Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2011

Φλωρεντινές δικαιολογίες

-Θέλω να γράφω πιό πολύ.
-Κι εγώ το θέλω. Αλλά εδώ που τα λέμε, όλοι δεν το θέλουμε αυτό;

Κάποτε θεωρούσα ότι ήμουν καλή σε κάτι. Τώρα παρασύρθηκα λίγο, μπλέχτηκα στα δίχτυα του θαυμασμού μου για τους άλλους, στις δουλειές. Ακολούθησα κάτι μικρά παράπλευρα μονοπατάκια, χάθηκα, ξεχάστηκα. Κι αργώ να επιστρέψω εκεί που νιώθω ότι πρέπει. Έχω τύψεις, ενοχές, σφίγγεται το στομάχι μου και νιώθω τεμπέλα. Ο καφές που πίνω αγκαλιά με το τετραδιάκι της -υποτίθεται- ξαφνικής έμπνευσης παίρνει γεύση πικρή, γεύση τεμπέλικη, απατηλή. Γιατί αυτό που προσπαθώ να κάνω πρέπει να βγαίνει αυθόρμητα, ανεπιτήδευτα, και όχι βεβιασμένα. 

Πριν λίγες μέρες βρέθηκα πρόσωπο με πρόσωπο με τον Ντάντε. Κεφάλι ελαφρώς σηκωμένο,  σε μια γλυκιά, ανεπαίσθητη πόζα υπεροψίας. Μύτη γαμψή, ρωμαϊκή, δείγμα αποφασιστικής σοφίας. Απευθύνθηκα σε εκείνον όπως κι αυτός στο Βιργίλιο, μήπως μπορέσει να με οδηγήσει στα έγκατα της γης, σε άλλους κόσμους που ίσως κατείχαν τη λύση στο προβλημά μου. Ο ήλιος της Φλωρεντίας μου έκαιγε τους ώμους και η ομορφιά της μου γέμιζε την ψυχή. Πώς μπόρεσες, δάσκαλε, να ξεκολλήσεις τα μάτια σου από το πόντε Βέκιο και να τα εστιάσεις στη σελίδα, στην πένα και στο μελάνι σου; Πώς ξέφυγες;

Στα 23 σου έχασες τη Βεατρίκη, τη μούσα σου. Την είχες δει μόνο δύο φορές μα έδινε νόημα στη ζωή και το έργο σου. Ήταν για σένα η προσωποποίηση του θεού, μια αγάπη τόσο βαθιά που σε έφερνε σε επικοινωνία με έναν κόσμο πέρα από τον δικό σου. Κι έτσι ξαφνικά, έχασες αυτό που θεωρούσες ότι θα σε οδηγήσει στη θέωση, σε ένα νέο τρόπο ζωής. Οχυρώθηκες στο σπίτι σου, αφιερώθηκες στη μελέτη. Έγραψες τη Vita Nuova. Όταν έχασες εκείνη που μπορούσε να σε οδηγήσει σε έναν νέο, αιώνιο τρόπο ζωής, οπλίστηκες με χαρτί, και δημιούργησες μόνος σου την καινούργια ζωή.
 
Γύρω στα 50 σου χρόνια μπήκες σε ένα βαθύ, σκοτεινό δάσος. Δεν ήσουν σίγουρος ούτε πού ακριβώς ήταν η είσοδος, ούτε αν πατούσες κάποιο μονοπάτι, ούτε πώς να ξεφύγεις. Το μόνο που μπορούσες να δεις ήταν σκοτάδι, ένα απόλυτο κενό, ενώ στα αυτιά σου έφταναν τα μουγκρητά των τεράτων σου. Ήσουν τυφλός, τυφλός και ανήμπορος, ανυπεράσπιστος μέσα στην αδυναμία σου να πράξεις. Αντιλαμβανόσουν τον κόσμο μονάχα ψηλαφώντας τον, σε βαθμό που άρχισες να αμφισβητείς αν υπάρχει. Γυμνός κι αδύναμος, έπιασες μια πένα, και βουτώντας την στο μελάνι άρχισες να ψάχνεις την έξοδο μέσω της γραφής, του μόνου όπλου που σου είχε απομείνει. Η ποίηση σου έγινε χάρτης· έφτασες στο ξέφωτο της Κολάσεως, του Καθαρτηρίου και του Παραδείσου. Και ξέφυγες. 

Δύο φορές τη γλίτωσες, δάσκαλέ μου αυτοδημιούργητε. Η ποιησή σου σε έσωσε από τη δυστυχία σου· τροφοδοτήθηκε όμως κι απ'αυτήν. Γιατί ο χαρούμενος άνθρωπος είναι και τεμπέλης. Δεν ζητά να αλλάξει το παρόν του, κι έτσι δεν τροφοδοτεί τη φαντασία του. Το γράψιμο, είχε πει ο Σαρτρ, είναι ο τρόπος για να αλλάξουμε την πραγματικότητά μας, είναι το μόνο που ελέγχουμε πλήρως, αυτό από το οποίο ξεκινάμε για να αναδομήσουμε τον κόσμο. Φαύλος κύκλος δηλαδή, γιατί αν είμαστε ευτυχισμένοι στην πραγματικότητά μας δεν έχουμε ίσως την ώθηση να γράψουμε. Σκοτεινά, ατέλειωτα και μίζερα βράδια πριν από βιαστικές προθεσμίες και μακριά από αυτά που με κάνουν χαρούμενη είναι από τις πιό μελαγχολικές και αβέβαιες στιγμές μου. Τα προϊόντα τους όμως είναι προτάσεις και σελίδες που αγάπησα, είναι τα έγκατα των σκέψεών μου. Δεν ήσουν ευτυχισμένος, δάσκαλε, κι έγραψες για να ξεφύγεις. Κι εγώ που ζω κάποιες από τις πιό ευτυχισμένες στιγμές μου τώρα νιώθω τα κειμενά μου βαρετά, πομπώδη, γεμάτα επαναλήψεις. Πώς να γράψεις για όσα δεν ξέρεις;

Μπορούν τα παραμύθια να είναι ευτυχισμένα χωρίς να είναι ψευδή και ενοχλητικά, δάσκαλε; Η καλή λογοτεχνία πρέπει να είναι και λυπημένη;  Για να ευχαριστήσω τον ίδιο μου τον εαυτό θα πρέπει να τον κάνω δυστυχισμένο; Κι εγώ; Θα μπορέσω ποτέ να ησυχάσω; 

1 σχόλιο: