Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

3 πμ, κάπου στην Αγγλική εξοχή

Κάτι τέτοιες ώρες βγαίνουμε για αυθόρμητους περιπάτους με το αίμα να σφυροκοπάει στα μηλίγγια. Ένα μισάωρο για να σπάσει η ασχήμια της ρουτίνας, να μετριαστεί ο πόνος των υποχρεώσεων που μας τραβάνε μακριά από τα όμορφα.

Στο δρόμο ακούγονται μόνο τα βήματα και το γέλιο μας. Étude aux chemins de fer, ίχνη τεχνολογίας. Το φως ελάχιστο και τα χρώματα λίγα: σκούρο μπλε, πράσινο, και γκρίζο, πολύ γκρίζο. Ό,τι καταφέρνει να ξεχωρίσει λούζεται με ένα στρώμα πάχνη, που μας διαπερνά, που δίνει στη σκηνή μια απόκοσμη, αινιγματική θαμπάδα. Δυσκολεύομαι να καταλάβω τι είναι αληθινό και τι κατασκεύασμα της φαντασίας μου, τι είναι εκεί και τι όχι, ποιά η απόστασή μου από την επόμενη λάμπα. Ακολουθούμε τον δρόμο που έρπεται γύρω από το άλσος, πλαισιωμένος από καφέ, πράσινες, και γκρίζες θολούρες― δέντρα, σπίτια, ενίοτε και κάποιο περαστικό ποδήλατο. Με τα μαλλιά βρεγμένα από την υγρασία, συνεχίζουμε χωρίς να ξέρουμε που ακριβώς βρισκόμαστε, χωρίς να μπορούμε να κατονομάσουμε τις αχνές σιλουέτες που διαγράφονται γύρω μας.

Αργότερα, κοντά στο ξημέρωμα, όταν όλοι οι ήχοι έξω έχουν πια πεθάνει, ξαπλώνουμε δίπλα-δίπλα στο τσαλακωμένο σεντόνι. Οι σούστες που τρυπούν την πλάτη μου συνθέτουν ένα παρόν απτό, ένα παρόν αδιαφιλονίκητα πραγματικό― μα, πριν μερικές μόλις ώρες βρισκόμουν σ'εκείνη την παράξενη χώρα, στον αλλόκοτο κόσμο της πάχνης! Πάνω στο φτηνό εκείνο στρώμα, εκεί που η ανάσα σου αποτελεί το μόνο σημείο ζωής έξω από τις σκέψεις μου, φέρνω στο νου μου τα μεγάλα ερωτήματα που προσπαθώ να καταλάβω καθισμένη σε σκληρά ξύλινα έδρανα τις ώρες που ο κόσμος γύρω μου ξαναζωντανεύει― ιστορία, χρόνος, πραγματικότητα. Υψώνομαι πάνω από τη στιγμή· κάπου, νιώθω τον Μαγιακόφσκι να συνθέτει ξαπλωμένος κάποιο ποιήμα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου