Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

Burn my shadow

Βιντεάρα... διακρίνω την αρχή μιας νέας εμμονής!

Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

John Milton, Ad Patrem

Scorn not the poet's song, a work divine, which more than aught else reveals our ethereal origin and heavenly race. Nothing so much as its origin does grace to the human mind, possessing yet some sacred traces of Promethean fire. The gods love song, song that has power to move the trembling depths of Tartarus, to bind the nether gods, and restrain the cruel shades with triple adamant. The priestesses of Apollo and the pale trembling Sibyl disclose in song the secrets of the distant future. The sacrificing priest composes verses before the festal altars, whether he slays the bull that tosses its gilded horns, or sagely consults the destinies hidden in the reeking flesh, and reads date in the entrails still warm with life. When I too return to my native Olympus, and when the changeless ages of eternity stretch forever before me, I shall go through the temples of heaven crowned with gold, accompanying my sweet songs with the gentle beat of the plectrum, wherewith the stars and the arch of heaven  shall resound. Even now that fiery spirit who encircles the swift orbs himself sings with the starry choirs in an immortal melody, an ineffable song, while the glittering serpent checks his angry hissing, and fierce Orion with lowered sword grows gentle, and Maurusian Atlas no longer feels the burden of the stars.


Και το ορίτζιναλ, επειδή μου αρέσει να βλέπω τα Λατινικά κι ας μην τα μιλάω διαβάζω:


Nec tu vatis opus divinum despice carmen,
Quo nihil æthereos ortus, et semina cæli,
Nil magis humanam commendat origine mentem,
Sancta Prometheæ retinens vestigia flammæ.
 
Carmen amant superi, tremebundaque Tartara carmen
Ima ciere valet, divosque ligare profundos,
Et triplici duros Manes adamante coercet.
Carmine sepositi retegunt arcana futuri
Phœbades, et tremulæ pallentes ora Sibyllæ;
 
Carmina sacrificus sollennes pangit ad aras
Aurea seu sternit motantem cornua taurum;
Seu cum fata sagax fumantibus abdita fibris
Consulit, et tepidis Parcam scrutatur in extis.
Nos etiam patrium tunc cum repetemus Olympum,

Æternæque moræ stabunt immobilis ævi, 

Ibimus auratis per cæli templa coronis,
Dulcia suaviloquo sociantes carmina plectro,
Astra quibus, geminique poli convexa sonabunt.
Spiritus et rapidos qui circinat igneus orbes.
 
Nunc quoque sydereis intercinit ipse choreis
Immortale melos, et inenarrabile carmen;
Torrida dum rutilus compescit sibila serpens,
Demissoque ferox gladio mansuescit Orion;
Stellarum nec sentit onus Maurusius Atlas.

Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

Waterwalk, John Cage

"I consider music to the production of sound, and since in the piece that you will hear I produce sound, I will call it music."

Writer's block

Θέλω να γράφω εικόνες και συναισθήματα.

Να μπορέσω κάπως να εκφράσω όλα όσα ένιωσα στη μέση της νύχτας όταν συνειδητοποίησα ότι το χέρι σου ήταν γύρω από τη μέση μου και βρέθηκα όσο πιο μακριά από τη μοναξιά έχω υπάρξει ποτέ.

Να εξηγήσω με μερικές προτάσεις, με μια σειρά από μαγικές λεξούλες, την ζεστασιά που ένιωσα περιμένοντας το λεωφορείο μαζί με μερικά αγαπημένα πρόσωπα. Ξεκίνησε από τα πόδια και απλώθηκε προς τα πάνω. Έβγαλα το παλτό μου και μισοκλείνοντας τα μάτια κοίταξα τον ήλιο. Είχα ένα χαμόγελο στο πρόσωπό μου.

Να τρελαθούμε μαζί καθώς γράφω για το γέλιο που με έπιασε στις 2 η ώρα τα χαράματα καθώς χόρευα γύρω-γύρω στο δωμάτιο. Κάθησα στα γόνατα και άρχισα να τραβάω κλωστές από το χαλί σου, απλά επειδή μου είπες πλακίζοντας: "θα σε πλακώσω στο ξύλο αν το ξανακάνεις", και γελούσες κι εσύ. Προφανώς, το να το ξανακάνω τη στιγμή εκείνη μου φάνηκε το πιο λογικό και συνάμα αστείο πράγμα του κόσμου.

Να φωτογραφίσω το άρωμα του τσαγιού της Ο, τα σκαλιστά ασημένια σκουλαρίκια της Κ. και το μπου που ανακατεύει την σοκολάτα του με το  κουταλάκι, με το στριφτό τσιγάρο να τρεμοσβήνει στο άλλο χέρι.

Να νιώσω στις λέξεις μου τη γεύση του καλού κρασιού που πίναμε με την Α, την Ν και την Ρ, καθισμένες στον λευκό καναπέ, με μια ταινία να παίζει στο Ντι-βι-ντι. Μια γεύση που σε έπαιρνε μακριά από το άγχος, που ανακατευόταν με τον καπνό από τα τσιγάρα τους και όλως περιέργως ταίριαζε με την γλύκα των κόκκινων φρούτων που έτρωγα.

Να βγάλω από το κεφάλι μου επιτέλους όλα όσα υπάρχουν εκεί μέσα, σε μορφή ενός γραπτού που βγάζει νόημα. Να μπορέσω να δώσω όψη, ζωή και αληθοφάνεια στους χαρακτήρες μου. Να μην φοβηθώ την λευκή σελίδα, ούτε τον κέρσορα που αναβοσβήνει μπροστά μου και με κοροϊδεύει.

Να κάνω εκείνον τον σκάιπ-ικό διάλογο που είχα πριν μερικούς μήνες με την Margarida 1 θεατρικό διάλογο μεταξύ δυο δικών μου, απολύτως δικών μου χαρακτήρων. Να προσπαθήσω με τη γραφή μου να καταλάβω που ακριβώς χάνεται εκείνο το κομμάτι της σκέψης που πληρώνεται τόσο ακριβά από το υπόλοιπο. Τα πλοία για τα οποία μιλούσε ο Καβάφης χάνουν ένα εμπόρευμα τόσο σημαντικό ώστε να απωλέσουν και την ίδια τους την ιδιότητα ως εμπορικά πλοία. Τι μένει; Ένα κουφάρι, μια μισοτελειωμένη σκέψη. Δεν μπορώ να γράψω εικόνες. Μόνο λέξεις· και μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις.

Τις παράλογες σκέψεις μου συνοδεύουν ελαφρώς παράλογες μουσικές.

Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 2011

New Music/Year

Άγχος... γιατί όταν γυρίσω πίσω πρέπει να αναλάβω WKCR (89.9 fm)-ικά καθήκοντα.

Νιώθω ότι δεν ξέρω τίποτα, παρά το εξάμηνο εντατικών μαθημάτων.

Δάσκαλε, διδαξέ με.

And I wonder

Μήπως είμαι κλισέ και αυτά που γράφω ανούσιες αμπελοφιλοσοφίες και απλώς κανένας δεν έχει δεήσει να μου το πει;

19

Είναι ακόμα μεσημέρι, κι όμως αυτή η μέρα κατάφερε ήδη να είναι τόσο γεμάτη με όμορφα πράγματα. Από το αγαπημένο μου πρωινό ξύπνημα μέχρι το δίωρο που πέρασα με τον γάτο μου, τον Σαββόπουλο κι ένα βιβλίο με εκθέσεις του ειδώλου Benjamin, μου ήταν δύσκολο να διαλέξω μια συγκεκριμένη στιγμή για να εξηγήσω την επιστροφή της θετικής μου διάθεσης.

Κι όμως, ξέρω ακριβώς πότε εισέβαλλε στο μυαλό μου η σκέψη που το λεηλατεί όλη μέρα· ήταν εκείνη η στιγμή που κοίταξα την γωνία που δημιουργούσε η πλαϊνή μεριά του Λευκού Πύργου, το μαρμάρινο πεζούλι και το πεύκο στα δεξιά. Φόντο ήταν η θάλασσα που μου αλλάζει σκέψεις και διάθεση, η θάλασσα που έχω τόσο ανάγκη, η θάλασσα που λείπει από την άλλη, την πιο πολυπολιτισμική πόλη, η οποία διαθέτει μόνο δύο ποτάμια (εντάξει, διαθέτει και θάλασσα αλλά πού καιρός να τρέχω σε καθημερινή βάση μέχρι Μπρούκλιν και Στάτεν Άιλαντ;).

Αλλά ας πάρω τα πράγματα από την αρχή. Είχα ένα ραντεβού στο λιμάνι, για να συζητήσω μια πρόταση που μου έγινε. Ήτοι, βγαίνοντας από το κτίριο της συνάντησης, καθώς έβγαζα τα ακουστικά από την τσάντα μου, βρέθηκα αντιμέτωπη με την κίνηση στη γωνία Δραγούμη με Νίκης και την απεραντοσύνη της θάλασσας. Προφανώς διάλεξα τη δεύτερη. Σκόπευα να περπατήσω την παραλία και να πάω μέχρι τη στάση του Ο.Α.Σ.Θ, για να γυρίσω σπίτι με το λεωφορείο. Αλλά δεν μου βγήκε.  Αυτά που είχα ακούσει προ ολίγου ήταν ενδιαφέροντα, απρόσμενα, αναπάντεχα θετικά και —ή τουλάχιστον έτσι μου φαίνονται εμένα— ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να μου συμβεί αυτή τη στιγμή. Με λίγα λόγια, ήμουν μες στην καλή χαρά. Μόνο που δεν άρχισα να χοροπηδάω από τα κέφια και την ενέργεια (κι ας είχα κοιμηθεί 5 ώρες κούτσα-κούτσα). 

Κάποιοι πίνουν ή καπνίζουν για να εκτονώσουν την υπερέντασή τους, ενώ άλλοι βγαίνουν έξω, σε κάποιο μαγαζί/καφέ/μπαρ. Εγώ περπατάω. Εκείνη την ώρα λοιπόν παραείχα ενέργεια· ήθελα να τραγουδήσω, να χορέψω, να τους πάρω όλους τηλέφωνο για να τους πω τι καλό πράγμα που μου έτυχε. Η Λεωφόρος Νίκης απλωνόταν μπροστά μου σε όλο της το μεγαλείο: ένα κολλάζ από χρώματα και υλικά στα αριστερά, το απέραντο γαλάζιο- γκρι της θάλασσας στα δεξιά, και το μολυβί πεζοδρόμιο στη μέση, διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο χάος της πόλης και την γαλήνη ενός πελάγους που δεν φαίνεται να έχει τέλος. Αγνόησα Δραγούμη και Τσιμισκή και συνέχισα απτόητη το δρόμο μου, για να ξεδώσω πλάι στο νερό, που κάπως καταφέρνει να τους ηρεμεί όλους. Το βήμα μου ήταν πηδηχτό και γρήγορο, είχα ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο και σιγομουρμούριζα "I'm only happy when it rains" ενώ το βλέμμα μου, στραμμένο προς το Αιγαίο, αναζητούσε τον ορίζοντα. Προσπαθούσα να επεξεργαστώ όλα αυτά τα ωραία που είχα ακούσει, και όπως το συνηθίζω έπλεκα ιστορίες και φανταστικά σενάρια σχετικά με το πώς θα εξελίσσονταν τα πράγματα. Αξίζει να πω ότι ενώ τα σενάρια αυτά αποτελούν συνήθως διέξοδο για το στρες, τις ανησυχίες και τον παραλογισμό μου, στην προκειμένη περίπτωση ήταν ολωσδιόλου χαρούμενα. 

Είχα πλέον φτάσει στον Λευκό Πύργο, εκεί όπου κανονικά θα έπρεπε να στρίψω και να κατευθυνθώ προς την στάση. Άκουγα όμως αυτό, που αγαπώ τόσο μα τόσο πολύ, και παραήμουν χαρούμενη. Δεν μου έκανε καρδιά να πάρω το λεωφορείο. 

"Είμαι μόνο 19 χρονών" σκέφτηκα. "Μπορώ να κάνω ό,τι θέλω. Πάω και με τα πόδια σπίτι. Δεν πηγαίνω και καθόλου σπίτι αν θέλω— απλά βάζω να παίζει ξανά και ξανά το ίδιο τραγούδι, ενώ εγώ πηγαίνω κάπου." Τι σημασία έχει το που; 
"Είμαι μόνο 19. Μπορώ να αλλάξω επαγγελματικό προσανατολισμό ξανά και ξανά, μπορώ απλώς να διαλέξω κάτι που με ενδιαφέρει και να το ακολουθήσω. Μπορώ να αφιερώσω ένα καλοκαίρι εκεί όπου θέλω. Μπορώ να ασχοληθώ με 5 διαφορετικά πράγματα ταυτόχρονα, απλώς και μόνο επειδή μου φαίνονται ενδιαφέροντα και επειδή έχω την ενέργεια και το πάθος που χρειάζεται. Γιατί ειμαι 19 χρονών."

Στεκόμουν πίσω από τον Λευκό Πύργο και κοιτούσα τη θάλασσα. Το βλέμμα μου κορνίζωσε την εικόνα που περιέγραψα πριν: το γκρίζο του νερού πλαισιωμένο από ένα καταπράσινο πεύκο απο τη μια και έναν τοίχο 6 αιώνων από την άλλη. Δεν έχω και σπουδαίες γνώσεις τέχνης, αλλά αυτό που είδα εκείνη τη στιγμή μου φάνηκε απαράμιλλα όμορφο. Ευχήθηκα να είχα φέρει μαζί μου μια φωτογραφική. Τι το πρωτότυπο θα έβρισκες να φωτογραφίσεις στον Λευκό Πύργο  και τον Θερμαϊκό Κόλπο θα μου πεις, και θα έχεις και δίκιο. Κι όμως, η ομορφιά βρισκόταν στο ότι ποτέ δεν είχα ξαναδεί αυτό το θέμα από αυτήν την γωνία· ουσιαστικά δεν είχα ξαναδεί αυτήν την συγκεκριμένη εικόνα. Είμαι 19 χρονών μόνο και η σκέψη αυτή με ξετρέλανε. 

Συνήθως αντιμετωπίζω την ηλικία μου σαν ένα είδος αναπηρίας: είμαι μικρή ακόμα και υπάρχουν πολλά που δεν ξέρω, πολλά που θα ήθελα να είχα ήδη ανακαλύψει ώστε να καταλαβαίνω καλύτερα τι μου γίνεται. Επιπλέον, υπάρχουν τόσα πολλά που δεν μου επιτρέπεται ακόμα να κάνω— είτε κυριολεκτικά είτε λόγω της περιορισμένης μου οικονομικής  ανεξαρτησίας. Εκείνη τη στιγμή όμως κατάφερα να δω την ηλικία μου από μια καινούργια οπτική γωνία. Είμαι μικρή ακόμα, γι'αυτό και έχω την ικανότητα να ακολουθήσω αυτά που με ενθουσιάζουν. Γι'αυτό αγαπώ τη γλυκιά ρουτίνα αλλά και την γλυκιά περιπέτεια. Γι'αυτό και δεν χρειάζεται να είμαι απολύτως κατασταλαγμένη. Είμαι μόνο 19 και έχω όλη τη ζωή και όλο τον κόσμο μπροστά μου. Έχω τόσα ενδιαφέροντα πράγματα να κάνω, τόσες συγκινήσεις να ζήσω, και τόσα λάθη να κάνω. Οι επιλογές μου φάνηκαν απέραντες, σαν τη θάλασσα. 

Συνέχισα το δρόμο μου. Ξεκούμπωσα το παλτό μου. Αγόρασα ένα νεράκι και το ήπια αστραπιαία. Είμαι γεμάτη ενέργεια. Έτοιμη.

Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

Βροχή

Κάποιοι άνθρωποι νομίζω ότι απλά είναι γεννετικά προδιαθετημένοι στην γκαντεμιά. Είμαι σίγουρα μια από αυτούς. Πάνω που έλεγα ότι όλα μου πάνε πολύ ήρεμα αυτές τις διακοπές, τσουπ, να το το πρόβλημα, με το οποίο δεν μπορώ να ασχοληθώ πριν την επόμενη εβδομάδα, οπότε και θα έχει γίνει χειρότερο.
Σήμερα βρέχει. Στο φαρμακείο που μπήκα για να πάρω την αντιβίωση μια μικρή οθονίτσα με πληροφόρησε ότι η θερμοκρασία ήταν στους 9 βαθμούς Κελσίου και η υγρασία στο 100%. Ίσως επειδή έτσι την έχω συνηθίσει, ίσως επειδή άκουγα Massive Attack, ίσως επειδή μου αρέσει η βροχή, κοιτάζοντας την πόλη από το μπροστινό τζάμι του λεωφορείου ένιωθα λες και έβλεπα κάποιο art film ή κάποια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Η Θεσσαλονίκη ήταν όμορφη, μελαγχολική, ελαφρώς γκρίζα, όπως την ξέρω και την αγαπώ. Η Ροτόντα ξεπρόβαλε διαγωνίως ανάμεσα από τις πολυκατοικίες, πίσω από τα αρχαία που βρίσκονται καταμεσής σε εκείνη την αλάνα-παρκάκι. Μπροστά από όλα αυτά, μια κουρτίνα από λεπτές ψιχάλες, που λέκιαζαν το τζάμι και έδιναν σε όλα μια εικόνα ρομαντισμού.
It put a spell on me. Και μου έφτιαξε τη διάθεση, γιατί ήταν τόσο αληθινό, χωρίς ψεύτικες πολυτέλειες ή μοντέρνα τερατουργήματα (οι πολυκατοικίες του κέντρου είναι μεν τερατουργήματα, αλλά όχι αρκετά καινούργιες για να πληρούν τις προδιαγραφές ενός "μοντέρνου τερατουργήματος"). Ήταν η εικόνα μιας μουσκεμένης πόλης, γεμάτη κόσμο που έτρεχε να κρυφτεί και φορούσε γαλότσες, γεμάτη χρώματα που πηγάζουν από τους πολλούς αιώνες ιστορίας που είναι στοιβαγμένοι (συνήθως άτεχνα) ο ένας πάνω στον άλλο, γεμάτη ζωή, από τον μποτιλιαρισμένο δρόμο μέχρι το ατέρμονο ψιλόβροχο.
Γύρισα σπίτι και ήθελα απεγνωσμένα να κάτσω στο γραφείο μου με τον υπολογιστή αγκαλιά και αυτό το τραγούδι που είναι 50% blues και άλλο τόσο rock, που είναι μελαγχολικό αλλά όμορφο και ζωντανό σαν τη Θεσσαλονίκη μου, που είναι τέλειο για βροχερό καιρό να παίζει ενώ κοιτάω από το παράθυρο.
Και να'μαι λοιπόν. Ποιά γκαντεμιά εντέλει; I put a spell on you, because you're mine.

Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

Woody Allen on aging

"I hope to become the balding virile type, you know, as opposed to, say, the distinguished gray, unless I'm neither of those two. Unless I'm one of those guys with saliva dribbling out of his mouth who wanders into a cafeteria with a shopping bag screaming about socialism."
--Annie Hall, Woody Allen

Ο ξεβράκωτος Νεοέλληνας

Εναγωνίως περίμενα τα "Ληξιπρόθεσμα Δάνεια" του Πέτρου Μάρκαρη, τον οποίο είχα ανακαλύψει πριν δυό χρονάκια στο σχολείο, όταν εκείνη η αγαπημένη καθηγήτρια Ελληνικών μας εξηγούσε ότι αυτό δεν είναι αστυνομικό, αυτό είναι κοινωνική κριτική μεταμφιεσμένη σε έναν μικροαστό μπάτσο που "κόβει το μυαλό του". Να που δικαιώθηκε, σκέφτομαι τώρα που τελείωσα το βιβλίο, για το οποίο θυσίασα δύο βράδια συνεχόμενα τον ύπνο μου, αφού όπως και να 'χει το πράγμα, δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου. Μεγάλωσα με Άγκαθα Κρίστι και Μαιγκρέ, και έχω ιδιαίτερη αγάπη στο αστυνομικό, πώς να το κάνουμε— κοτζάμ Extended Essay στον Philip Marlowe έγραψα, κι ας με έθαψε ο IBO. Παρένθεση εδώ γιατί ο Philip Marlowe ΕΙΝΑΙ ο Humphrey Bogart, δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, κι όσοι μισούν τον Humphrey μισούν και κατ'επέκταση το film noir (αλλά πώς γίνεται να μισείς τον Bogart, βρε φιλαράκι;)
Τέλος πάντων, υποτίθεται γράφω για τον Χαρίτο και όχι τον Marlowe (ήτοι δεν είναι η ώρα να μου βγουν τα καταπιεσμένα κόμπλεξ που ο ΙΒΟ δεν γούσταρε το Extended μου). Αγαπώ το είδος και είναι σπάνιο φαινόμενο να παρατήσω αστυνομικό μυθιστόρημα, πόσο μάλλον τον Μάρκαρη, που έχει για θέμα μια Ελλάδα που μου είναι τόσο γνώριμη, που υποφέρει μαζί με όλους τους γύρω μου. Η κόρη του Χαρίτου μεγάλωσε, βλέπετε, και προσπαθεί να βρει δουλειά, θυμίζοντάς μου έναν παραλογισμό που είχα ζήσει και καταγράψει πρόσφατα. Πώς να το αφήσω λοιπόν από τα χέρια μου αυτό το βιβλίο, όλοι οι ήρωες του οποίου κάνουν συζητήσεις που μου είναι απίστευτα γνώριμες, διότι είναι οι συζητήσεις που ακούω ολημερίς στην τηλεόραση, που διαβάζω στις εφημερίδες, που κάνουν οι γονείς μου το πρωί πίνοντας τον καφέ τους και που πιάνει το αυτί μου σε λεωφορεία, καφετέριες και δρόμους. Τα "Ληξιπρόθεσμα Δάνεια" είναι το πρώτο μέρος της "Τριλογίας της Κρίσεως" όπου ο Μάρκαρης, μέσω Χαρίτου πάντα, καταγράφει τον τρόπο που αυτή η περίφημη, η ρημάδα η κρίση επηρεάζει την μάζα της κοινωνίας μας— δημόσιους υπαλλήλους μικροαστικής τάξης, μικρομεσαίους επιχειρηματίες, νέους που μόλις έχουν τελειώσει τις σπουδές τους, συνταξιούχους. Η Αθήνα έχει αλλάξει σε σχέση με τα προηγούμενα μυθιστορήματα του Μάρκαρη: ο Χαρίτος δεν μπορεί να φτάσει πουθενά με το αμάξι του όχι λόγω κυκλοφοριακού αλλά λόγω των διαδηλώσεων που κλείνουν τους δρόμους.
Ο Χαρίτος μου άρεσε ανέκαθεν σαν χαρακτήρας γιατί είναι γκρινιάρης και σαρκαστικός, και εντέλει λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Έτσι κι εδώ, δεν αφήνει τίποτα ασχολίαστο, και οι ανησυχίες του μου φαίνονται τρομακτικά αληθινές, τρομακτικά γνωστές σε μένα αλλά και στους δικούς μου. Το θέμα του βιβλίου είναι ξεκάθαρο: όπως και στο "Παλιά, πολύ παλιά", ο Μάρκαρης δεν ήθελε να γράψει ένα αστυνομικό με την τάδε πλοκή, αλλά ένα μυθιστόρημα για το συγκεκριμένο κοινωνικό ή πολιτιστικό φαινόμενο. Αυτό σημαίνει ότι η πλοκή με απογοήτευσε— ήξερα ποιός ήταν ο δολοφόνος λίγο πριν τη μέση του βιβλίου (τόση Άγκαθα Κρίστι, κάτι με δίδαξε). Καμία σχέση με την "Άμυνα Ζώνης" και το "Νυχτερινό Δελτίο" δηλαδή. Αρχικά, που λες, απογοητεύτηκα. Όσο διάβαζα όμως άλλαξα γνώμη, γιατί ο δολοφόνος μου ήταν συμπαθής, γιατί καταλάβαινα αυτά που έλεγε, γιατί οι συζητήσεις όλων των υπόλοιπων χαρακτήρων το υποστήριζαν. Είναι ξεκάθαρο που έριξε το βάρος ο συγγραφέας, και τα "Ληξιπρόθεσμα Δάνεια" καταλήγουν να είναι πιο πολύ κοινωνικός σχολιασμός και παρατήρηση, παρά αστυνομικό. Κάπως έτσι ξεφεύγουν κι από το τρυπάκι του "Βασικού Μετόχου", που απλά δεν ήταν τόσο καλοδουλεμένο όσο τα προγενέστερα βιβλία, και διαφοροποιείται ριζικά, αφού και η Ελλάδα η ίδια είναι τελείως διαφορετική από αυτή των άλλων μυθιστορημάτων. Κάπως έτσι κερδίζουν την αγάπη μου.
Παραθέτω αγαπημένα αποσπάσματα, κανένα από το οποίο δεν φανερώνει κάτι:


"Θυμάμαι, όταν έπεσε η χούντα και μας κατεβαζαν στους δρόμους σε κάθε επέτειο του Πολυτεχνείου, οι διαδηλωτές κολλούσαν τη μούρη τους στη δική μας και φώναζαν: "λαός ενωμένος, ποτέ νικημένος!". Να λοιπόν που, μετά από τριάντα πέντε χρόνια, ο κομμουνιστής και ο μπάτσος κολυμπάνε, ενωμένοι, στα ίδια σκατά." (170)

"'Οταν πεθάνει ο άντρας μου, η σύνταξή του διαγράφεται, δε μεταφέρεται σ'εμένα. Δηλαδή εγώ θα φορτωθώ έναν μαλάκα, θα τον σέρνω δίπλα μου σαράντα εργάσιμα χρόνια, που θα μου βγαίνει το λάδι, θα του κάνω κουτσούβελα, θα μου πρήζει μια ζωή το συκώτι, και, όταν πεθάνει, δε θα μπορώ να εισπράττω ούτε τη σύνταξή του για ψυχική οδύνη. Και αυτό το λέμε εξομοίωση και δικαιοσύνη;" (287)

"Επειδή στο ποδόσφαιρο είμαι σκράπας αλλά στο σουβλάκι γκουρμέ, όπως το λέει σήμερα ο κάθε ξεβράκωτος Νεοέλληνας με i-phone, θα φάω και θα κρίνω"(297)