Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

Rain, rain, go away

Η μαγική εκείνη στιγμή που είσαι τόσο βρεγμένη και για τόση πολλή ώρα, που σταματάς να το νιώθεις. Η αίσθηση της ψιχάλας στο πρόσωπο υποχωρεί· αντί γι'αυτήν νιώθεις ένα ελαφρό αεράκι. Δεν σε νοιάζει για τα ρούχα σου, για τα μαλλιά σου, για το που έχεις να πας ή για το τι θα νομίσουν οι γύρω σου. Δεν έχεις να κάνεις τίποτα πέρα από το να λαχανιάσεις ανεβαίνοντας ανηφόρες με κλίση 45 μοίρες, να κοιτάξεις τη θάλασσα που ξεδιπλώνεται πίσω από την κατηφόρα που αποτελείται από δέντρα και συνεχόμενες στροφές, να μυρίσεις τα κινέζικα μπαχαρικά που κρύβονται πίσω από τις φούξια βιτρίνες με χρυσά γράμματα και μικρά φαναράκια στην Τσάινατάουν, περικυκλωμένη από μια παντελώς μυστήρια γλώσσα. Τζίντζερ, αποξηραμένα μανιτάρια και γαρίδες όλα στο ίδιο καφάσι· δίπλα τα μαργαριταράκια του ταπιόκα, και παραδίπλα ένας διπλωμένος χάρτινος δράκος, από αυτούς που σκεπάζουν τρεις ανθρώπους. Τα μαλλιά σου στάζουν αλλά εσύ περπατάς και γελάς, κάνεις αστεία για την ομπρέλα που ξέχασες και σταματάς να χαϊδέψεις μια φουντωτή γάτα πίσω από μια σκαλιστή σιδερένια πόρτα κήπου. Δεν έχεις να κάνεις τίποτα πέρα από το να δεις, να ακούσεις, να νιώσεις, να μυρίσεις, να γευτείς.  Στο εστιατόριο σκύβεις πάνω από τον κατάλογο και στάζεις πάνω του, πηγαίνεις στο μπάνιο και χρησιμοποιείς το στεγνωτήρι των χεριών για πιστολάκι. Δεν σε νοιάζει, γιατί είσαι ήδη μούσκεμα όποτε πόσο πιο ρεζίλι να γίνεις, γιατί περπάτησες 12 ώρες στη βροχή οπότε οι ντροπές σου ξεπλύθηκαν για τα καλά πριν ώρες. Είσαι η μοναδική γυναίκα εκεί μέσα, αλλά τι σε νοιάζει; Είσαι στο Σαν Φρανσίσκο, αγαπητή! Και βρέχει, αν δεν το κατάλαβες.

Των φρονίμων τα παιδιά φτάνουν πάντα καθυστερημένα

"Κυρίες και κύριοι, μια αμαξοστοιχία εκτροχιάστηκε στο Κουίνς. Θα υπάρξει καθυστέρηση. Μπορεί να είμαστε εδώ δέκα λεπτά... μπορεί δεκαπέντε... μπορεί είκοσι. Σας ζητούμε συγνώμη για την καθυστέρηση."

Η γιαγιά μπροστά μου μουρμουρίζει οργισμένα "ναι είμαι σίγουρη ότι ζητάτε συγνώμη", και συνεχίζει με μια σειρά ακατάλληλων εκφράσεων που μια ενενηντάχρονη θα ξεστόμιζε μόνο μέσα στον οίκο των απανταχού τρελών και παλαβών: το μετρό της Νέας Υόρκης. Βγάζω το κινητό από την τσάντα μου και κοιτάω αγχωμένη την ώρα· ύστερα στρίβω το βλέμμα προς τη μέση του βαγονιού, εκεί που ο Γ. (ο ζαχαροπλάστης) μου χαμογελάει ατάραχος. Όταν μοίραζαν το Αμερικάνικο γονίδιο του στρες και του άγχους, αυτός απουσίαζε, και γι'αυτό τα πάμε καλά οι δυό μας. Στο μυαλό μου κυριαρχεί μία και μοναδική σκέψη: η φωνή του αστυνομικού που μου ρωτάει αυστηρά που είναι η βίζα μου, και πώς γίνεται να είμαι τόσο ηλίθια ώστε να προσπαθώ να ταξιδέψω χωρίς διαβατήριο, κι ας είναι πτήση εσωτερικού. Το οποίο διαβατήριο πρέπει να πω πως κοιμάται ασφαλέστατο τον ύπνο του δικαίου μέσα στο συρτάρι μου, από το οποίο δεν μου πέρασε καν από το μυαλό να το αφαιρέσω. Πετάμε σε δύο ώρες (4:15), και με την καθυστέρηση του μετρό ξέρω ότι δεν θα έχω την πολυτέλεια να γυρίσω σπίτι για το διαβατήριο, έστω και με τα πανάκριβα κίτρινα ταξί. Να το ρισκάρω ή να γυρίσω πίσω πληρώνοντας σχεδόν 80 δολλάρια σε ταξί και προλαβαίνοντας την πτήση στο τσακ;

Μακάρι να ήμουν κουλ. Θα το τολμούσα, και θα πήγαινα φορτσάτη στο αεροδρόμιο, προσπαθώντας να ανέβω στο αεροπλάνο απλά και μόνο με την ταυτότητα του πανεπιστημίου. Κι ό,τι θέλει ας γίνει. Κι όμως, τελικά το γονίδιο του στρες που δεν παραλήφθηκε από τον ζαχαροπλάστη έκανε στροφή και ήρθε πάνω μου― πετάγομαι έξω από το βαγόνι ενώ οι γύρω μου δυσανασχετούν σαν μουρτζούφληδες Νεοϋορκέζοι που είναι. Ο ζαχαροπλάστης με ακολουθεί, και μου χαμογελάει όταν του ανακοινώνω ότι θα πάθω έμφραγμα και δεν γίνεται, πρέπει να γυρίσουμε πίσω. Η ώρα είναι 2:30.

Η ώρα είναι 3:45. Ενώ αναρρώνω ακόμα από το τρέξιμο που έκανα από το ταξί μέχρι τον 6ο όροφο και πίσω σε χρόνο 2 λεπτών και τα 60$ που πλήρωσα, το δεύτερο ταξί σταματάει μπροστά στην πύλη Α, η πόρτα ανοίγει κι εμείς πεταγόμαστε έξω, και τρέχουμε προς τον έλεγχο, ανοίγοντας δρόμο με τα ιπτάμενα σακ βουαγιάζ μας (το δικό μου έχει ήδη σπάσει για πρώτη φορά). Η πτήση φεύγει σε μισή ώρα, η πτήση φεύγει στις 4:15, έχουμε τριάντα λεπτά! Φτάνουμε στον έλεγχο ασφαλείας με την άνεση που μας προσφέρει η γνώση ότι (μάλλον) δεν θα χάσουμε το αεροπλάνο μας σήμερα. Παπούτσια, φουλάρια, παλτό, λαπτοπ, τσάντες και σάκοι στους μπλε κάδους που όλοι αγαπούμε να μισούμε, ψιλά αφαιρεμένα και βουρ στον ανιχνευτή. Όλα πάνε καλά μέχρι που οι σάκοι περνούν από το σκάννερ, διότι ο ζαχαροπλάστης με έχει διαβεβαιώσει πως στις πτήσεις εσωτερικού δεν δίνουν πολύ σημασία στα υγρά που κουβαλάς στις χειραποσκευές, οπότε δεν πειράζει, ας πάρουμε μαζί το σαμπουάν μας. Και τσουπ, να σου που ξεπετάγονται δύο νταγλάρια και πιάνουν τις αποσκευές. Ο ζαχαροπλάστης στη δεξιά μεριά της αίθουσας, εγώ στην αριστερή, ο καθένας με ένα νταγλάρι.

"Απομακρυνθείτε παρακαλώ από τον σάκο. Μην αγγίζετε. Τα υγρά απαγορεύονται στις πτήσεις σύμφωνα με τον τάδε τάδε κανονισμό"

"Τι μου λες;" Μου 'ρχεται να του πω. "Τον έχω μάθει απέξω τον κανονισμό σας, μην ανησυχείς. Και τους άλλους 1000 που έχετε επιβάλλει. Αλλά να, Ελληνίδα είμαι, είπα να το παίξω παγαπόντικα, μπας και καταφέρω και ξεγλιστρήσω και χαρώ με την κουτοπονηριά μου."

Αντί γι'αυτό λέω: "Αμάν! Συγγνώμη, δεν το ήξερα! Βλέπετε ταξίδευα με τρένο πριν, και μάλλον ξέχασα το σαμπουάν στο σάκο. Συνήθως δεν το κάνω ποτέ αυτό, προσέχω. Αλλά να... το τρένο με αποσυντόνισε." Η Ελληνική κουτοπονηριά σε νέες περιπέτειες. Απέναντι ο ζαχαροπλάστης ψεύδεται εξηγεί στο δικό του φρουρό που κρατάει κατσουφιασμένος ένα βάζο ενυδατική κι ένα αφροντούς ότι δεν ταξιδεύει συχνά με το αεροπλάνο, ότι η τελευταία φορά ήταν όταν ήταν 8 και τότε ο κανονισμός δεν υπήρχε.

4:00. Τελειώνουμε την ίδια στιγμή και συναντιόμαστε μπροστά στον πίνακα που μας δηλώνει ότι η επιβίβαση της πτήσης έχει αρχίσει. Το επόμενο τέταρτο είναι ένας μαραθώνιος προς την πύλη που μου φαίνεται ότι έχει μεταφερθεί στην άλλη άκρη του αεροδρομίου. Ταυτόχρονα κάνω και βάρη γιατί κουβαλάω το σάκο μου, αλλά και δρόμο μετ 'εμποδίων, καθώς δρασκελίζω 5χρονα που κλαίνε, 5χρονα που τρέχουν, 5χρονα που τραβάνε τις μαμάδες τους απ'το χέρι, τις ταλαιπωρημένες μαμάδες, γιαγιάδες που περπατάνε αργά-αργά, βαλίτσες ακουμπισμένες κάτω. Και πάνω που νιώθω ότι τα πνευμόνια μου θα σπάσουν, βλέπω μια ουρά μπροστά στην πύλη με το μαγικό νούμερο: 27. Δίνω το εισητήριο στην αεροσυνοδό και ταυτόχρονα ξαναβγάζω το κινητό από την τσάντα. 4:12.

Κοιτάζω τον ζαχαροπλάστη, που μου γελάει λαχανιασμένος. "Τα καταφέραμε. Πηγαίνουμε... στο Σαν Φρανσίσκο!"

Το λέμε μεταξύ μας εδώ και μέρες, αλλά και πάλι μου φαίνεται δύσκολο να το πιστέψω. Απίστευτο όταν σχεδόν χάσαμε την πτήση, απίστευτο όσο ήμουν εκεί, απίστευτο και τώρα που τελείωσε. Έχει περάσει μόνο μια βδομάδα κι όμως η Καλιφόρνια είναι κάτι το μακρινό, σαν όνειρο, κάτι που έγινε σε μια άλλη πραγματικότητα γιατί είναι τόσο κάθετα διαφορετικό από την καθημερινή μου ζωή που δεν είμαι σίγουρη αν χωράει στα όριά της.

Από τις πιο ενδιαφέρουσες βδομάδες της ζωής μου. Κι όμως, όταν καθόμαστε λαχανιασμένοι στο αεροπλάνο, γελώντας και επαναλαμβάνοντας "τα καταφέραμε... θα πάμε στην Καλιφόρνια!", δεν έχω ιδέα τι πρόκειται να δω μέσα στις επόμενες μέρες. Δεν έχω ιδέα ότι θα τρέχω (πάλι) στους δρόμους του Σαν Φρανσίσκο για να προλάβω το τελευταίο τρένο και να μην αναγκάσω μια 85χρονη γυναίκα να οδηγήσει 2 ώρες μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα για να με παραλάβει, ή ότι θα περπατήσω 12 ώρες στη βροχή για να δω καλά το Κάστρο με την τεράστια σημαία στα χρώματα του ουράνιου τόξου και το Χέητ με τα αχανή δισκάδικα που πουλάνε, ναι, βινύλιο. Δεν ξέρω ότι θα κοιμηθώ σε ένα στρώμα που συνήθως βρίσκεται στη βεράντα τριών χίπηδων αφού θα έχω μπει στο τζακούζι που έφτιαξαν από ένα βαρέλι, ούτε ότι θα δω κογιότ και αγριόγατες με φόντο τους καταρράκτες τις Σιέρρα Νεβάδα. Και δεν μπορώ καν να φανταστώ ότι θα έρθει η μέρα που ο ζαχαροπλάστης κι εγώ θα φτάσουμε στο σταθμό 45 λεπτά πριν φύγει το τρένο μας, θα βαριόμαστε να περιμένουμε, και θα καταλήξουμε για ποτό.

Είναι ωραίο να είσαι 20 και φοιτητής.

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

Jealousy

Μερικές σειρές είναι εντέλει αρκετές για να νιώσω ανεπαρκής. Ζηλεύω να διαβάζω τα λόγια αγαπημένων προσώπων που μόλις ανακαλύπτουν τη χαρά και την περιπέτεια μιας νέας παρουσίας στη ζωή του. Ίσως επαναλαμβάνομαι, αλλά ζηλεύω να διαβάζω για όσους αγαπούν να εξερευνούν ο ένας τον άλλο γιατί έχουν αυτή την ικανότητα. Ζηλεύω που δεν μπορώ να γράψω προτάσεις σαν κι αυτές:

"Εσύ θα 'πρεπε να είσαι αυτός που θα με κάνει να χαίρομαι την άνοιξη.Την οποία έτσι κι αλλιώς χαίρομαι.Κι αυτό είναι το καλύτερο κομμάτι.Δε σε χρειάζομαι!Όμως σε θέλω εδώ παρ'όλα αυτά.Έτσι είναι το σωστό.Να μη σε χρειάζεται κανείς για ν'αναπνέει.Αλλά ο αέρας να'ναι πιο μυρωδάτος κι ανοιξιάτικος όταν τον αναπνέει μαζί σου."

Όμορφα λόγια, ζουζούνα. Θα 'θελα τόσο πολύ να μην με είχε ειρωνευτεί η ζωή. Θα 'θελα τόσο να κοιτώ τη Σιέρρα Νεβάδα από το παράθυρο με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, και ο Σ. να έχει το μπράτσο του γύρω από τους ώμους μου. Να σκεφτόμαστε μαζί πόσο άγρια όμορφο είναι αυτό το βουνό, πόσες διαφορετικές όψεις έχει αυτή η χώρα. Να ανακαλύπτουμε μαζί ο ένας τον άλλο, τη ζωή. 

Δεν είμαι σίγουρη αν σε χρειάζομαι, Σ. Σκέφτομαι ότι έχουμε ζήσει χώρια τόσο καιρό, και έχουμε επιβιώσει. Ύστερα όμως κοιτάω τις μπροστινές θέσεις των αυτοκινήτων που με μεταφέρουν και βλέπω τα ζευγάρια που μέχρι και στην οδήγηση κρατιούνται χέρι-χέρι. Κλείνω τα μάτια και φαντάζομαι εσένα στο τιμόνι κι εμένα δίπλα: συνήθως σου χαϊδεύω τα μαλλιά χωρίς να το συνειδητοποιώ καν. Και επιτέλους καταλαβαίνω: δεν σε χρειάζομαι για να ζήσω την καθημερινότητά μου· σε χρειάζομαι για να της δώσω νόημα, για να πείσω τον εαυτό μου να συνεχίσει. 


Η στιγμή είναι κάτι τόσο όμορφο. Κοιτώ τους καταρράκτες της Δυτικής Ακτής και αφήνω τις σκέψεις μου να κατρακυλήσουν με το νερό. Είσαι κάτι φωλιασμένο τόσο βαθιά στο μυαλό μου που ό,τι κι αν κάνω, κυριαρχείς. Μπαίνει επιτέλους άνοιξη. Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι πως μας έμεινε μόνο ένας μήνας.





Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Get me out of here!

Φρίκες. Έχω φτάσει στο σημείο που νιώθω ότι αν πιώ άλλον ένα καφέ το στομάχι μου θα φάει κέικ με κυάνιο και δεν θα πεθάνει οπότε θα πυροβοληθεί αλλά πάλι δεν θα πεθάνει και εντέλει θα ξυλοκοπηθεί και θα πέσει στο Νέβα. Όπως ο Ρασπούτιν.
Μιάμιση ώρα ύπνος. Το πρόσωπό μου είναι στο χρώμα του κεριού εκτός από τους μαύρους κύκλους μου που κάνουν τη διαφορά. Ο Δράκουλας βαρέθηκε την Τρανσυλβανία και ήρθε να δει το Empire State Building. Τώρα δηλαδή που νιώθω επιτέλους ενήλικας θα πρέπει να μοιάζω συνέχεια με χαρακτήρα του Τζωρτζ Α. Ρομέρο αλλά στο πιο άσχημο;

Μια βδομάδα και μετά αεροπλάνο. Δυτική ακτή. Σαν Φρανσίσκο, φίλε.

Είμαι ελαφρύς! Ας τινάξω λίγο πέρα δώθε τα μαλλιά μου μπας και νιώσω ελεύθερη. 

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2011

Summertime Cowboy

Όμορφα πράγματα. Όμορφα πρωινά. Όμορφα τραγούδια.

Κι εσύ εδώ;

Shocking Discovery: Oh mon Dieu, Ay Dios mio, Αϊ αϊ αϊ αϊ αϊ αϊ Πουέρτο Ρίκο και λοιπά!
Μετά από εκτεταμένη βόλτα στην μπλογκόσφαιρα συνειδητοποίησα ότι είμαστε πολλοί εμείς οι ξενιτεμένοι Έλληνες, ρε παιδί μου. Με κάποιο μαγικό τρόπο ανακαλύπτουμε ο ένας τα μπλογκ του άλλου και μοιραζόμαστε -στα Ελληνικά- τα νεύρα μας, την αγάπη μας, την απομυθοποίηση της ξενιτιάς αλλά και της Ελλάδας. Κοίτα να δεις: είμαι πολύ γατάκι που μερικές φορές νιώθω μόνη στην εμπειρία μου.

Νιώθεις κάτι το μαγικό όταν καταλαβαίνεις ότι στην Αγγλία, στη Γαλλία, στην Ισπανία, στη Γερμανία, στην Ολλανδία, στην Ιαπωνία, στην Ταϊβάν και δεν ξέρω ούτε κι εγώ που αλλού, κάποιος ζει πράγματα παρόμοια με εσένα (μα είναι τρελοί αυτοί οι Αμερικάνοι, σου λέω). Κάπου υπάρχει και κάποιος άλλος που βγαίνει έξω, βλέπει τον ήλιο κι ενώ σκέφτεται ότι δεν συγκρίνεται με τον ήλιο της Ελλάδας, στρίβει τη γωνία και ανακαλύπτει κάτι καινούργιο που τον κάνει να αγαπήσει εκ νέου αυτόν τον παράξενο τόπο που διάλεξε για πρώτο (δεύτερο;) σπίτι.

Νέο κύμα άνοιξης

Δεν τα υποφέρω τα τραγούδια μου,
και προπαντός όταν μου μοιάζουν,
όλα εκείνα π' αγαπώ,
είν' αλλωνών κι αλλιώς φαντάζουν.

[...]

Οι εμπνεύσεις μου είναι γλωσσοδέτες,
νιώθω συχνά σαν τους τριγύρω σκηνοθέτες,
που οδηγήσαν μια γενιά
στα πιο βαθιά χαζουμουρητά.
Κι όλο βουλιάζω στο νανούρισμα
κάποιας αόρατης μαράκας
κι όλοι μου οι φίλοι απορούν,
τι κάνει ετούτος, ο μαλάκας.

[...]

Μα μπαίνει η άνοιξη στην πόλη,
κι απ' τ' ανοιχτό λεωφορείο μου φαίνεστε όλοι
τόσο γλυκούτσικοι κι αχνοί,
στη θερινή σας τη στολή.
Κι οι μπάντες παίζουν το τραγούδι σας
που τα κενά μας συμπληρώνει
κι ο ουρανός που αιμορραγεί,
στα πεύκα εκεί μας αθωώνει.
Θα 'ταν τρελό να προσπαθώ,
αυτόν τον άνεμο να εκφράσω
με τα φαναράκια του μου αρκεί να γειτονέψω
βγάζω τα τραπεζάκια μου έξω.

-Σαββόπουλος, οφ κόρς. Έτσι είδα κι εγώ την άνοιξη να μπαίνει, και ξαφνικά, τσουπ! Να η όρεξη και η έμπνευση να γράψω. Αυτά που μου φαίνονταν κουρασμένα γίνονται φρέσκα, και μου 'ρχονται 10 ποστ στο κεφάλι. Δεν μπορώ να γράψω τίποτα που να εκφράζει έστω και στο ελάχιστο την χαρά που βλέπω γύρω μου, μπορώ όμως να προσπαθήσω να εκφράσω την φρεσκάδα που έχει εισβάλει ξαφνικά στην πόλη, τα καλύμματα που ξετυλίχταν και το χιόνι που έλιωσε, ξεσπεπάζοντας τα γρασίδια. Τα χρώματα που βλέπω γύρω μου, είτε στο ροζ παντελόνι του τύπου που καπνίζει έξω από τη βιβλιοθήκη είτε στους τοίχους του αγαπημένου μου μπαρ. Α ρε Νιόνιο.

Ένα απόγευμα, κάποτε, κάπου.

Δεν με αναγνωρίζω τελευταία. Χτες έκλαψα για πρώτη φορά εδώ και τουλάχιστον ενάμισι μήνα. Που πήγε ο κλαψιάρικος, παραπονιάρης, παιδιάστικος εαυτός μου; Που έκλαιγε στις ταινίες, στον οδοντίατρο, με τα ίδια του τα Σι-ντι;*

Το θέμα πάντως είναι ότι έκλαψα χθες. Και ότι επειδή ακριβώς σιχαίνομαι να μου λένε ότι δεν μπορώ να κάνω κάτι, δεν αντέχω όταν μου αποδεικνύεται περίτρανα. 

Συζητήσεις. Κουβέντα στην κουβέντα, και πολλά λόγια. Λέξεις, λέξεις, λέξεις, το μόνο που μπορούμε να μοιραστούμε, το μόνο που η κατάσταση επιτρέπει. Ο άνθρωπος που δεν ήταν εκεί αν και ήταν στις σκέψεις μου, στην καρδιά μου, στην οθόνη μου. Καυγάδες των οποίων το τέλος δεν είναι η αγκαλιά που τα διορθώνει όλα, απλά γιατί μεσολαβεί ένας ωκεανός. Ο επίλογος γράφεται όταν πηγαίνουμε για ύπνο· μόνο που εδώ είναι  12 και εκεί 7. Μόνο που εσύ βλέπεις έναν ήλιο που εδώ δεν έχει ξεμυτίσει. 

Η ζωή συμβαίνει γύρω μου. Η άνοιξη κάνει την εμφάνισή της για μια-δυό μέρες, έτσι για να ξεγελάσει τα ζευγάρια που βγάζουν γάντια και σκουφιά και κρατιούνται χεράκι-χεράκι, με τζιν μπουφάν, φορέματα και μπαλαρίνες. Κι εγώ, πίσω από το τζάμι με τον καφέ ανά χείρας και το τετράδιο μπροστά μου, τους βλέπω να μην με βλέπουν, διότι δεν τους ενδιαφέρει καθόλου ο γύρω κόσμος. Κοίτα να δεις, λέω. Έχει φτάσει να μου φαίνεται παράξενο να είναι ο ένας τόσο μεγάλο μέρος της καθημερινότητας του άλλου, να είναι η καθημερινότητα. Για μένα εσύ είσαι κάτι καινούργιο, κάτι ξεχωριστό, κάτι τόσο εκτός καθημερινότητας που ευχαριστώ Θεούς, Βούδες και Αλλάχ όταν σε βλέπω. Φτάνω να επιζητώ τη ρουτίνα μαζί σου, γιατί η ρουτίνα που σε περιέχει είναι κάτι τόσο ασυνήθιστο ώστε πλέον δεν μπορεί να ονομάζεται έτσι. Από τη μία είμαι τυχερή· οι στιγμές που ζούμε μαζί είναι περιορισμένες, με αποτέλεσμα όχι μόνο να θυμάμαι την πλειοψηφεία τους, αλλά και να τις ζω στο έπακρο, ως κάτι που διαλέγω και όχι ως αυτό που είναι η λογική συνέχεια αυτού που έκανα πριν.

Όσο κι αν ξέρω πως κατά βάθος είμαστε τυχεροί και μόνο που καταφέρνουμε και παίρνουμε χαρά από μια οθόνη, είναι στιγμές που νιώθω ότι δεν θα μάθεις ποτέ πώς είναι η καθημερινότητά μου όταν τρέχω από δω κι από κει με έναν γαλλικό που πιτσιλίζει το χέρι μου και δεν μπορώ να τον κλείσω καλά γιατί κρατάω πέντε βιβλία, όταν καθόμαστε όλοι στο σαλόνι και τρώμε τη ζύμη από τα γλυκά του ζαχαροπλάστη μιλώντας για τις πιό ντροπιαστικές μας στιγμές, όταν η ηλιαχτίδα κι εγώ καθόμαστε στο περβάζι της κοιτώντας το ποτάμι μετά από το λουκούλειο γεύμα μας. Με πληγώνει αυτό, γιατί ένα κομμάτι μου παραμένει εξ ορισμού σκοτεινό για σένα, γιατί απλά η ρουτίνα που δεν σε περιέχει είναι κατώτερη αυτής που διορθώνεις με την παρουσία σου και μόνο. 

Πληγώνομαι με την ίδια μου την αδυναμία να αλλάξω την κατάσταση. Πληγώνομαι που ό,τι κι αν κάνω, κάποια πράγματα είναι εκτός της δικαιοδοσίας μου· έχω συνηθίσει να δρω γι αυτά που θέλω, να λαμβάνω μια επιτυχία ή αποτυχία για την οποία έχω προσπαθήσει. Με πονάει που "δεν μπορείς να το βλέπεις σαν πρόβλημα, διότι δεν υπάρχει λύση". 

Μετά σκέφτομαι, μπαίνει η άνοιξη, που περιέχει τον Απρίλιο. Στον 50ό δρόμο και 6η λεωφόρο γωνία βρίσκεται η Μανόλια με τα διάσημα κεκάκια της, και κάποια μέρα στο μέλλον ίσως μας βρεί να τα τρώμε καθισμένοι στα πεζούλια του Rockefeller Plaza, με ζακέτα μόνο γιατί θα κάνει ζέστη. Προς το παρόν δεν υπάρχει λύση, υπάρχουν όμως στιγμές. Μπορεί να μην είναι ρουτίνα, είναι όμως μαζί σου, και είναι γιορτή.

*Τώρα που το σκέφτομαι, ας είμαι ειλικρινής. Έκλαψα στο Black Swan, και ούτε ξέρω γιατί― δεν με συγκίνησε και τόσο.

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

Musique Concrète

"Jouer"= παίζω. 
Παίζω μουσική, δηλαδή. Παίζω πιάνο, κιθάρα, φλάουτο, βιολί. Παίζω τις νότες που διαβάζω μπροστά μου. 
Παίζω παιχνίδια δηλαδή. Παιχνίδια με τους ήχους που έρχονται, που φεύγουν, που χάνονται, που λάμπουν γύρω μου. Παίζω με το ρυθμό και τη μελωδία, τα εξαφανίζω, τα επαναφέρνω, τα μετακινώ δεξιά, αριστερά, τα σπρώχνω προς τα πίσω και τα ξαναφέρνω στο προσκήνιο, ενώ κάπου στο βάθος αντηχεί ένα ξυλόφωνο.
Παίζω με όργανα και με λέξεις, παίζω με τους ορισμούς, με τους κανόνες, ξεχνώ τους κανόνες, ξεπερνώ τους κανόνες και παίζω με τα όριά μου. 


Αν υπάρχει ένα πράγμα που απεχθάνομαι, αυτό είναι να μου επιβάλλουν όρια και ταμπέλες. Ίσως γι'αυτό έχω ερωτευθεί αυτή την μουσική, που για πολλούς δεν έχει νόημα, που για πολλούς είναι "ό,τι να'ναι" αλλά για μένα είναι η ελευθερία η ίδια. Και ενώ νιώθω τα ειρωνικά σχόλια να έρχονται, δεν μπορώ να σταματήσω να ακούω αυτούς τους ήχους που σπάνε κουτιά και σύνορα και ξεχύνονται ελεύθερα, για να κάνουν αυτό που θέλουν, για να εξερευνήσουν αυτά που κανείς δεν έχει τολμήσει. Αυτούς τους ήχους που εξ'ορισμού είναι ένα παιχνίδι, ένα παιχνίδι με την κοινωνία και την παράδοση που τους δημιούργησε, ένα παιχνίδι με τον δημιουργό, με τον ακροατή, με το περιβάλλον. 


Στο θέμα μου. Συγχωρήστε με αν τα ξέρετε, γιατί θα τα ξαναπώ. Musique Concrète ("αληθινή μουσική") είναι η μουσική παράδοση που δημιούργησε στο Παρίσι ο Pierre Schaeffer μεταξύ του '40 και του '50. Η κεντρική ιδέα της σχολής Schaeffer είναι η δημιουργία μουσικής που ξεφεύγει από τον παραδοσιακό ορισμό της, δηλαδή μουσικής που δεν παράγεται απαραίτητα από μουσικά όργανα ή φωνές, και που δεν είναι ανάγκη να περιέχει τα παραδοσιακά μουσικά στοιχεία (ρυθμός, μελωδία, αρμονία, μέτρο). Είναι μουσική που είναι αληθινή υπό την ένοια οτι είναι καθαρός ήχος, αγνός ήχος, κατανεμημένος με μαθηματική ακρίβεια και συγκεκριμένη αισθητική. 


Είναι μουσική που δεν είναι για όλους· κάποιοι την θεωρούν αντιαισθητική, χωρίς συναίσθημα, χωρίς οργάνωση. Είναι όμως μια έκφαση ελευθερίας. Ανακαλύπτω τα όριά μου και τους ασκώ πίεση. Μέχρι να υποχωρήσει κάτι. Και μετά συνεχίζω. Συνεχίζω να πιέζω και να εξερευνώ το άπειρο. Πείραμα στο πείραμα. 


Το παρακάτω τραγούδι, όμορφη συνοδεία την ώρα που πετάω τις σκέψεις μου από δω κι από κει στον ιντερνετοχώρο, δεν είναι -ω ειρωνεία- αυτό που λέμε musique concrète, για την οποία υποτίθεται ότι γράφω. Είναι των Nurse With Wound, δηλαδή σύγχρονο, και μου τράβηξε την προσοχή εν μέρει λόγω στίχων. Από την άλλη, περιέχει πολλά στοιχεία της musique concrète, την οποία ανακατεύει με hip hop με τον δικό του ξεχωριστό, σκοτεινό τρόπο. Πώς να μην το μοιραστώ λοιπόν; Τόση ώρα γράφω για την ελευθερία της σκέψης, για την κατάργηση των ορίων, την καταπάτηση των ορισμών. Everything is  possible. Possible. Possible.


"Do you remember? It was 1959. The observatory. What a strange story. Rock 'n' Roll session is a session where we can do what we want to do. Gross module. Jack's bicycle is music. Gross module. Everything is possible. Possible. Possible. Rock 'n' roll station is a second pirate station of a strange wax. Gross module. Listening. Listening. Listening to an outlaw rock 'n' roll station. Outlaw. Outlaw. Outlaw."