρη, τον οποίο είχα ανακαλύψει πριν δυό χρονάκια στο σχολείο, όταν εκείνη η αγαπημένη καθηγήτρια Ελληνικών μας εξηγούσε ότι αυτό δεν είναι αστυνομικό, αυτό είναι κοινωνική κριτική μεταμφιεσμένη σε έναν μικροαστό μπάτσο που "κόβει το μυαλό του". Να που δικαιώθηκε, σκέφτομαι τώρα που τελείωσα το βιβλίο, για το οποίο θυσίασα δύο βράδια συνεχόμενα τον ύπνο μου, αφού όπως και να 'χει το πράγμα, δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου. Μεγάλωσα με Άγκαθα Κρίστι και Μαιγκρέ, και έχω ιδιαίτερη αγάπη στο αστυνομικό, πώς να το κάνουμε— κοτζάμ Extended Essay στον Philip Marlowe έγραψα, κι ας με έθαψε ο IBO. Παρένθεση εδώ γιατί ο Philip Marlowe ΕΙΝΑΙ ο Humphrey Bogart, δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, κι όσοι μισούν τον Humphrey μισούν και κατ'επέκταση το film noir (αλλά πώς γίνεται να μισείς τον Bogart, βρε φιλαράκι;)
Τέλος πάντων, υποτίθεται γράφω για τον Χαρίτο και όχι τον Marlowe (ήτοι δεν είναι η ώρα να μου βγουν τα καταπιεσμένα κόμπλεξ που ο ΙΒΟ δεν γούσταρε το Extended μου). Αγαπώ το είδος και είναι σπάνιο φαινόμενο να παρατήσω αστυνομικό μυθιστόρημα, πόσο μάλλον τον Μάρκαρη, που έχει για θέμα μια Ελλάδα που μου είναι τόσο γνώριμη, που υποφέρει μαζί με όλους τους γύρω μου. Η κόρη του Χαρίτου μεγάλωσε, βλέπετε, και προσπαθεί να βρει δουλειά, θυμίζοντάς μου έναν παραλογισμό που είχα ζήσει και καταγράψει πρόσφατα. Πώς να το αφήσω λοιπόν από τα χέρια μου αυτό το βιβλίο, όλοι οι ήρωες του οποίου κάνουν συζητήσεις που μου είναι απίστευτα γνώριμες, διότι είναι οι συζητήσεις που ακούω ολημερίς στην τηλεόραση, που διαβάζω στις εφημερίδες, που κάνουν οι γονείς μου το πρωί πίνοντας τον καφέ τους και που πιάνει το αυτί μου σε λεωφορεία, καφετέριες και δρόμους. Τα "Ληξιπρόθεσμα Δάνεια" είναι το πρώτο μέρος της "Τριλογίας της Κρίσεως" όπου ο Μάρκαρης, μέσω Χαρίτου πάντα, καταγράφει τον τρόπο που αυτή η περίφημη, η ρημάδα η κρίση επηρεάζει την μάζα της κοινωνίας μας— δημόσιους υπαλλήλους μικροαστικής τάξης, μικρομεσαίους επιχειρηματίες, νέους που μόλις έχουν τελειώσει τις σπουδές τους, συνταξιούχους. Η Αθήνα έχει αλλάξει σε σχέση με τα προηγούμενα μυθιστορήματα του Μάρκαρη: ο Χαρίτος δεν μπορεί να φτάσει πουθενά με το αμάξι του όχι λόγω κυκλοφοριακού αλλά λόγω των διαδηλώσεων που κλείνουν τους δρόμους.
Ο Χαρίτος μου άρεσε ανέκαθεν σαν χαρακτήρας γιατί είναι γκρινιάρης και σαρκαστικός, και εντέλει λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Έτσι κι εδώ, δεν αφήνει τίποτα ασχολίαστο, και οι ανησυχίες του μου φαίνονται τρομακτικά αληθινές, τρομακτικά γνωστές σε μένα αλλά και στους δικούς μου. Το θέμα του βιβλίου είναι ξεκάθαρο: όπως και στο "Παλιά, πολύ παλιά", ο Μάρκαρης δεν ήθελε να γράψει ένα αστυνομικό με την τάδε πλοκή, αλλά ένα μυθιστόρημα για το συγκεκριμένο κοινωνικό ή πολιτιστικό φαινόμενο. Αυτό σημαίνει ότι η πλοκή με απογοήτευσε— ήξερα ποιός ήταν ο δολοφόνος λίγο πριν τη μέση του βιβλίου (τόση Άγκαθα Κρίστι, κάτι με δίδαξε). Καμία σχέση με την "Άμυνα Ζώνης" και το "Νυχτερινό Δελτίο" δηλαδή. Αρχικά, που λες, απογοητεύτηκα. Όσο διάβαζα όμως άλλαξα γνώμη, γιατί ο δολοφόνος μου ήταν συμπαθής, γιατί καταλάβαινα αυτά που έλεγε, γιατί οι συζητήσεις όλων των υπόλοιπων χαρακτήρων το υποστήριζαν. Είναι ξεκάθαρο που έριξε το βάρος ο συγγραφέας, και τα "Ληξιπρόθεσμα Δάνεια" καταλήγουν να είναι πιο πολύ κοινωνικός σχολιασμός και παρατήρηση, παρά αστυνομικό. Κάπως έτσι ξεφεύγουν κι από το τρυπάκι του "Βασικού Μετόχου", που απλά δεν ήταν τόσο καλοδουλεμένο όσο τα προγενέστερα βιβλία, και διαφοροποιείται ριζικά, αφού και η Ελλάδα η ίδια είναι τελείως διαφορετική από αυτή των άλλων μυθιστορημάτων. Κάπως έτσι κερδίζουν την αγάπη μου.
Παραθέτω αγαπημένα αποσπάσματα, κανένα από το οποίο δεν φανερώνει κάτι:


"Θυμάμαι, όταν έπεσε η χούντα και μας κατεβαζαν στους δρόμους σε κάθε επέτειο του Πολυτεχνείου, οι διαδηλωτές κολλούσαν τη μούρη τους στη δική μας και φώναζαν: "λαός ενωμένος, ποτέ νικημένος!". Να λοιπόν που, μετά από τριάντα πέντε χρόνια, ο κομμουνιστής και ο μπάτσος κολυμπάνε, ενωμένοι, στα ίδια σκατά." (170)

"'Οταν πεθάνει ο άντρας μου, η σύνταξή του διαγράφεται, δε μεταφέρεται σ'εμένα. Δηλαδή εγώ θα φορτωθώ έναν μαλάκα, θα τον σέρνω δίπλα μου σαράντα εργάσιμα χρόνια, που θα μου βγαίνει το λάδι, θα του κάνω κουτσούβελα, θα μου πρήζει μια ζωή το συκώτι, και, όταν πεθάνει, δε θα μπορώ να εισπράττω ούτε τη σύνταξή του για ψυχική οδύνη. Και αυτό το λέμε εξομοίωση και δικαιοσύνη;" (287)

"Επειδή στο ποδόσφαιρο είμαι σκράπας αλλά στο σουβλάκι γκουρμέ, όπως το λέει σήμερα ο κάθε ξεβράκωτος Νεοέλληνας με i-phone, θα φάω και θα κρίνω"(297)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου