Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Alaa Al Aswany

Ένας λογοτέχνης πρέπει να ζει στην κοινωνία για την οποία γράφει, μου λέει ο Al Aswany μέσα από τις σελίδες του περιοδικού μου. Ένας λογοτέχνης πρέπει να ασχολείται με τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της εποχής του. Να κάνει ό,τι μπορεί για να τα αλλάξει. Να καταπιάνεται με την κοινωνία του, να τη βάζει κάτω από μικροσκόπιο, να επανεξετάζει τις ιδιαιτερότητές της, να προσπαθεί να καταλάβει εκείνες αλλά και τον εαυτό του μέσα απ'αυτές. Καζαντζάκης, Μαχφούζ, Παμούκ, μάστορες της περιγραφής ενός κόσμου συνάμα μαγευτικού και προβληματικού, ενός τόπου τους δρόμους του οποίου έχουν περπατήσει ξανά και ξανά και ξανά. Κάποιοι τους έφυγαν― σε Γερμανίες, σε Αμερικές, σε Αγγλίες― για να ξαναγυρίσουν σε μισητές δικτατορίες που τόσο τους πόνεσαν. Η γραφή τους συνδέθηκε με κάποιο τόπο· χωρίς αυτόν δεν είχε πια νόημα.

Πριν 5 χρόνια, στην Αμερική, είχα δώσει την μοναδική μου Αγγλική ιστορία προς σχολιασμό. Άρεσε σε όλους― και στον καθηγητή. Δεν ήξεραν όμως που διαδραματιζόταν. Τι ήταν αυτός ο μυστήριος τόπος, Ελλάδα ή Αμερική; Το ερώτημα έμενε αναπάντητο, η ιστορία ατελής.

Τότε δεν είχα καταλάβει. Γελούσα μαζί τους,γιατί δεν είχαν καταφέρει να δουν πίσω από μια προσεκτικά αόριστη τοποθεσία. Τώρα μεγάλωσα κάπως, ωρίμασα λίγο― και γελάω με τον εαυτό μου.


Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

Haremlik

Τελικά τη λύση την έδωσαν ένα λιμάνι, μερικά περιστέρια, κι ένα κανονάκι, μες στης πόλης τ'ακρογιάλι, μες τη σιγαλιά. Νοσταλγικά.



Κόμπος

Λέξεις που έσβησα, ιστορίες που τσαλάκωσα και καταδίκασα στην εξορία του πατώματος. Προτάσεις που δεν μπορώ να δαμάσω καλά-καλά μέσα στο μυαλό μου, που απλώνω στο χαρτί μου μονάχα για να διαπιστώσω πόσο ξένες μου είναι. Σύγχηση εντός κι εκτός. Γλώσσες που θα ήθελα να μιλώ, γλώσσες που μιλώ μα δεν ελέγχω, κείμενα που θα ήθελα να γράψω, κείμενα που ξεκίνησα να γράφω και λησμόνησα· παντού ευκαιρίες που έχασα πριν καλά-καλά διαπιστώσω ότι είχα. Κόμπος από ενδιαφέροντα, από προσδοκίες κι  ελπίδες.

Έγραψα σε κάποια φίλη: <<Λέω να μετακομίσω Κωνσταντινούπολη και να γίνω σερβιτόρα να τελειώνουμε.>> Δεν ξέρω γιατί, μα η σκέψη αυτή δεν με τρόμαζε. Εκεί, σ'εκείνη την πόλη με τις χίλιες ταυτότητες, σ'εκείνη την πόλη που υπαγόρευσε τις μελλοντικές εθνικές συνειδήσεις που η έρευνά μου θα ξεθάψει, στην πόλη που εθνικότητα, φυλή, θρησκεία και γλώσσα δένουν έναν κόμπο σφιχτότερο κι από τον Γόρδιο Δεσμό, σ'εκείνη την πόλη δεν τρόμαζα να πάω. Κι ύστερα στην άλλη πόλη, βαθιά μέσα στα Βαλκάνια, εκεί που σκέφτηκα να ξεφύγω για ένα καλοκαίρι και να θαφτώ στα αρχεία― ούτε εκεί φοβόμουν να βρεθώ. 


Εθνότητες, εθνικότητες, μειονότητες, ταυτότητες: μπλέκονται μεταξύ τους,  ακυρώνουν η μια την άλλη,  αναστατώνονται, παραμερίζουν κάνοντας χώρο στους εισβολείς. Αρχεία ιστοριών, μύθων, παραδόσεων, πιστοιποιητικά γάμων, βαπτίσεων, αλλαγές Μουσουλμανικών ονομάτων σε "αγνά" Βουλγάρικα κι Ελληνικά. Η σκιά μιας μητρόπολης χαμένης, ξεκομμένης, αιωνίως παρούσας· μια παρεξηγημένη γωνιά του κόσμου, όπου η ιστορία δεν πεθαίνει ποτέ, μα γίνεται άπιαστο όνειρο, γίνεται εφιάλτης και στοιχειώνει. Εκεί όπου ένας ολόκληρος κόσμος παλεύει να ανακτήσει και να επαναορίσει την χαμένη, μπασταρδεμένη, παρεξηγημένη ταυτότητά του· εκεί θα χάσω κι εγώ επιτέλους τη δική μου. Χωρίς ενοχές. Κι ίσως― ίσως― ο διπλός χαμός φέρει μια ανάκτηση.

Ο φιλόσοφος

AVT TACE AVT LOQVERE MELIORA SILENTIO*

Ο κύριος φιλόσοφος κρέμεται από το ταβάνι από μια μαύρη αλυσίδα. Η ταπετσαρία πίσω του είναι βαθυκόκκινη, στο χρώμα του κρασιού που λίγα δωμάτια παραπέρα μεθά τους αμαρτωλούς σάτυρους. Ο κύριος φιλόσοφος δεν μιλά― πιστεύει στην δύναμη της σιωπής. Πιστεύει σ'αυτήν τόσο, ώστε να μην αρθρώνει καν την άποψη αυτή· γιατί να το κάνει, άλλωστε, όταν μπορεί να το γράψει; Ο κύριος φιλόσοφος είναι στοϊκός. Κατακρίνει όποιον λόγο τολμά να σπιλώσει την παντοδύναμη σιγή.

Με μπερδεύετε, κύριε φιλόσοφε. Η παροιμία σας φαντάζει σοφή· γιατί λοιπόν παραμένετε σιωπηλός, με τα χείλη σφραγισμένα; Γιατί διαλέγετε την επιγραφή; Γιατί κρέμεστε μπροστά από την πολύτιμη ταπετσαρία, στηριγμένος σε κάποιο αόρατο καρφί μπηγμένο βαθιά στο χρυσό μπαρόκ ταβάνι;

Είμαι θυμωμένη μαζί σας, κύριε φιλόσοφε. Τα λόγια σας είναι όμορφα, πώς όμως να τα εφαρμόσω όταν εσείς ο ίδιος τα παραβλέπετε;

Με μπερδεύετε, κύριε φιλόσοφε. Με αφήνετε ανήμπορη― ανίκανη.

 *Be silent, unless what you have to say is better than silence

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

3 πμ, κάπου στην Αγγλική εξοχή

Κάτι τέτοιες ώρες βγαίνουμε για αυθόρμητους περιπάτους με το αίμα να σφυροκοπάει στα μηλίγγια. Ένα μισάωρο για να σπάσει η ασχήμια της ρουτίνας, να μετριαστεί ο πόνος των υποχρεώσεων που μας τραβάνε μακριά από τα όμορφα.

Στο δρόμο ακούγονται μόνο τα βήματα και το γέλιο μας. Étude aux chemins de fer, ίχνη τεχνολογίας. Το φως ελάχιστο και τα χρώματα λίγα: σκούρο μπλε, πράσινο, και γκρίζο, πολύ γκρίζο. Ό,τι καταφέρνει να ξεχωρίσει λούζεται με ένα στρώμα πάχνη, που μας διαπερνά, που δίνει στη σκηνή μια απόκοσμη, αινιγματική θαμπάδα. Δυσκολεύομαι να καταλάβω τι είναι αληθινό και τι κατασκεύασμα της φαντασίας μου, τι είναι εκεί και τι όχι, ποιά η απόστασή μου από την επόμενη λάμπα. Ακολουθούμε τον δρόμο που έρπεται γύρω από το άλσος, πλαισιωμένος από καφέ, πράσινες, και γκρίζες θολούρες― δέντρα, σπίτια, ενίοτε και κάποιο περαστικό ποδήλατο. Με τα μαλλιά βρεγμένα από την υγρασία, συνεχίζουμε χωρίς να ξέρουμε που ακριβώς βρισκόμαστε, χωρίς να μπορούμε να κατονομάσουμε τις αχνές σιλουέτες που διαγράφονται γύρω μας.

Αργότερα, κοντά στο ξημέρωμα, όταν όλοι οι ήχοι έξω έχουν πια πεθάνει, ξαπλώνουμε δίπλα-δίπλα στο τσαλακωμένο σεντόνι. Οι σούστες που τρυπούν την πλάτη μου συνθέτουν ένα παρόν απτό, ένα παρόν αδιαφιλονίκητα πραγματικό― μα, πριν μερικές μόλις ώρες βρισκόμουν σ'εκείνη την παράξενη χώρα, στον αλλόκοτο κόσμο της πάχνης! Πάνω στο φτηνό εκείνο στρώμα, εκεί που η ανάσα σου αποτελεί το μόνο σημείο ζωής έξω από τις σκέψεις μου, φέρνω στο νου μου τα μεγάλα ερωτήματα που προσπαθώ να καταλάβω καθισμένη σε σκληρά ξύλινα έδρανα τις ώρες που ο κόσμος γύρω μου ξαναζωντανεύει― ιστορία, χρόνος, πραγματικότητα. Υψώνομαι πάνω από τη στιγμή· κάπου, νιώθω τον Μαγιακόφσκι να συνθέτει ξαπλωμένος κάποιο ποιήμα

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

Little Men

"For those who live in extraordinary times, normal life becomes a luxury"*

Για να μου θυμίζει τη θέση μου.



*Fitzpatrick, Sheila. Everyday Stalinism: Ordinary Life in Extraordinary Times. Cary, NC, USA: Oxford University Press, 1991, 1.

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Ανιαρή αλήθεια

Ήθελα να γράψω κάτι σοφό, απαισιόδοξο, όμορφο. Ήθελα να είναι γεμάτο νόημα, να είναι κάτι που εγώ η ίδια θα διάβαζα, παγερό σαν καθρέφτης, οξύ. Θα ξεκινούσα απλά, εξιστορώντας πώς πέρασα την μέρα μου πριν ακριβώς ένα χρόνο. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς έκανα, με ποιούς μίλησα και τι είπα, αλλά θα ένωνα τα κομμάτια του παζλ και θα μάθαινα: μερικά θα σχηματίζονταν μέσα από τις μισοτελειωμένες αναρτήσεις του μπλογκ, μερικά από τις ηλεκτρονικές σελίδες του ημερολογίου που έχω στον υπολογιστή και κάτι σκονισμένες αναμνήσεις φαινομενικά ασήμαντων στιγμών. Τα υπόλοιπα λευκά σημεία θα τα χρωμάτιζε η φαντασία μου με τους μαρκαδόρους της― γιατί στο κάτω-κάτω έτσι φτιάχνονται οι ιστορίες. Θα έγραφα: <ξύπνησα στις 12, χωρίς ξυπνητήρι αλλά κουρασμένη. Το προηγούμενο βράδι είχα ξενυχτήσει.> Η μέρα που θα εξιστορούσα θα ήταν σίγουρα γεμάτη ακαδημαϊκές υποχρεώσεις, ηλεκτρονικά <σ'αγαπώ> , καφέδες, βιαστικές κουβέντες με τον Γ. για τα όσα μας περίμεναν στην άλλη όχθη της Αμερικής την επόμενη εβδομάδα.

Θα δημιουργούσα αυτή την μέρα με τα τόσα λίγα αξιόλογα στοιχεία για να φτάσω στη σημερινή. Θα άφηνα το παρελθόν μου να κοιτάξει στον καθρέφτη του παρόντος μου, θα το ταρακουνούσα και θα φώναζα <τι έμαθες;> Θα μιλούσα για τον Μάρτιο του 2012, που με βρίσκει γεμάτη φόβο για ένα μέλλον που προσπαθώ να δημιουργήσω για να προστατεύσω τον εαυτό μου. Θα περιέγραφα ατελείωτες ώρες μπροστά από την οθόνη μου, γράφοντας αιτήσεις για δουλειές αντί για εκθέσεις αυτή τη φορά. Θα έβγαινα στο δρόμο με τα ακουστικά στα αυτιά μου, τις τελευταίες ειδήσεις στο μυαλό μου, και τον τρόμο στην ψυχή μου― θα πνιγόμουν από μια αδικία που μόνο όσοι ζουν από κοντά αυτήν την κρίση φαίνεται να νιώθουν. Θα συμπέραινα ότι μεγάλωσα πια, ότι έχω ευθύνη, και πως την ευθύνη αυτή τη νιώθω βαθιά μέσα μου.

Άρχισα να ψάχνω στο πατάρι του διαδικτύου για τα εργαλεία μου. Τα προσεκτικά δομημένα συμπεράσματά μου, όσο ψευδή κι αν ηχούσαν, μπορούσα να βιδωθούν προσεκτικά μεταξύ τους, ώστε να δημιουργήσουν την τέλεια ψευδαίσθηση― μια αναληθή ιστορία ωριμότητας. Αν έκοβα, βίδωνα και σφυροκοπούσα τη ζωή μου αρκετά, ίσως κατάφερνα να της δώσω ένα οποιοδήποτε <τέλος>, γιατί έτσι μου μαθαίνουν οι φιλόσοφοι που κατά καιρούς διαβάζω.

Έτυχε όμως μέσα στα σκοτάδια του παταριού μου να πιάσω το παρακάτω πριν προφτάσω τα ψηλαφήσω τα <συγγραφικά> μου εργαλεία:












Θυμήθηκα ότι τον κύριο της φωτογραφίας τον λένε Γκανγκστερ. Έφτασε στο ράντζο χτυπημένος, έχοντας διασωθεί από βέβαιη ευθανασία, καθώς δεν μπορεί πια να τρέξει. Όταν τα υπόλοιπα άλογα βγαίνουν για τρέξιμο, αυτός μένει μέσα στο παχνί του, γιατί η ζήλεια του τον αναγκάζει να τρέχει πίσω τους, βάζοντας σε κίνδυνο το ήδη ευαίσθητο πόδι του.

Η φωτογραφία τραβήχτηκε περίπου μια βδομάδα μετά την μέρα που προσπαθούσα να αναδημιουργήσω. Σε αντίθεση με την Κυριακή 6 Μαρτίου 2011, απεικονίζει μια μέρα που θυμάμαι καλά. Το τοπίο γύρω μου ήταν ξένο, άγριο, σχεδόν εξωπραγματικό. Εκεί ο χρόνος σταματούσε· τίποτα δεν ήταν γνώριμο και τίποτα δεν φαινόταν αληθινό. Οι έγνοιες που με τυρράνησαν όλο τον υπόλοιπο χρόνο δεν υπήρχαν― πώς να επιζήσουν σε ένα μέρος που δεν είχε κανένα από τα στοιχεία του κόσμου της κρίσεως;

Εκείνη η μέρα δεν είχε κανένα από τα στοιχεία της υποτιθέμενης ωριμότητας που κέρδισα στον χρόνο που έχει μεσολαβήσει, όμως ήταν μια μέρα που θυμάμαι με αγάπη και νοσταλγία. Και η αλήθεια είναι ότι το καλούπι στο οποίο προσπαθώ να χωρέσω την πορεία μου τον τελευταίο χρόνο με στενεύει― το <τέλος> που προσπαθώ να δημιουργήσω είναι ελλιπές και ψεύτικο, κάτι που δίνει στη ζωή μου την υφή ενός ακόμα cover letter στο οποίο προσπαθώ να πουλήσω τον εαυτό μου. Ξέρω ποιές είναι οι ευθύνες μου, ζω με ένα καθημερινό σετ από ανησυχίες και πίκρες. Αλλά ταυτόχρονα αναρωτιέμαι: πόσο ανώριμο είναι να καυχιέμαι για την επιτυχημένη, σταθερή και γεμάτη στόχους πορεία μιας ζωής 21 χρόνων;

Παράλογη ζωή. Πίνω μια γουλιά από τον καφέ μου κι ετοιμάζομαι να επιστρέψω σε βιογραφικά κι αιτήσεις. Ο χρόνος αυτός με έκανε πιο ρεαλίστρια. Στέκομαι για λίγο σε ένα Καλιφορνέζικο απόγευμα, κι απλώνω το χέρι για να χαϊδέψω ένα καφετί άλογο.