Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Ηρεμία

Τις Τρίτες δεν κοιμάμαι. Κατα τη μία το βράδι μαζεύω τα πράγματά μου, βάζω το πιο άνετό μου παντελόνι, και κατεβαίνω την Broadway. Βάζω τον κωδικό, ανοίγω την πόρτα, και βρίσκομαι αντιμέτωπη με την μουσική μου, την μοναξιά μου, και τους τρελούς ακροατές που μου κρατούν συντροφιά και ενίοτε με ενοχλούν με τα τηλεφωνήματά τους και την επιμονή τους. Σαξόφωνα και υπολογιστές, κιθάρες που παίζονται ξαπλωμένες σε ένα τραπέζι αντί ακουμπισμένες στο στέρνο, συνθεσάιζερ, εξωπραγματικές φωνές. Τα πάντα μπορούν να συμβούν αυτές τις τέσσερις ώρες, 1-5 το πρωί― αυτές οι ώρες είναι δικές μου, είναι στιγμές που λίγοι είναι ξύπνιοι για να δουν. Αποκτούν λοιπόν κάτι το μαγικό, το εξωπραγματικό· είναι ανοιχτές στις (καλλιτεχνικές) παρεμβάσεις μου, με αφήνουν μόνη με τις σκέψεις μου, με το παράλογό μου. Μιλάω σε ένα μικρόφωνο, και μιλάω σε κάποιον Ιταλό στο Μπρονξ, κάποιον στο Κουίνς που ―απ'ότι μου είπε― γνώρισε τον Ζαμπέτα. Μιλάω στον εαυτό μου. Ώρα ήρεμη, ήσυχη. Η έλλειψη ύπνου μπερδεύεται με τα σαξόφωνα και τις κιθάρες, το υποσυνείδητο περνά στις σκέψεις. Transfigured night.

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Ζορμπάδες

Για ένα πράγμα είμαι ευγνώμων: για τους ανθρώπους που ξέρουν πότε να τινάζονται στον αέρα, σε έναν τρελό χορό που μου κλείνει το στόμα, που σταματά τις καχεκτικές σκέψεις και δίνει ζωή σε άγριες κι ανεξέλεγκτες χαρές.

739,56

Δύσκολες εβδομάδες. Τις πέρασα με καφέ, με υποχρεώσεις, χωρίς ύπνο, παρέα με τις σκιές του μυαλού μου που στη μοναξιά τους επιμηκύνονται, μακραίνουν, τεντώνονται, μεταμορφώνονται σε τέρατα. Χωρίς χρόνο να μεταφέρω τα νοητά μου τέρατα σε χαρτί ή έστω σε οθόνη, τα μεταμόρφωσα άθελά μου σε γίγαντες, άλλοτε με διακριτό περίγραμμα κι άλλοτε αόριστους, πανταχού παρόντες. Ξέμεινε μόνο μια μικρή ιδέα, άμορφη ακόμα, ακατέργαστη όχι γιατί δεν πρόλαβα να την περιποιηθώ, αλλά γιατί δεν κατέχω τις λέξεις για να την θρέψω.

Δύσκολες εβδομάδες. Εξελίξεις που δεν είμαι σε θέση να σχολιάσω, λόγω έλλειψης πείρας, λόγω ηλικίας, λόγω ευαισθησίας. Φόβοι που δεν καταλαγιάζουν, ανησυχίες που παραμονεύουν στο σκοτάδι της γωνίας, που σε αρπάζουν εκεί που δεν το περιμένεις, που ησυχάζουν προσωρινά και επιστρέφουν ακόμα αγριότερες, σαν σκυλί που του πέταξες πέτρα.  Συζητήσεις που δεν περιμέναμε να κάνουμε στα 20, υπολογισμοί που δεν θέλουμε να κάνουμε σε καμιά ηλικία. Τέρατα εσωτερικά κι εξωτερικά που αρνούνται να φύγουν, που σε κατασπαράζουν. Πράξεις συλλογικές· πράξεις ατομικές.

Πείτε μου κύριοι, εσείς που ξενυχτώ για να σας διαβάζω, εσείς οι νεκροί οικονομολόγοι και φιλόσοφοι. Πώς ξεφεύγει κανείς από τα τέρατα; Να ακολουθήσουμε τον εγωιστικό δρόμο της παντοτινής ξενιτιάς και της λησμονιάς ή να συγκεντρώσουμε τις σκέψεις μας ώστε να διορθώσουμε κάτι το οποίο ούτε δημιουργήσαμε ούτε ελέγχουμε; Μήπως αν βυθιστούμε στην απάθεια και προσποιηθούμε ότι δεν βλέπουμε τα τέρατα,  καταφέρουμε τουλάχιστον να διατηρήσουμε  σώας τας φρένας; Ή μήπως να συγκεντρώσουμε τις σκέψεις μας στην συλλογική μας (μαύρη) μοίρα, με την ελπίδα της αλλαγής;

Το ίντερνετ γέμισε χρωματιστές φωτογραφίες εκείνων που το ρίχνουν στη νυχτερινή ζωή, εκείνων που επιμένουν, που είναι ακόμα πιστοί  στο πλαστικό, δανεικό λάιφστάιλ που θρέψαμε με χρήματα άλλων. Ταυτόχρονα, άνθρωποι που αγαπώ τείνουν στο άλλο άκρο― η ενασχόληση με τα πολιτικά οδηγεί ολοένα και πιο βέβαια στην απελπισία, στο παράλογο. Μπορείς να ευτυχήσεις αγνοώντας; Πότε σταματά η σκέψη; Και ποιά τα όρια της συλλογικής δράσης;


Ας μου δώσει κάποιος την απάντηση.