Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Μιλώ για σένα

Πήρα τον παράδρομο― δεν ξέρω γιατί. Ήθελα να μείνω έξω.

Το κρύο μαστίγωνε, μα οι σκέψεις χόρευαν τον αέναο χορό τους. Μπλέχτηκες με τους καπνέμπορες στη Θράκη του προηγούμενου αιώνα, με τους Βούλγαρους κομιτατζήδες, τους Αμερικάνους πρέσβεις κι ύστερα τους Άγγλους λόρδους, τους ακτιβιστές του AIDS και τις Ελληνίδες φιλοσόφους. Τους ζύγισες· συνομίλησες μαζί τους, τους βαρέθηκες και προχώρησες παραπέρα. Ταξίδεψες για την Κωνσταντινούπολη μέσα στο αποπνικτικό λεωφορείο, κι ύστερα πήρες το τρένο για το Λονδίνο κι έσυρες το βαλιτσάκι σου μέχρι την πόρτα μου. Με έψαχνες. Ήθελες, λέει, να ακούσουμε μαζί Billie. Billie και Μελίνα.

Το μυαλό μου ήταν θολό— κάτι οι ρετσίνες, κάτι τα ρεμπέτικα, το κρύο, η αϋπνία. Μπέρδεψα τα νήματα. Ξαφνικά, ήσουν εκεί κι εδώ, στο μυαλό μου και μπροστά μου, μέρος της επιθυμίας μου και της πραγματικότητάς μου. Ένα κομμάτι του παραλογισμού μου. Ένιωσα το χέρι σου γύρω από τη μέση μου, ξύπνησα κι ήσουν εκεί. Κι ένιωσα τον πανικό εκείνης που ξέρει ότι θα ξανακοιμηθεί και, αναπόφευκτα, θα χαθεί στο όνειρο— το όμορφο μα ασήμαντο όνειρο των εργασιών, της έρευσης εργασίας και των Θρακών καπνεμπόρων.

Ένιωσα το σώμα να στρίβει μακριά από την πύλη, προς το σοκάκι. Θέλω να μιλήσω για σένα· να μιλήσω με τον εαυτό μου. Μη φύγεις.

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Αργά

Αυτές οι ώρες, οι περίεργες ώρες, οι μικρές ώρες, οι όμορφες, ατέλειωτες, αχανείς ώρες, με βρίσκουν πάντα μόνη. Πάντα διστακτική.
Οι μουσικές ξεδιπλώνονται αργά, μαθηματικά, με μια αβάσταχτη σταθερότητα που επιβάλλει την τάξη στο μυαλό και κολλάει το βαρύ κρανίο στην πλάτη της πολυθρόνας ενώ το κόκκινο δέρμα τρίβεται στο σβέρκο.
Οι μουσικές με σκεπάζουν, με πνίγουν. Με συρρικνώνουν επικίνδυνα· με σπρώχνουν προς τα μέσα. Αύριο, σε έξι μήνες, του χρόνου... Ζαλίζομαι. Κλείνω τα μάτια.
Η πόλη αυτή σε πνίγει, λένε. Σε αρπάζει, σου δένει τα μάτια, σε στριφογυρίζει. Κι ύστερα―

είσαι μόνη. Με την φτέρνα του ενός ποδιού κολλημένη στα ακροδάχτυλα του άλλου. Βήματα. Η σιωπή των δύο συχνοτήτων.

Οι μουσικές με καταπλακώνουν· παλεύω για να ξεκολλήσω το κεφάλι από το κόκκινο δέρμα. Ανάσα. Οι δύο συχνότητες. 

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

Μέρες Ιούνη

-Αννούλα! Αννούουουουλαααα!
Δίπλα μου μένουν δυό γιαγιάδες. Τα σπίτια τους είναι ξεχωριστά, η τεράστια πίσω αυλή τους όμως είναι κοινή και γεμάτη παρτέρια, γλάστρες, λαχανικά και καρέκλες ξεφτισμένες απ'τον ήλιο. Πριν μερικά χρόνια, τα καλοκαιρινά απογεύματα τις έβλεπες σε ένα τραπέζι ακριβώς στο κέντρο της αυλής, μαζί με τους άντρες τους. Κάποιες φορές τους τριγύριζαν τα εγγόνια τους, που μένουν θαρρώ σε κάποια άλλη πόλη· άλλοτε ήταν οι τέσσερις τους, μια τρελοπαρέα περασμένης ηλικίας που απολάμβανε την απογευματινή δροσιά με μια ευχαρίστηση εφάμιλλη, ίσως και μεγαλύτερη, της δικής μας όταν μαζευόμαστε τις  μεταμεσονύκτιες ώρες γύρω από ένα καραφάκι κρασί. Μου άρεσε η μικρή αυτή συμμορία, μου άρεσε το εγκάρδιο υποκοριστικό "Αννούλα" αντί για το δικό μου "κυρία Άννα",  βαρύ από τυπικότητες και ασήμαντες ευγένειες.

Ξαφνικά, ένα καλοκαίρι, η συμμορία τους έχασε ένα μέλος, ύστερα άλλο ένα. Η γωνιά του δρόμου γέμισε στεφάνια, στολισμένα εκείνες τις απρόσωπες τυπικότητες που οι δυό φίλες παρακάμπτουν εδώ και χρόνια με ένα απλό "Αννούλα". Οι στήλοι της ΔΕΗ επικαλύφθηκαν με πολλαπλά αγγελτήρια κηδειών και μνημοσύνων, τα εγγόνια προσήλθαν ντυμένα στα μαύρα και οι γονείς έβαλαν τα δυνατά τους προσπαθώντας να τους εξηγήσουν γιατί εκείνη τη μέρα απαγορευόταν να τρέχουν στον κήπο. Οι δύο φιλενάδες έμειναν μόνες· τα λουλούδια διατηρήθηκαν παρόλο που τα απογεύματα στον τεράστιο κήπο μειώθηκαν.

Ενίοτε, όταν κάθομαι στο μπροστινό μου μπαλκόνι , η Αννούλα βγαίνει στη βεράντα της για να γνέψει στην μια εκ των τριών αδελφών που ζουν  απέναντι. "Μαιρούλαααα! Μαιρούλαααα!" Η Μαιρούλα είναι η μεσαία αδελφή· ζει στον δεύτερο με την Αθηνούλα, την μεγαλύτερη. "Καλησπέρα Αννούλα! Τι κάνεις; Πότε θα έρθουν τα παιδιά;"

Δεν τις έχω ακούσει ποτέ να συζητούν κάτι εκτός των παιδιών τους ή της καθημερινότητάς τους. Τις έχω ακούσει να γελάνε, να κουτσομπολεύουν, να μιλούν για την υγεία τους, να τινάζουν χαλιά, να ποτίζουν γλάστρες και να βλέπουν Τούρκικες σαπουνόπερες. Ταΐζουν γάτες, απλώνουν ρούχα και πασπατεύουν μωρά. Όσο περνούν τα χρόνια βαδίζουν όλο και πιο σκυφτά, μα συνεχίζουν την δια-μπαλκονική συζήτηση, για θέματα μικρά, προσωπικά, σημαντικά. Ακούγοντάς τες νιώθω μια παράξενη, ευαίσθητη γαλήνη που δεν γνωρίζει εποχή. Οι συζητήσεις τους επαναλαμβάνονται γλυκά εδώ και μια δεκαετία, αγνοώντας κοινωνιοπολιτικά ζητήματα, την οικονομία, όλα εκείνα τα σημαντικά που θα μπορούσαν να διαρρηγνύουν την γαλήνη της γειτονιάς. Η γειτονιά είναι ο συλλογικός μας κόσμος: αρχίζει στην τετραόροφη πολυκατοικία της κυρίας Ελευθερίας και τελειώνει στο τέλος του δρόμου, λίγο μετά το Ουζερί που το βράδι συνοδεύει την τηλεόραση της Μαιρούλας με το μπουζούκι και το ντέφι του. Τουτέστιν, είναι ασφαλισμένη ενάντια σε μνημόνια και αλλαγές κυβερνήσεων· γνωρίζει μόνο καύσωνες, οικογενειακά προβλήματα, τηλεοπτικά προγράμματα. Η Θεσσαλονίκη αυτή μοιάζει σχεδόν αιώνια, στάσιμη: βουβαίνεται μετά το μεσημεριανό γεύμα και ξυπνά το απόγευμα για να νιώσει το δροσερό αεράκι και να διώξει ενοχλημένη τα κουνούπια από πάνω της. Καθισμένη στο μπαλκόνι, όπως και τώρα, ακούγοντας τα παιδιά που παίζουν κρυφτό στο δρόμο, νιώθω έτοιμη να συνδιαλεχτώ με τις γειτόνισσές μου. Η τηλεόραση είναι κλειστή και η εφημερίδα απλωμένη κάτω από το τραπεζάκι του σαλονιού· ο δρόμος μου είναι γεμάτος αυτόνομη ζωντάνια, μια συλλογική δραστηριότητα που μου φαίνεται αέναη, ανίκητη.
                                                                                *
Ύστερα, έρχεται το πρωί. Σηκώνομαι, κατευθύνομαι προς το δημοτικό σχολείο της γειτονιάς με την ταυτότητα ανα χείρας. Στρίβοντας τη γωνία, λίγο μετά το ουζερί, τα γκραφίτι δεσπόζουν στους τοίχους: "Έξω η τρόικα". Η μέρα είναι ζεστή και αποπνικτική· ελληνικό καλοκαίρι. Στο δημοτικό βλέπω ουρές έξω από τις αίθουσες, αστυνομικούς στις πόρτες: 120ό εκλογικό τμήμα. Η εκπρόσωπος των Ανεξάρτητων Ελλήνων με ψηλά τακούνια, έντονο μακιγιάζ και κόμμωση προσεκτικά επιμελημένη με λακ· ο εκπρόσωπος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α με αθλητικά παπούτσια και τζιν. Στο σχολείο αυτό ψηφίζουν η Αννούλα και η Μαιρούλα. Δεν τις έχω δει ποτέ μακριά από τα μπαλκόνια τους, και κάθε προσπάθεια να τις φανταστώ εδώ ναυαγεί: για μένα, είναι εκπρόσωποι μιας άλλης πραγματικότητας, μιας γειτονιάς που δεν γνωρίζει κυβερνήσεις και νομίσματα. Σύγχυση. Η γειτονιά ψηφίζει. Μπαίνω πίσω από την κουρτίνα, αγνοώντας τον παππού που μοιάζει τόσο με τον μακαρίτη άντρα της Αννούλας.

Επιστρέφοντας, βλέπω την κυρία Μαίρη στο μπαλκόνι της. Ποιά είναι η σύνταξή της, άραγε; Το σίγουρο είναι πώς δεν θα την συζητήσει με τους γείτονές της. Τα δυσάρεστα είναι ιδιωτικά, διαδραματίζονται πίσω από διπλά τζάμια και μισόκλειστα παραθυρόφυλλα. Η ζέστη όμως του απογεύματος, η βαριά, υγρή ατμόσφαιρα με σπρώχνουν στο μπαλκόνι, την ώρα που το ρολόι μου δείχνει 7μμ.

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Πριν 3μισι χρόνια...

We live in the flicker—may it last as long as the old earth keeps rolling!

-Joseph Conrad

Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Το βλέμμα του Οδυσσέα

Εδώ στα ξένα που κάθομαι, οικονομικά ανήμπορη να ταξιδέψω στην Ελλάδα για να εξασκήσω τα εκλογικά μου δικαιώματα, πλήρως τρομοκρατημένη για όσα έρχονται και ταυτόχρονα οργισμένη για όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή, θυμήθηκα αυτό:

<<Ξέρεις κάτι; Η Ελλάδα πεθαίνει. Πεθαίνουμε σαν λαός. Κάναμε τον κύκλο μας... δεν ξέρω πόσες χιλιάδες χρόνια, ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες κι αγάλματα... και πεθαίνουμε.


Προφητικέ Αγγελόπουλε...

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Για το αγόρι με το φλάουτο

Νόμος των πιθανοτήτων: δεν θα σε ξαναδώ ποτέ. Δεν είσαι ο τύπος που μένει σε ένα μέρος, ή τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται. Θα βρεθείς όπου έχει δουλειά― στη Φλωρεντία, ίσως, ή στα έγκατα του Μπρούκλιν: σε κάποια πόλη με όμορφο παρελθόν, με δρόμους πολυπερπατημένους, βρώμικους κι ιστορικούς, κάποια πόλη παρηκμασμένη και χρωματιστή, γεμάτη ξαφνικές εμπνεύσεις. Όχι στην πατρίδα σου― σάμπως έχεις, άλλωστε; Γεννήθηκες μέσα στο κουφάρι κάποιου Αμερικάνικου Όνειρου και μεγάλωσες ανάμεσα σ'αυτούς που μάτωσαν για να το αναστήσουν. Πήγες, ήρθες, ξαναέφυγες, χωρίς ποτέ να καταφέρεις να δημιουργήσεις ένα σπίτι. Ίσως το σπίτι σου να είναι η μουσική σου, με την ειλικρίνεια, τη νοημοσύνη και την ομορφιά της, μια μουσική που δεν γνωρίζω καλά μα δεν μπορώ να φανταστώ διαφορετική από σένα. Ναι, η πατρίδα σου είναι η τέχνη σου, και γι'αυτό θα συνεχίσεις να ζεις σε αυτήν την αόριστη, γερασμένη πόλη, να ξυπνάς το πρωί για να διατελέσεις καθήκοντα που σε υποτιμούν, να ακουμπάς το κεφάλι σου σε ξένους καναπέδες μετά από μεταμεσονύκτιες συνθέσεις.

Μακάρι να σε είχε δημιουργήσει η φαντασία μου― ίσως τότε να σε καταλάβαινα, να προλάβαινα να σε γνωρίσω. Στην πραγματικότητα, είσαι πολύ πιο χρωματιστός από οτιδήποτε θα μπορούσα να οραματιστώ, ένας από εκείνους τους ανθρώπους που σπάνια γνωρίζει κανείς, που υπάρχουν ανάμεσα στην καθημερινότητα και το όνειρο, που είναι πιο αληθινοί από ποτέ όταν εμφανίζονται από το πουθενά τις πρώτες ώρες τις ημέρας για να μου διαβάσουν κάποιο ποιήμα και να με ρωτήσουν γιατί γράφω. Την ευκαρία την έχασα― δεν θα σε μάθω. Ύστερα σκέφτομαι, βέβαια, πώς δεν είσαι κάποια μισοτελειωμένη καρικατούρα που αποθηκεύω στα αρχεία του υπολογιστή μου. Είσαι πέρα ως πέρα αληθινός, πιό αληθινός από την πλειοψηφία των ανθρώπων που συνθέτουν τις μέρες μου. Ίσως η ευκαιρία να ήταν εξαρχής χαμένη· ίσως να μην σε γνώριζα ποτέ, όσο χρόνο κι αν είχα μαζί σου.

Αναρωτιέμαι που θα βρεθείς τα επόμενα χρόνια, αναρωτιέμαι ποιές είναι οι απόψεις σου πάνω σε χίλια δυό θέματα για τα οποία δεν πρόλαβα να σε ρωτήσω. Ίσως σε πετύχω, με κοντά πλέον μαλλιά, όταν θα μιλάω καλά Ρώσικα, όταν θα παλεύω για μια δημοσίευση και θα έχω βαρεθεί να διδάσκω τον past perfect σε παιδάκια. Όχι στη Νέα Υόρκη― ίσως στο Παρίσι ή την Κωνσταντινούπολη, γιατί μου αρέσει τα ρομαντικά σενάρια που ονειρεύομαι για σένα να περιέχουν κάποιο καλό σημάδι και για το δικό μου μέλλον. Θα παίζεις σε κάποιο μπαράκι τόσο μικρό που θα μπορούσες να το προσπεράσεις χωρίς να το δεις, με πρόσοψη καλυμμένη με χρωματιστά γκραφίτι και το πεζοδρόμιο απ'έξω λερωμένο απ' τους λεκέδες γενεών ολόκληρων. Χώρος υπάρχει ίσα-ίσα για δυό τσίγκινα τραπέζια και πέντε σειρές καρέκλες· το υπόλοιπο είναι σκηνή, όπου θα μας εξαπλώσεις την τέχνη σου, το αποτέλεσμα χρόνων ανίας σε κείνο το γραφείο και μεταμεσονύκτιας μοναχικής ανησυχίας. Δεν θα δίνεις μια για τον θαυμασμό μας, και καθισμένος αντίκρυ μας, σαν αντιμέτωπος με δικαστήριο, θα σκύψεις το κεφάλι και θα ξετυλίξεις τις αλήθειες σου.  Οι νότες σου θα μπερδευτούν με τις κόρνες παρερχόμενων αυτοκινήτων και τις χυδαιότητες κάποιας γυναίκας που καπνίζει ανενόχλητη, ακουμπισμένη στο γκραφίτι της πρόσοψης. Κι όμως, εσύ θα τους μείνεις πειστός, επιμένοντας σ'αυτά για τα οποία κόπιασες.

Αργότερα, θα συζητήσουμε για εκείνο τον καφέ που ήπιαμε τον Δεκέμβριο που πέρασε, πιστεύοντας πώς ήταν η τελευταία φορά που συναντιόμαστε, την εκπομπή που δεν προλάβαμε να κάνουμε, και εκείνο το ποιήμα του Μπόρχες. Αλλά ποιός ξέρει; Ίσως μιλήσουμε για βαρετές δουλειές γραφείου σε κάποιο δρόμο παράλληλο στο Prospect Park· ίσως δεν μιλήσουμε καθόλου. Ίσως πιώ μόνη μου ένα καφέ, αναπολώντας τον φιλοσοφημένα αόριστο χαρακτήρα που σου επέβαλλα χωρίς να προσπαθήσω να καταλάβω τις ιδιορρυθμίες σου, τις παραξενιές χωρίς βαθύτερο νόημα, που ήταν απλά αυτές με τις οποίες γεννήθηκες. Ίσως ξαναδιαβάσω μόνη μου εκείνο το ποιήμα, βλέποντάς το με τα μάτια που το είδες κι εσύ τότε, και σταματήσω επιτέλους να σε θεωρώ ένα μυστήριο που διασταυρώθηκε κάποτε μαζί μου, του οποίου η ομορφιά έγκειται στην αδυναμία μου να το λύσω.  Ίσως, επιτέλους, καταλάβω γιατί γράφω για σένα σε μια γλώσσα που δεν γνωρίζεις, που δεν θα μπορέσεις ποτέ να διαβάσεις, γιατί αναφέρομαι σε σένα χρησιμοποιώντας τις μουσικές σου ικανότητες αντί του ονόματός σου. Και ίσως συμφιλιωθώ με το γεγονός ότι δεν είσαι μοναδικός: το πραγματικό αγόρι με το φλάουτο συνυπάρχει αρμονικά με την ημι-φανταστική προβολή που δημιούργησα και που, εντέλει, μαρτυρά περισσότερα για μένα παρότι γι'αυτόν.

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Alaa Al Aswany

Ένας λογοτέχνης πρέπει να ζει στην κοινωνία για την οποία γράφει, μου λέει ο Al Aswany μέσα από τις σελίδες του περιοδικού μου. Ένας λογοτέχνης πρέπει να ασχολείται με τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της εποχής του. Να κάνει ό,τι μπορεί για να τα αλλάξει. Να καταπιάνεται με την κοινωνία του, να τη βάζει κάτω από μικροσκόπιο, να επανεξετάζει τις ιδιαιτερότητές της, να προσπαθεί να καταλάβει εκείνες αλλά και τον εαυτό του μέσα απ'αυτές. Καζαντζάκης, Μαχφούζ, Παμούκ, μάστορες της περιγραφής ενός κόσμου συνάμα μαγευτικού και προβληματικού, ενός τόπου τους δρόμους του οποίου έχουν περπατήσει ξανά και ξανά και ξανά. Κάποιοι τους έφυγαν― σε Γερμανίες, σε Αμερικές, σε Αγγλίες― για να ξαναγυρίσουν σε μισητές δικτατορίες που τόσο τους πόνεσαν. Η γραφή τους συνδέθηκε με κάποιο τόπο· χωρίς αυτόν δεν είχε πια νόημα.

Πριν 5 χρόνια, στην Αμερική, είχα δώσει την μοναδική μου Αγγλική ιστορία προς σχολιασμό. Άρεσε σε όλους― και στον καθηγητή. Δεν ήξεραν όμως που διαδραματιζόταν. Τι ήταν αυτός ο μυστήριος τόπος, Ελλάδα ή Αμερική; Το ερώτημα έμενε αναπάντητο, η ιστορία ατελής.

Τότε δεν είχα καταλάβει. Γελούσα μαζί τους,γιατί δεν είχαν καταφέρει να δουν πίσω από μια προσεκτικά αόριστη τοποθεσία. Τώρα μεγάλωσα κάπως, ωρίμασα λίγο― και γελάω με τον εαυτό μου.


Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

Haremlik

Τελικά τη λύση την έδωσαν ένα λιμάνι, μερικά περιστέρια, κι ένα κανονάκι, μες στης πόλης τ'ακρογιάλι, μες τη σιγαλιά. Νοσταλγικά.



Κόμπος

Λέξεις που έσβησα, ιστορίες που τσαλάκωσα και καταδίκασα στην εξορία του πατώματος. Προτάσεις που δεν μπορώ να δαμάσω καλά-καλά μέσα στο μυαλό μου, που απλώνω στο χαρτί μου μονάχα για να διαπιστώσω πόσο ξένες μου είναι. Σύγχηση εντός κι εκτός. Γλώσσες που θα ήθελα να μιλώ, γλώσσες που μιλώ μα δεν ελέγχω, κείμενα που θα ήθελα να γράψω, κείμενα που ξεκίνησα να γράφω και λησμόνησα· παντού ευκαιρίες που έχασα πριν καλά-καλά διαπιστώσω ότι είχα. Κόμπος από ενδιαφέροντα, από προσδοκίες κι  ελπίδες.

Έγραψα σε κάποια φίλη: <<Λέω να μετακομίσω Κωνσταντινούπολη και να γίνω σερβιτόρα να τελειώνουμε.>> Δεν ξέρω γιατί, μα η σκέψη αυτή δεν με τρόμαζε. Εκεί, σ'εκείνη την πόλη με τις χίλιες ταυτότητες, σ'εκείνη την πόλη που υπαγόρευσε τις μελλοντικές εθνικές συνειδήσεις που η έρευνά μου θα ξεθάψει, στην πόλη που εθνικότητα, φυλή, θρησκεία και γλώσσα δένουν έναν κόμπο σφιχτότερο κι από τον Γόρδιο Δεσμό, σ'εκείνη την πόλη δεν τρόμαζα να πάω. Κι ύστερα στην άλλη πόλη, βαθιά μέσα στα Βαλκάνια, εκεί που σκέφτηκα να ξεφύγω για ένα καλοκαίρι και να θαφτώ στα αρχεία― ούτε εκεί φοβόμουν να βρεθώ. 


Εθνότητες, εθνικότητες, μειονότητες, ταυτότητες: μπλέκονται μεταξύ τους,  ακυρώνουν η μια την άλλη,  αναστατώνονται, παραμερίζουν κάνοντας χώρο στους εισβολείς. Αρχεία ιστοριών, μύθων, παραδόσεων, πιστοιποιητικά γάμων, βαπτίσεων, αλλαγές Μουσουλμανικών ονομάτων σε "αγνά" Βουλγάρικα κι Ελληνικά. Η σκιά μιας μητρόπολης χαμένης, ξεκομμένης, αιωνίως παρούσας· μια παρεξηγημένη γωνιά του κόσμου, όπου η ιστορία δεν πεθαίνει ποτέ, μα γίνεται άπιαστο όνειρο, γίνεται εφιάλτης και στοιχειώνει. Εκεί όπου ένας ολόκληρος κόσμος παλεύει να ανακτήσει και να επαναορίσει την χαμένη, μπασταρδεμένη, παρεξηγημένη ταυτότητά του· εκεί θα χάσω κι εγώ επιτέλους τη δική μου. Χωρίς ενοχές. Κι ίσως― ίσως― ο διπλός χαμός φέρει μια ανάκτηση.

Ο φιλόσοφος

AVT TACE AVT LOQVERE MELIORA SILENTIO*

Ο κύριος φιλόσοφος κρέμεται από το ταβάνι από μια μαύρη αλυσίδα. Η ταπετσαρία πίσω του είναι βαθυκόκκινη, στο χρώμα του κρασιού που λίγα δωμάτια παραπέρα μεθά τους αμαρτωλούς σάτυρους. Ο κύριος φιλόσοφος δεν μιλά― πιστεύει στην δύναμη της σιωπής. Πιστεύει σ'αυτήν τόσο, ώστε να μην αρθρώνει καν την άποψη αυτή· γιατί να το κάνει, άλλωστε, όταν μπορεί να το γράψει; Ο κύριος φιλόσοφος είναι στοϊκός. Κατακρίνει όποιον λόγο τολμά να σπιλώσει την παντοδύναμη σιγή.

Με μπερδεύετε, κύριε φιλόσοφε. Η παροιμία σας φαντάζει σοφή· γιατί λοιπόν παραμένετε σιωπηλός, με τα χείλη σφραγισμένα; Γιατί διαλέγετε την επιγραφή; Γιατί κρέμεστε μπροστά από την πολύτιμη ταπετσαρία, στηριγμένος σε κάποιο αόρατο καρφί μπηγμένο βαθιά στο χρυσό μπαρόκ ταβάνι;

Είμαι θυμωμένη μαζί σας, κύριε φιλόσοφε. Τα λόγια σας είναι όμορφα, πώς όμως να τα εφαρμόσω όταν εσείς ο ίδιος τα παραβλέπετε;

Με μπερδεύετε, κύριε φιλόσοφε. Με αφήνετε ανήμπορη― ανίκανη.

 *Be silent, unless what you have to say is better than silence

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

3 πμ, κάπου στην Αγγλική εξοχή

Κάτι τέτοιες ώρες βγαίνουμε για αυθόρμητους περιπάτους με το αίμα να σφυροκοπάει στα μηλίγγια. Ένα μισάωρο για να σπάσει η ασχήμια της ρουτίνας, να μετριαστεί ο πόνος των υποχρεώσεων που μας τραβάνε μακριά από τα όμορφα.

Στο δρόμο ακούγονται μόνο τα βήματα και το γέλιο μας. Étude aux chemins de fer, ίχνη τεχνολογίας. Το φως ελάχιστο και τα χρώματα λίγα: σκούρο μπλε, πράσινο, και γκρίζο, πολύ γκρίζο. Ό,τι καταφέρνει να ξεχωρίσει λούζεται με ένα στρώμα πάχνη, που μας διαπερνά, που δίνει στη σκηνή μια απόκοσμη, αινιγματική θαμπάδα. Δυσκολεύομαι να καταλάβω τι είναι αληθινό και τι κατασκεύασμα της φαντασίας μου, τι είναι εκεί και τι όχι, ποιά η απόστασή μου από την επόμενη λάμπα. Ακολουθούμε τον δρόμο που έρπεται γύρω από το άλσος, πλαισιωμένος από καφέ, πράσινες, και γκρίζες θολούρες― δέντρα, σπίτια, ενίοτε και κάποιο περαστικό ποδήλατο. Με τα μαλλιά βρεγμένα από την υγρασία, συνεχίζουμε χωρίς να ξέρουμε που ακριβώς βρισκόμαστε, χωρίς να μπορούμε να κατονομάσουμε τις αχνές σιλουέτες που διαγράφονται γύρω μας.

Αργότερα, κοντά στο ξημέρωμα, όταν όλοι οι ήχοι έξω έχουν πια πεθάνει, ξαπλώνουμε δίπλα-δίπλα στο τσαλακωμένο σεντόνι. Οι σούστες που τρυπούν την πλάτη μου συνθέτουν ένα παρόν απτό, ένα παρόν αδιαφιλονίκητα πραγματικό― μα, πριν μερικές μόλις ώρες βρισκόμουν σ'εκείνη την παράξενη χώρα, στον αλλόκοτο κόσμο της πάχνης! Πάνω στο φτηνό εκείνο στρώμα, εκεί που η ανάσα σου αποτελεί το μόνο σημείο ζωής έξω από τις σκέψεις μου, φέρνω στο νου μου τα μεγάλα ερωτήματα που προσπαθώ να καταλάβω καθισμένη σε σκληρά ξύλινα έδρανα τις ώρες που ο κόσμος γύρω μου ξαναζωντανεύει― ιστορία, χρόνος, πραγματικότητα. Υψώνομαι πάνω από τη στιγμή· κάπου, νιώθω τον Μαγιακόφσκι να συνθέτει ξαπλωμένος κάποιο ποιήμα

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

Little Men

"For those who live in extraordinary times, normal life becomes a luxury"*

Για να μου θυμίζει τη θέση μου.



*Fitzpatrick, Sheila. Everyday Stalinism: Ordinary Life in Extraordinary Times. Cary, NC, USA: Oxford University Press, 1991, 1.

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Ανιαρή αλήθεια

Ήθελα να γράψω κάτι σοφό, απαισιόδοξο, όμορφο. Ήθελα να είναι γεμάτο νόημα, να είναι κάτι που εγώ η ίδια θα διάβαζα, παγερό σαν καθρέφτης, οξύ. Θα ξεκινούσα απλά, εξιστορώντας πώς πέρασα την μέρα μου πριν ακριβώς ένα χρόνο. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς έκανα, με ποιούς μίλησα και τι είπα, αλλά θα ένωνα τα κομμάτια του παζλ και θα μάθαινα: μερικά θα σχηματίζονταν μέσα από τις μισοτελειωμένες αναρτήσεις του μπλογκ, μερικά από τις ηλεκτρονικές σελίδες του ημερολογίου που έχω στον υπολογιστή και κάτι σκονισμένες αναμνήσεις φαινομενικά ασήμαντων στιγμών. Τα υπόλοιπα λευκά σημεία θα τα χρωμάτιζε η φαντασία μου με τους μαρκαδόρους της― γιατί στο κάτω-κάτω έτσι φτιάχνονται οι ιστορίες. Θα έγραφα: <ξύπνησα στις 12, χωρίς ξυπνητήρι αλλά κουρασμένη. Το προηγούμενο βράδι είχα ξενυχτήσει.> Η μέρα που θα εξιστορούσα θα ήταν σίγουρα γεμάτη ακαδημαϊκές υποχρεώσεις, ηλεκτρονικά <σ'αγαπώ> , καφέδες, βιαστικές κουβέντες με τον Γ. για τα όσα μας περίμεναν στην άλλη όχθη της Αμερικής την επόμενη εβδομάδα.

Θα δημιουργούσα αυτή την μέρα με τα τόσα λίγα αξιόλογα στοιχεία για να φτάσω στη σημερινή. Θα άφηνα το παρελθόν μου να κοιτάξει στον καθρέφτη του παρόντος μου, θα το ταρακουνούσα και θα φώναζα <τι έμαθες;> Θα μιλούσα για τον Μάρτιο του 2012, που με βρίσκει γεμάτη φόβο για ένα μέλλον που προσπαθώ να δημιουργήσω για να προστατεύσω τον εαυτό μου. Θα περιέγραφα ατελείωτες ώρες μπροστά από την οθόνη μου, γράφοντας αιτήσεις για δουλειές αντί για εκθέσεις αυτή τη φορά. Θα έβγαινα στο δρόμο με τα ακουστικά στα αυτιά μου, τις τελευταίες ειδήσεις στο μυαλό μου, και τον τρόμο στην ψυχή μου― θα πνιγόμουν από μια αδικία που μόνο όσοι ζουν από κοντά αυτήν την κρίση φαίνεται να νιώθουν. Θα συμπέραινα ότι μεγάλωσα πια, ότι έχω ευθύνη, και πως την ευθύνη αυτή τη νιώθω βαθιά μέσα μου.

Άρχισα να ψάχνω στο πατάρι του διαδικτύου για τα εργαλεία μου. Τα προσεκτικά δομημένα συμπεράσματά μου, όσο ψευδή κι αν ηχούσαν, μπορούσα να βιδωθούν προσεκτικά μεταξύ τους, ώστε να δημιουργήσουν την τέλεια ψευδαίσθηση― μια αναληθή ιστορία ωριμότητας. Αν έκοβα, βίδωνα και σφυροκοπούσα τη ζωή μου αρκετά, ίσως κατάφερνα να της δώσω ένα οποιοδήποτε <τέλος>, γιατί έτσι μου μαθαίνουν οι φιλόσοφοι που κατά καιρούς διαβάζω.

Έτυχε όμως μέσα στα σκοτάδια του παταριού μου να πιάσω το παρακάτω πριν προφτάσω τα ψηλαφήσω τα <συγγραφικά> μου εργαλεία:












Θυμήθηκα ότι τον κύριο της φωτογραφίας τον λένε Γκανγκστερ. Έφτασε στο ράντζο χτυπημένος, έχοντας διασωθεί από βέβαιη ευθανασία, καθώς δεν μπορεί πια να τρέξει. Όταν τα υπόλοιπα άλογα βγαίνουν για τρέξιμο, αυτός μένει μέσα στο παχνί του, γιατί η ζήλεια του τον αναγκάζει να τρέχει πίσω τους, βάζοντας σε κίνδυνο το ήδη ευαίσθητο πόδι του.

Η φωτογραφία τραβήχτηκε περίπου μια βδομάδα μετά την μέρα που προσπαθούσα να αναδημιουργήσω. Σε αντίθεση με την Κυριακή 6 Μαρτίου 2011, απεικονίζει μια μέρα που θυμάμαι καλά. Το τοπίο γύρω μου ήταν ξένο, άγριο, σχεδόν εξωπραγματικό. Εκεί ο χρόνος σταματούσε· τίποτα δεν ήταν γνώριμο και τίποτα δεν φαινόταν αληθινό. Οι έγνοιες που με τυρράνησαν όλο τον υπόλοιπο χρόνο δεν υπήρχαν― πώς να επιζήσουν σε ένα μέρος που δεν είχε κανένα από τα στοιχεία του κόσμου της κρίσεως;

Εκείνη η μέρα δεν είχε κανένα από τα στοιχεία της υποτιθέμενης ωριμότητας που κέρδισα στον χρόνο που έχει μεσολαβήσει, όμως ήταν μια μέρα που θυμάμαι με αγάπη και νοσταλγία. Και η αλήθεια είναι ότι το καλούπι στο οποίο προσπαθώ να χωρέσω την πορεία μου τον τελευταίο χρόνο με στενεύει― το <τέλος> που προσπαθώ να δημιουργήσω είναι ελλιπές και ψεύτικο, κάτι που δίνει στη ζωή μου την υφή ενός ακόμα cover letter στο οποίο προσπαθώ να πουλήσω τον εαυτό μου. Ξέρω ποιές είναι οι ευθύνες μου, ζω με ένα καθημερινό σετ από ανησυχίες και πίκρες. Αλλά ταυτόχρονα αναρωτιέμαι: πόσο ανώριμο είναι να καυχιέμαι για την επιτυχημένη, σταθερή και γεμάτη στόχους πορεία μιας ζωής 21 χρόνων;

Παράλογη ζωή. Πίνω μια γουλιά από τον καφέ μου κι ετοιμάζομαι να επιστρέψω σε βιογραφικά κι αιτήσεις. Ο χρόνος αυτός με έκανε πιο ρεαλίστρια. Στέκομαι για λίγο σε ένα Καλιφορνέζικο απόγευμα, κι απλώνω το χέρι για να χαϊδέψω ένα καφετί άλογο.

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

Επιστροφή...

... σε αυτή την ήπειρο. Σε κάποιον που για πρώτη φορά θα με δει να επιστρέφω και θα με ακολουθήσει όταν ξαναφύγω. Στο σημείο 0, όπου δεν ξέρεις κανέναν και τίποτα, όπου βγαίνεις εκτός έδρας, όπου μπερδεύεις τον εαυτό σου ακόμα περισσότερο όταν αποτολμήσεις να χρησιμοποιήσεις τη φράση "σπίτι". Στην ανασφάλεια που μου προσφέρει το καινούργιο, που με γυρνάει τρία χρόνια πίσω. Στον ελεύθερο χρόνο. Στην λογοτεχνία που είναι τουλάχιστον 300 χρόνων, στη δημοσιογραφία. Στο γράψιμο. Στη νοσταλγία. Επιστροφή στις ανακαλύψεις.

Θυμάμαι ένα κρύο απόγευμα του Νοεμβρίου, που με βρήκε αντιμέτωπη με τον Νεοϋορκέζικο αέρα, που διασχίζει δρόμους, λεωφόρους και ποτάμια απλά και μόνο για να σε διαπεράσει. Κάθομαι σε ένα πεζούλι δίπλα στην Ρ. που τινάζει απαλά τη στάχτη της. Ο αέρας και το σκοτάδι τους σπρώχνουν όλους στις κρυψώνες τους· οι τελευταίοι περαστικοί της μέρας, επιστρέφοντας από τις δουλειές τους, εξαφανίζονται σιγά-σιγά μαζί με το φως, ανοίγοντας το δρόμο σε ζευγαράκια που κατευθύνονται προς Ταϋλενδέζικα εστιατόρια, παρέες που αναζητούν το βραδινό τους αλκοόλ, εργαζόμενους deli που πουλούν το εν λόγω αλκοολ σε ανήλικους, τον γνωστό και μη εξαιρετέο free rap ποιητή της Amsterdam Avenue, και την καπνίστρια που αγνοεί το κρύο για να απολαύσει ένα τελευταίο τσιγάρο πριν ανοίξει τα βιβλία της. Η καπνίστρια και η φίλη της κάθονται στο πεζούλι έξω από μια πολυκατοικία.

Μισώ τα τσιγάρα, αγαπώ όμως τους καπνιστές, κυρίως γιατί κάτι τέτοιες μίνι συζητήσεις μου επέτρεψαν ενίοτε να γνωρίσω καλύτερα όχι μόνο μερικά από τα άτομα που αγαπώ περισσότερο, αλλά και εμένα. Κάτι τέτοιες στιγμές, σύντομες λόγω κρύου και βιασύνης, μου επιτρέπουν να αφήσω στην άκρη τις φλύαρες περιγραφές μου και με αναγκάζουν να στριμώξω τους φόβους μου σε δύο προτάσεις. Και η Ρ., στις λίγες στιγμές μου μεσολαβούν ανάμεσα στην εισπνοή και την εκπνοή του καπνού της, έχει καταφέρει να φτιάξει μια πρόταση απλή και απέριττη, μια πρόταση που με φέρνει αντιμέτωπη με μένα, με αυτό που πραγματικά θέλω, επιθυμίες που κρύβονται διστακτικά πίσω από υψηλές, γυαλιστερές προσδοκίες. "Κάνε επιτέλους, έστω για ένα εξάμηνο, τον εαυτό σου ανυπέρβλητα ευτυχισμένο".

Μεγάλη ανακάλυψη: θέλω όντως να το κάνω αυτό. Επιστροφή στην Ευρώπη λοιπόν, για περαιτέρω ανακαλύψεις. Λονδίνο, και κυρίως: αυτό το εξάμηνο ελευθερίας, να μην ξεχάσω να ανακαλύψω τι με κάνει ανυπέρβλητα ευτυχισμένη.

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

It was one of the consequences of the politicization of daily life and the undermining of the boundary between the public and the private sphere. By transforming daily life problems into political issues (arguing, for example, that rationing was not just a problem of bread but the result of the occupiers' plundering), the resistance gave it an ambivalent status. The home was both a sanctuary where it was possible to forget the cruelty of war and a space opened up by the strains and stresses of the war and occupation.

Tebinka, Jacek and Wieviorka, Olivier. "Resisters," in Surviving Hitler and Mussolini: Daily Life in Occupied Europe ed. Robert Gildea, Olivier Wieviorka and Anette Warring (Oxford: Berg, 2006), 164.