Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

Των φρονίμων τα παιδιά φτάνουν πάντα καθυστερημένα

"Κυρίες και κύριοι, μια αμαξοστοιχία εκτροχιάστηκε στο Κουίνς. Θα υπάρξει καθυστέρηση. Μπορεί να είμαστε εδώ δέκα λεπτά... μπορεί δεκαπέντε... μπορεί είκοσι. Σας ζητούμε συγνώμη για την καθυστέρηση."

Η γιαγιά μπροστά μου μουρμουρίζει οργισμένα "ναι είμαι σίγουρη ότι ζητάτε συγνώμη", και συνεχίζει με μια σειρά ακατάλληλων εκφράσεων που μια ενενηντάχρονη θα ξεστόμιζε μόνο μέσα στον οίκο των απανταχού τρελών και παλαβών: το μετρό της Νέας Υόρκης. Βγάζω το κινητό από την τσάντα μου και κοιτάω αγχωμένη την ώρα· ύστερα στρίβω το βλέμμα προς τη μέση του βαγονιού, εκεί που ο Γ. (ο ζαχαροπλάστης) μου χαμογελάει ατάραχος. Όταν μοίραζαν το Αμερικάνικο γονίδιο του στρες και του άγχους, αυτός απουσίαζε, και γι'αυτό τα πάμε καλά οι δυό μας. Στο μυαλό μου κυριαρχεί μία και μοναδική σκέψη: η φωνή του αστυνομικού που μου ρωτάει αυστηρά που είναι η βίζα μου, και πώς γίνεται να είμαι τόσο ηλίθια ώστε να προσπαθώ να ταξιδέψω χωρίς διαβατήριο, κι ας είναι πτήση εσωτερικού. Το οποίο διαβατήριο πρέπει να πω πως κοιμάται ασφαλέστατο τον ύπνο του δικαίου μέσα στο συρτάρι μου, από το οποίο δεν μου πέρασε καν από το μυαλό να το αφαιρέσω. Πετάμε σε δύο ώρες (4:15), και με την καθυστέρηση του μετρό ξέρω ότι δεν θα έχω την πολυτέλεια να γυρίσω σπίτι για το διαβατήριο, έστω και με τα πανάκριβα κίτρινα ταξί. Να το ρισκάρω ή να γυρίσω πίσω πληρώνοντας σχεδόν 80 δολλάρια σε ταξί και προλαβαίνοντας την πτήση στο τσακ;

Μακάρι να ήμουν κουλ. Θα το τολμούσα, και θα πήγαινα φορτσάτη στο αεροδρόμιο, προσπαθώντας να ανέβω στο αεροπλάνο απλά και μόνο με την ταυτότητα του πανεπιστημίου. Κι ό,τι θέλει ας γίνει. Κι όμως, τελικά το γονίδιο του στρες που δεν παραλήφθηκε από τον ζαχαροπλάστη έκανε στροφή και ήρθε πάνω μου― πετάγομαι έξω από το βαγόνι ενώ οι γύρω μου δυσανασχετούν σαν μουρτζούφληδες Νεοϋορκέζοι που είναι. Ο ζαχαροπλάστης με ακολουθεί, και μου χαμογελάει όταν του ανακοινώνω ότι θα πάθω έμφραγμα και δεν γίνεται, πρέπει να γυρίσουμε πίσω. Η ώρα είναι 2:30.

Η ώρα είναι 3:45. Ενώ αναρρώνω ακόμα από το τρέξιμο που έκανα από το ταξί μέχρι τον 6ο όροφο και πίσω σε χρόνο 2 λεπτών και τα 60$ που πλήρωσα, το δεύτερο ταξί σταματάει μπροστά στην πύλη Α, η πόρτα ανοίγει κι εμείς πεταγόμαστε έξω, και τρέχουμε προς τον έλεγχο, ανοίγοντας δρόμο με τα ιπτάμενα σακ βουαγιάζ μας (το δικό μου έχει ήδη σπάσει για πρώτη φορά). Η πτήση φεύγει σε μισή ώρα, η πτήση φεύγει στις 4:15, έχουμε τριάντα λεπτά! Φτάνουμε στον έλεγχο ασφαλείας με την άνεση που μας προσφέρει η γνώση ότι (μάλλον) δεν θα χάσουμε το αεροπλάνο μας σήμερα. Παπούτσια, φουλάρια, παλτό, λαπτοπ, τσάντες και σάκοι στους μπλε κάδους που όλοι αγαπούμε να μισούμε, ψιλά αφαιρεμένα και βουρ στον ανιχνευτή. Όλα πάνε καλά μέχρι που οι σάκοι περνούν από το σκάννερ, διότι ο ζαχαροπλάστης με έχει διαβεβαιώσει πως στις πτήσεις εσωτερικού δεν δίνουν πολύ σημασία στα υγρά που κουβαλάς στις χειραποσκευές, οπότε δεν πειράζει, ας πάρουμε μαζί το σαμπουάν μας. Και τσουπ, να σου που ξεπετάγονται δύο νταγλάρια και πιάνουν τις αποσκευές. Ο ζαχαροπλάστης στη δεξιά μεριά της αίθουσας, εγώ στην αριστερή, ο καθένας με ένα νταγλάρι.

"Απομακρυνθείτε παρακαλώ από τον σάκο. Μην αγγίζετε. Τα υγρά απαγορεύονται στις πτήσεις σύμφωνα με τον τάδε τάδε κανονισμό"

"Τι μου λες;" Μου 'ρχεται να του πω. "Τον έχω μάθει απέξω τον κανονισμό σας, μην ανησυχείς. Και τους άλλους 1000 που έχετε επιβάλλει. Αλλά να, Ελληνίδα είμαι, είπα να το παίξω παγαπόντικα, μπας και καταφέρω και ξεγλιστρήσω και χαρώ με την κουτοπονηριά μου."

Αντί γι'αυτό λέω: "Αμάν! Συγγνώμη, δεν το ήξερα! Βλέπετε ταξίδευα με τρένο πριν, και μάλλον ξέχασα το σαμπουάν στο σάκο. Συνήθως δεν το κάνω ποτέ αυτό, προσέχω. Αλλά να... το τρένο με αποσυντόνισε." Η Ελληνική κουτοπονηριά σε νέες περιπέτειες. Απέναντι ο ζαχαροπλάστης ψεύδεται εξηγεί στο δικό του φρουρό που κρατάει κατσουφιασμένος ένα βάζο ενυδατική κι ένα αφροντούς ότι δεν ταξιδεύει συχνά με το αεροπλάνο, ότι η τελευταία φορά ήταν όταν ήταν 8 και τότε ο κανονισμός δεν υπήρχε.

4:00. Τελειώνουμε την ίδια στιγμή και συναντιόμαστε μπροστά στον πίνακα που μας δηλώνει ότι η επιβίβαση της πτήσης έχει αρχίσει. Το επόμενο τέταρτο είναι ένας μαραθώνιος προς την πύλη που μου φαίνεται ότι έχει μεταφερθεί στην άλλη άκρη του αεροδρομίου. Ταυτόχρονα κάνω και βάρη γιατί κουβαλάω το σάκο μου, αλλά και δρόμο μετ 'εμποδίων, καθώς δρασκελίζω 5χρονα που κλαίνε, 5χρονα που τρέχουν, 5χρονα που τραβάνε τις μαμάδες τους απ'το χέρι, τις ταλαιπωρημένες μαμάδες, γιαγιάδες που περπατάνε αργά-αργά, βαλίτσες ακουμπισμένες κάτω. Και πάνω που νιώθω ότι τα πνευμόνια μου θα σπάσουν, βλέπω μια ουρά μπροστά στην πύλη με το μαγικό νούμερο: 27. Δίνω το εισητήριο στην αεροσυνοδό και ταυτόχρονα ξαναβγάζω το κινητό από την τσάντα. 4:12.

Κοιτάζω τον ζαχαροπλάστη, που μου γελάει λαχανιασμένος. "Τα καταφέραμε. Πηγαίνουμε... στο Σαν Φρανσίσκο!"

Το λέμε μεταξύ μας εδώ και μέρες, αλλά και πάλι μου φαίνεται δύσκολο να το πιστέψω. Απίστευτο όταν σχεδόν χάσαμε την πτήση, απίστευτο όσο ήμουν εκεί, απίστευτο και τώρα που τελείωσε. Έχει περάσει μόνο μια βδομάδα κι όμως η Καλιφόρνια είναι κάτι το μακρινό, σαν όνειρο, κάτι που έγινε σε μια άλλη πραγματικότητα γιατί είναι τόσο κάθετα διαφορετικό από την καθημερινή μου ζωή που δεν είμαι σίγουρη αν χωράει στα όριά της.

Από τις πιο ενδιαφέρουσες βδομάδες της ζωής μου. Κι όμως, όταν καθόμαστε λαχανιασμένοι στο αεροπλάνο, γελώντας και επαναλαμβάνοντας "τα καταφέραμε... θα πάμε στην Καλιφόρνια!", δεν έχω ιδέα τι πρόκειται να δω μέσα στις επόμενες μέρες. Δεν έχω ιδέα ότι θα τρέχω (πάλι) στους δρόμους του Σαν Φρανσίσκο για να προλάβω το τελευταίο τρένο και να μην αναγκάσω μια 85χρονη γυναίκα να οδηγήσει 2 ώρες μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα για να με παραλάβει, ή ότι θα περπατήσω 12 ώρες στη βροχή για να δω καλά το Κάστρο με την τεράστια σημαία στα χρώματα του ουράνιου τόξου και το Χέητ με τα αχανή δισκάδικα που πουλάνε, ναι, βινύλιο. Δεν ξέρω ότι θα κοιμηθώ σε ένα στρώμα που συνήθως βρίσκεται στη βεράντα τριών χίπηδων αφού θα έχω μπει στο τζακούζι που έφτιαξαν από ένα βαρέλι, ούτε ότι θα δω κογιότ και αγριόγατες με φόντο τους καταρράκτες τις Σιέρρα Νεβάδα. Και δεν μπορώ καν να φανταστώ ότι θα έρθει η μέρα που ο ζαχαροπλάστης κι εγώ θα φτάσουμε στο σταθμό 45 λεπτά πριν φύγει το τρένο μας, θα βαριόμαστε να περιμένουμε, και θα καταλήξουμε για ποτό.

Είναι ωραίο να είσαι 20 και φοιτητής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου