Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

Writer's block

Θέλω να γράφω εικόνες και συναισθήματα.

Να μπορέσω κάπως να εκφράσω όλα όσα ένιωσα στη μέση της νύχτας όταν συνειδητοποίησα ότι το χέρι σου ήταν γύρω από τη μέση μου και βρέθηκα όσο πιο μακριά από τη μοναξιά έχω υπάρξει ποτέ.

Να εξηγήσω με μερικές προτάσεις, με μια σειρά από μαγικές λεξούλες, την ζεστασιά που ένιωσα περιμένοντας το λεωφορείο μαζί με μερικά αγαπημένα πρόσωπα. Ξεκίνησε από τα πόδια και απλώθηκε προς τα πάνω. Έβγαλα το παλτό μου και μισοκλείνοντας τα μάτια κοίταξα τον ήλιο. Είχα ένα χαμόγελο στο πρόσωπό μου.

Να τρελαθούμε μαζί καθώς γράφω για το γέλιο που με έπιασε στις 2 η ώρα τα χαράματα καθώς χόρευα γύρω-γύρω στο δωμάτιο. Κάθησα στα γόνατα και άρχισα να τραβάω κλωστές από το χαλί σου, απλά επειδή μου είπες πλακίζοντας: "θα σε πλακώσω στο ξύλο αν το ξανακάνεις", και γελούσες κι εσύ. Προφανώς, το να το ξανακάνω τη στιγμή εκείνη μου φάνηκε το πιο λογικό και συνάμα αστείο πράγμα του κόσμου.

Να φωτογραφίσω το άρωμα του τσαγιού της Ο, τα σκαλιστά ασημένια σκουλαρίκια της Κ. και το μπου που ανακατεύει την σοκολάτα του με το  κουταλάκι, με το στριφτό τσιγάρο να τρεμοσβήνει στο άλλο χέρι.

Να νιώσω στις λέξεις μου τη γεύση του καλού κρασιού που πίναμε με την Α, την Ν και την Ρ, καθισμένες στον λευκό καναπέ, με μια ταινία να παίζει στο Ντι-βι-ντι. Μια γεύση που σε έπαιρνε μακριά από το άγχος, που ανακατευόταν με τον καπνό από τα τσιγάρα τους και όλως περιέργως ταίριαζε με την γλύκα των κόκκινων φρούτων που έτρωγα.

Να βγάλω από το κεφάλι μου επιτέλους όλα όσα υπάρχουν εκεί μέσα, σε μορφή ενός γραπτού που βγάζει νόημα. Να μπορέσω να δώσω όψη, ζωή και αληθοφάνεια στους χαρακτήρες μου. Να μην φοβηθώ την λευκή σελίδα, ούτε τον κέρσορα που αναβοσβήνει μπροστά μου και με κοροϊδεύει.

Να κάνω εκείνον τον σκάιπ-ικό διάλογο που είχα πριν μερικούς μήνες με την Margarida 1 θεατρικό διάλογο μεταξύ δυο δικών μου, απολύτως δικών μου χαρακτήρων. Να προσπαθήσω με τη γραφή μου να καταλάβω που ακριβώς χάνεται εκείνο το κομμάτι της σκέψης που πληρώνεται τόσο ακριβά από το υπόλοιπο. Τα πλοία για τα οποία μιλούσε ο Καβάφης χάνουν ένα εμπόρευμα τόσο σημαντικό ώστε να απωλέσουν και την ίδια τους την ιδιότητα ως εμπορικά πλοία. Τι μένει; Ένα κουφάρι, μια μισοτελειωμένη σκέψη. Δεν μπορώ να γράψω εικόνες. Μόνο λέξεις· και μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις.

Τις παράλογες σκέψεις μου συνοδεύουν ελαφρώς παράλογες μουσικές.

5 σχόλια:

  1. μου θύμισες μία αίσθηση πριν χρόνια, που ένιωθα νοσταλγία για την ίδια στιγμή που ζούσα εκείνη την ώρα..
    φαντάσου πόσο έντονη ήταν που την θυμάμαι ακόμα- την ίδια την αίσθηση, όχι την ανάμνησή της..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Jerry: Ξέρω ακριβώς το συναίσθημα που περιγράφεις. Το παθαίνω κι εγώ, κυρίως καλοκαίρια. Είναι οι στιγμές που είναι τόσο όμορφες ώστε τις νοσταλγείς με το που τις ζεις— γιατί έχουν περάσει πλέον στο παρελθόν, γιατί ξέρεις πώς ποτέ δεν θα τις ξαναζήσεις ολόιδιες. Ίσως όμως να είναι και καλό αυτό, δεν ξέρω...

    Κυρία Βάνα μου: ευχαριστώ! Είμαι πολύ γεμάτη από εικόνες αυτές τις μέρες, προσπαθώ να μην τις χάσω και να τις καταγράψω κάπως...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Να με και γω... Είδα Σπάιρους και μπήκα :P ! Πολύ όμορφο γου μου... Μπράβο σου! Πόσο όμορφες στιγμές και πάλι... Αλλά να ξέρεις ότι με όμορφους ανθρώπους σαν εσένα, πολλές όμορφες στιγμές γεννιούνται και θα γεννιούνται. Οπότε θα έχουμε να λέμε... Μείνε μόνο δίπλα μας.
    Σε φιλώ!
    Τα λέμε!
    Μου λείπεις...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Χε χε χε... Έχουμε πολλά να πούμε χρυσό μου: για φανάρια, για ναργιλέδες, για νίκες που μοιάζουν λες και πήραμε το Γιούρο, για τζάκια και μπιφτέκια, για ταινίες που μου προκαλούν φρίκη. Έχουμε πολλά να πούμε κι ακόμα περισσότερα να ζήσουμε. Εγώ εδώ θα είμαι :)
    Μου λείπεις κι εμένα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή