Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

Μέρες Ιούνη

-Αννούλα! Αννούουουουλαααα!
Δίπλα μου μένουν δυό γιαγιάδες. Τα σπίτια τους είναι ξεχωριστά, η τεράστια πίσω αυλή τους όμως είναι κοινή και γεμάτη παρτέρια, γλάστρες, λαχανικά και καρέκλες ξεφτισμένες απ'τον ήλιο. Πριν μερικά χρόνια, τα καλοκαιρινά απογεύματα τις έβλεπες σε ένα τραπέζι ακριβώς στο κέντρο της αυλής, μαζί με τους άντρες τους. Κάποιες φορές τους τριγύριζαν τα εγγόνια τους, που μένουν θαρρώ σε κάποια άλλη πόλη· άλλοτε ήταν οι τέσσερις τους, μια τρελοπαρέα περασμένης ηλικίας που απολάμβανε την απογευματινή δροσιά με μια ευχαρίστηση εφάμιλλη, ίσως και μεγαλύτερη, της δικής μας όταν μαζευόμαστε τις  μεταμεσονύκτιες ώρες γύρω από ένα καραφάκι κρασί. Μου άρεσε η μικρή αυτή συμμορία, μου άρεσε το εγκάρδιο υποκοριστικό "Αννούλα" αντί για το δικό μου "κυρία Άννα",  βαρύ από τυπικότητες και ασήμαντες ευγένειες.

Ξαφνικά, ένα καλοκαίρι, η συμμορία τους έχασε ένα μέλος, ύστερα άλλο ένα. Η γωνιά του δρόμου γέμισε στεφάνια, στολισμένα εκείνες τις απρόσωπες τυπικότητες που οι δυό φίλες παρακάμπτουν εδώ και χρόνια με ένα απλό "Αννούλα". Οι στήλοι της ΔΕΗ επικαλύφθηκαν με πολλαπλά αγγελτήρια κηδειών και μνημοσύνων, τα εγγόνια προσήλθαν ντυμένα στα μαύρα και οι γονείς έβαλαν τα δυνατά τους προσπαθώντας να τους εξηγήσουν γιατί εκείνη τη μέρα απαγορευόταν να τρέχουν στον κήπο. Οι δύο φιλενάδες έμειναν μόνες· τα λουλούδια διατηρήθηκαν παρόλο που τα απογεύματα στον τεράστιο κήπο μειώθηκαν.

Ενίοτε, όταν κάθομαι στο μπροστινό μου μπαλκόνι , η Αννούλα βγαίνει στη βεράντα της για να γνέψει στην μια εκ των τριών αδελφών που ζουν  απέναντι. "Μαιρούλαααα! Μαιρούλαααα!" Η Μαιρούλα είναι η μεσαία αδελφή· ζει στον δεύτερο με την Αθηνούλα, την μεγαλύτερη. "Καλησπέρα Αννούλα! Τι κάνεις; Πότε θα έρθουν τα παιδιά;"

Δεν τις έχω ακούσει ποτέ να συζητούν κάτι εκτός των παιδιών τους ή της καθημερινότητάς τους. Τις έχω ακούσει να γελάνε, να κουτσομπολεύουν, να μιλούν για την υγεία τους, να τινάζουν χαλιά, να ποτίζουν γλάστρες και να βλέπουν Τούρκικες σαπουνόπερες. Ταΐζουν γάτες, απλώνουν ρούχα και πασπατεύουν μωρά. Όσο περνούν τα χρόνια βαδίζουν όλο και πιο σκυφτά, μα συνεχίζουν την δια-μπαλκονική συζήτηση, για θέματα μικρά, προσωπικά, σημαντικά. Ακούγοντάς τες νιώθω μια παράξενη, ευαίσθητη γαλήνη που δεν γνωρίζει εποχή. Οι συζητήσεις τους επαναλαμβάνονται γλυκά εδώ και μια δεκαετία, αγνοώντας κοινωνιοπολιτικά ζητήματα, την οικονομία, όλα εκείνα τα σημαντικά που θα μπορούσαν να διαρρηγνύουν την γαλήνη της γειτονιάς. Η γειτονιά είναι ο συλλογικός μας κόσμος: αρχίζει στην τετραόροφη πολυκατοικία της κυρίας Ελευθερίας και τελειώνει στο τέλος του δρόμου, λίγο μετά το Ουζερί που το βράδι συνοδεύει την τηλεόραση της Μαιρούλας με το μπουζούκι και το ντέφι του. Τουτέστιν, είναι ασφαλισμένη ενάντια σε μνημόνια και αλλαγές κυβερνήσεων· γνωρίζει μόνο καύσωνες, οικογενειακά προβλήματα, τηλεοπτικά προγράμματα. Η Θεσσαλονίκη αυτή μοιάζει σχεδόν αιώνια, στάσιμη: βουβαίνεται μετά το μεσημεριανό γεύμα και ξυπνά το απόγευμα για να νιώσει το δροσερό αεράκι και να διώξει ενοχλημένη τα κουνούπια από πάνω της. Καθισμένη στο μπαλκόνι, όπως και τώρα, ακούγοντας τα παιδιά που παίζουν κρυφτό στο δρόμο, νιώθω έτοιμη να συνδιαλεχτώ με τις γειτόνισσές μου. Η τηλεόραση είναι κλειστή και η εφημερίδα απλωμένη κάτω από το τραπεζάκι του σαλονιού· ο δρόμος μου είναι γεμάτος αυτόνομη ζωντάνια, μια συλλογική δραστηριότητα που μου φαίνεται αέναη, ανίκητη.
                                                                                *
Ύστερα, έρχεται το πρωί. Σηκώνομαι, κατευθύνομαι προς το δημοτικό σχολείο της γειτονιάς με την ταυτότητα ανα χείρας. Στρίβοντας τη γωνία, λίγο μετά το ουζερί, τα γκραφίτι δεσπόζουν στους τοίχους: "Έξω η τρόικα". Η μέρα είναι ζεστή και αποπνικτική· ελληνικό καλοκαίρι. Στο δημοτικό βλέπω ουρές έξω από τις αίθουσες, αστυνομικούς στις πόρτες: 120ό εκλογικό τμήμα. Η εκπρόσωπος των Ανεξάρτητων Ελλήνων με ψηλά τακούνια, έντονο μακιγιάζ και κόμμωση προσεκτικά επιμελημένη με λακ· ο εκπρόσωπος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α με αθλητικά παπούτσια και τζιν. Στο σχολείο αυτό ψηφίζουν η Αννούλα και η Μαιρούλα. Δεν τις έχω δει ποτέ μακριά από τα μπαλκόνια τους, και κάθε προσπάθεια να τις φανταστώ εδώ ναυαγεί: για μένα, είναι εκπρόσωποι μιας άλλης πραγματικότητας, μιας γειτονιάς που δεν γνωρίζει κυβερνήσεις και νομίσματα. Σύγχυση. Η γειτονιά ψηφίζει. Μπαίνω πίσω από την κουρτίνα, αγνοώντας τον παππού που μοιάζει τόσο με τον μακαρίτη άντρα της Αννούλας.

Επιστρέφοντας, βλέπω την κυρία Μαίρη στο μπαλκόνι της. Ποιά είναι η σύνταξή της, άραγε; Το σίγουρο είναι πώς δεν θα την συζητήσει με τους γείτονές της. Τα δυσάρεστα είναι ιδιωτικά, διαδραματίζονται πίσω από διπλά τζάμια και μισόκλειστα παραθυρόφυλλα. Η ζέστη όμως του απογεύματος, η βαριά, υγρή ατμόσφαιρα με σπρώχνουν στο μπαλκόνι, την ώρα που το ρολόι μου δείχνει 7μμ.

5 σχόλια:

  1. Μου θυμισε τη γιαγια μου την αννουλα. Ολα ίδια μέχρι την Τρίτη παράγραφο. Ειναι νοσταλγικό.. Μ αρέσει :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή